Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Η μονή Δαφνίου στα μετεπαναστατικά χρόνια

Μετά την επανάσταση η μονή είχε ερημωθεί πλήρως. Ο τελευταίος ηγούμενος, σύμφωνα με τις πηγές, ήταν ο Αγαθάγγελος, ο οποίος ανέλαβε το αξίωμα κάποια στιγμή μετά το 1815 και το διατήρησε επί περίπου μία δεκαπενταετία. Αν και είχε την εποπτεία της κινητής και ακίνητης περιουσίας της μονής, κατοικούσε αρκετά μακριά από αυτήν, στο κέντρο της Αθήνας. Στο μοναστήρι πιθανότατα διέμενε μόνο κάποιος ηλικιωμένος φύλακας, προκειμένου να φροντίζει στοιχειωδώς την εκκλησία.


Αποψη της μονής Δαφνίου από τα νοτιοανατολικά, γκραβούρα του 19ου αιώνα.

Κατά την περίοδο 1838-1839 εγκαταστάθηκαν στον χώρο του Δαφνίου Βαβαροί στρατιώτες, προκειμένου να επιτηρούν το στενό πέρασμα από και προς την Αθήνα. Ο Γάλλος ερευνητής της μεσαιωνικής ιστορίας Jean Alexandre Buchon επισκέφτηκε το μοναστήρι το 1840 και το βρήκε παντελώς έρημο. Την επόμενη χρονιά, στις αρχές της άνοιξης, έφτασε στο μοναστήρι ο περίφημος Δανός συγγραφέας Hans Christian Andersen (1805-1875), ο οποίος μας άφησε μια αρκετά λεπτομερή και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περιγραφή του μοναστηριού:
«To αγέρι ήταν κρύο και τα σύννεφα έγραφαν μαύρες σκιές στα γυμνά βουνά. Κοντά μας σε μεγάλη έκταση απλώνονταν τα ερείπια του μοναστηριού. Ψηλά τείχη, που στις σχισμάδες τους φύτρωναν θάμνοι και περικοκλάδες, το περιτριγύριζαν. Εκείκοντά είχαν κτίσει δύο ξύλινες παράγκες. Η μία ήταν κάτι σαν καφενείο κι η άλλη πάλι ένα είδος μαγαζιού για τους μοναχικούς ταξιδιώτες. Οι ξύλινες αυτές παράγκες κοντά στα χαλάσματα έβαζαν, θαρρείς, στο τοπίο την τελευταία πινελιά της ελληνικής μελαγχολίας».
Όταν ο Andersen με τους συνοδοιπόρους του, τον Ludwig Ross και τονΈλληνα καθηγητή Φίλιππο Ιωάννου, μπήκε στην αυλή του μοναστηριού, συνάντησε εικόνα ακόμα μεγαλύτερης εγκατάλειψης:
«Μπήκαμε στην αυλή της μονής. Παντού φύτρωναν ως μία πήχη τσουκνίδες, που έκρυβαν ανάμεσά τους ξέσκεπα, άφραγα πηγάδια. Προχωρούσαμε προσεκτικά βήμα προς βήμα, μη βουλιάξουμε. Έτσι φτάσαμε στο απέναντι τείχος. Από κει μας φάνηκε πως θα ανεβαίναμε ευκολώτερα και σε λίγο φτάσαμε στη μισογκρεμισμένη στέγη της εκκλησίας. Όσο καταστραμμένο ήταν το κτίριο, τόσο πυκνόφυτη βλάστηση το σκέπαζε. To σκέπασμα μιας αρχαίας μαρμάρινης σαρκοφάγου, ανάποδα βαλμένο, ήταν το πρώτο σκαλοπάτι εδώ πάνω. Ένα άλλο πάλι πιο κάτω ήταν από κομμάτια μιας ραβδωτής κολόνας από πορφυρίτη. Ρεζεντά, σαπουνόχορτα, τσουκνίδες φύτρωναν παντού. Οι νυχτερίδες πετούσαν μέρα μεσημέρι πάνω απ' το κεφάλι μας. Εδώ ήταν το σπίτι τους, το βασίλειό τους, ακόμα και τώρα που ο ήλιος έλαμπε στα φτερά τους».
Τα κελιά των μοναχών στα νότια του καθολικού είχαν μετατραπεί σε στάβλους από τους Βαβαρούς στρατιώτες:
«Στη μέση του μοναστηριού τα κελιά των καλογήρων έχουν μεταβληθεί σ' ένα μεγάλο στάβλο, όπου οι χωροφύλακες βάζουν τ' άλογά τους- αυτά χλιμιντρίζουν τώρα εκεί όπου άλλοτε ακούγονταν οι προσευχές των μοναχών».
To καθολικό της μονής, που διέσωζε ίχνη της βυζαντινής του λαμπρότητας αλλά και της τουρκικής ασέβειας, εντυπωσίασε ιδιαίτερα τον Andersen:
«Είναι μια θαυμάσια εκκλησιά, που μπορεί και τώρα ακόμα να επισκευαστεί. Στεκόμασταν κάτω απ' τον τρούλο της, που το αστραφτερό μωσαϊκό του εικόνιζε το Χριστό [...]. Κατά την Επανάσταση εδώ μέσα ξεκουράζονταν οι Τούρκοι, εδώ άναβαν φωτιά- ο τοίχος είναι ακόμα μαύρος απ' την καπνιά [...]. Στο ιερό πάλι έσβηναν τις αγιογραφίες και ζωγράφιζαν αισχρές εικόνες στη θέση τους, ενώ οι συντροφοί τους γλεντουσαν και χειροκροτουσαν. Ένα σωρό νεκροκεφαλές και κόκκαλα, που βρέθηκαν έξω, κάτω από θάμνους και τσουκνίδες, ήταν τώρα ριγμένα σε μια γωνιά, ανάμεσα στην Αγία Τράπεζα και σε κείνο τον τοίχο, που σύμφωνα με τη συνήθεια των ελληνικών εκκλησιών χτίζεται μπροστά της. Ο τοίχος αυτός έχει τρεις πύλες κι είναι από πάνω ως κάτω ζωγραφισμένος με αγιογραφίες. Κι αυτές ακόμα ήταν κάπως σβησμένες απ' τους Τούρκους- κι όμως εδώ μέσα έκαιγαν τρία μικρά, κρεμασμένα καντήλια. Τα φροντίζει ένας γέρος Έλληνας, που μένει στην ξύλινη παράγκα, κάνει καφέ και σερβίρει ποτηράκια μερακίστουςξένους».
Δεκατρία χρόνια μετά τον Andersen, κατά τη διάρκεια της αγγλογαλλικής κατοχής του Πειραιά, εγκαταστάθηκε στη μονή γαλλικό τάγμα, προκειμένου να προστατευτεί από τη φοβερή επιδημία χολέρας που είχε ξεσπάσει στην πόλη. Ο διοικητής του τάγματος, στρατηγός de Vasoignes, μαζί με τους στρατιώτες του φρόντισαν για την καθαριότητα του ερειπωμένου μοναστηριού και έκαναν κάποιες αρχαιολογικές ανασκαφές στον χώρο γύρω από αυτό, καθώς και στην Ιερά Οδό.


Ανθρωποι της υπαίθρου από τα περίχωρα της Αττικής, γκραβούρα του 19ου αιώνα.


Ο καταυλισμός των Βαβαρών στρατιωτών που κατασκευάζουν την οδό Πειραιώς το 1836, υδατογραφία του Hans Hanke (1838).

Όταν οι Γάλλοι στρατιώτες έφυγαν από το Δαφνί, συγκεντρώθηκε στη μονή μικρή ομάδα από μοναχές. Μία από αυτές ήταν η Μάρθα, που, όπως προαναφέρθηκε, διηγήθηκε στον Γεώργιο Λαμπάκη τον μύθο σχετικά με την ίδρυση του μοναστηριού από τη βασίλισσα Δάφνη. Καθώς οι αρχές του νεοσύστατου κράτους φρόντιζαν αποτελεσματικά για την ασφάλεια των περιχώρων της πόλεως των Αθηνών, οι Αθηναίοι «ξεθάρρεψαν» και άρχισαν να κάνουν μικρές εκδρομές στις εξοχές της Αττικής. Ο περίπατος στην Ιερά Οδό μέχρι το Δαφνί και τη θάλασσα του Σκαραμαγκά ήταν από τους πλέον δημοφιλείς. Ένας από αυτούς τους εκδρομείς ήταν και ο Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904). Ο διαβασμένος συγγραφέας αποκατέστησε με τη δημιουργική φαντασία του το βυζαντινό μεγαλείο του μοναστηριού και το ενσωμάτωσε στην Πάπισσα Ιωάννα (1866), ίσως το πιο πολυσυζητημένο βιβλίο της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Στο Δαφνί, λοιπόν, ξεκουράστηκε η θρυλική ηρωίδα, που περιπλανιόταν στην Ευρώπη κατά τα τέλη του 12ου αιώνα, προτού στεφθεί πάπισσα. Η Ιωάννα, μεταμφιεσμένη σε αδελφό Ιωάννη, μαζί με τον σύντροφό της, πατέρα Φρουμέντιο, έφτασαν στην Αθήνα με σκοπό να εγκατασταθούν για κάποιο χρονικό διάστημα. Αφού θαύμασαν τα αρχαία μνημεία και τις λαμπρές εκκλησίες της πόλης, αποσύρθηκαν στη μονή Δαφνίου για να αναπαυθούν. Στη γιορτή της εκκλησίας, που ήταν αφιερωμένη στην Κοίμηση της θεοτόκου και γιόρταζε στις 23 Αυγούστου, δηλαδή την ημέρα της Αποδόσεως της μεγάλης εορτής της 15ης Αυγούστου, διοργανωνόταν λαμπρό πανηγύρι. Ο Καμπούρογλου, που το έζησε από κοντά, πολύ επιτυχημένα το παραλληλίζει με τις ελευσινιακές γιορτές της αρχαιότητας:
«Όλοι οι Αθηναίοι και ετερόδοξοι ακόμη, ετρέποντο την είς τό μοναστήρι τούτο άγουσα Ιεράν Οδόν. Και ενόμιζε κανείς, ότι ανέστη έκ της τέφρας της λήθης ή περίφημος πομπή τών Ελευσινίων και ότι θά έβλεπε νά προηγείται τό άγαλμα του Ιάκχου επί άρματος τοποθετημένον τη συνοδεία του Ιακχαγωγού και ενόπλους τους ωραίους εφήβους ν' ακολουθούν και τό πλήθος τών πιστών νά επεται. 
»Αλλά ταχέως συνήρχετο έκ της πλάνης ό όνειροπόλος μυστικοπαθής, όταν ήκουε τόν βιολιτζή της πανηγύρεως νά τραγουδή τό νερόν του Δαφνιού "που πίνουν οι άγγελοι" και ίδίως τό περίφημον διά την ιστορικήν του σημασίαν προαιώνιο δίστιχον:
Κυρά χρυσοδαφνιώτισσα μεγάλη σου είν' ή χάρη μέ τό ψηφί, με τό ρηγλί, με τό μαργαριτάρι.
»Οί πιστοί τής Ιεράς Οδού είναι τώρα Χριστιανοί. Αφού δε ήκουον με μεγάλην κατάνυξιν την θείαν λειτουργίαν, εδανείζοντο τά ψηλά καλάμια του νεωκόρου και έρριχναν ψηφία άπό τά περίφημα μωσαϊκά δι' ανάμνησιν και διά φυλαχτόν».
Κατά το χρονικό διάστημα 1883-1885 η μονή Δαφνίου μετατράπηκε σε ψυχιατρείο. Τα κελιά των μοναχών επισκευάστηκαν προκειμένου να φιλοξενήσουν τους ψυχασθενείς και στην αυλή ανοικοδομήθηκαν διάφορα βοηθητικά κτίσματα που επιβάρυναν σημαντικά το μνημείο. Οι πρώτοι ασθενείς εισήλθαν στο ίδρυμα στις 2 Μαΐου 1883. Ο Λαμπάκης δίνει μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε πίσω από τα οχυρωματικά τείχη του βυζαντινού μοναστηριού κατά την περίοδο αυτή:
«Από τής ιεράς ταύτης μονής δεν ανήρχετο πλέον λιβανωτός είς τά ύψη τών ουρανών, ούδε ηκούοντο αί προσευχαί τών μοναζόντων, άλλ' οι ποικιλόφθογγοι κρωγμοί τών φρενοβλαβών είς βαθυτάτην αθυμίαν τους ακροωμένους βυθίζοντες. Ουδεμία δ' εποχή συνετέλεσε τοσούτω είς την κατάπτωσιν της Ιεράς ταύτης Μονής, όσω ή εποχή αυτή τής είς Φρενοκομείον μετατροπής ταύτης-διότι από τής εποχής ταύτης έπαυσαν αί πρός την Μονήν επισκέψεις, και εμαράνθυσαν αί πανηγύρεις αυτής, αίτινες πρότερον έν απεριγράπτω ζωηρότητι τη 23 Αύγουστου ετελούντο, του πλήθους υπό την βαθείαν σκιάν του εκείσε πευκώνος διασκορπιζομένου».
Η υποβάθμιση της μονής εξαιτίας της μετατροπής της σε ψυχιατρείο έφτασε στο κατακόρυφο κατά το έτος 1887, όταν χρησιμοποιήθηκε ως ποιμνιοστάσιο. Ο Άγγλος ιερέας και λόγιος Joseph Hirst σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Reliquary άσκησε δριμεία κριτική στην ελληνική κυβέρνηση για την κατάσταση. Χαρακτήρισε, μάλιστα, την ερήμωση και την εγκατάλειψη αυτής της τόσο σημαντικής μονής «όνειδος για το χριστιανικό αίσθημα του έθνους». Η γενική κατακραυγή σε συνδυασμό με τις τεράστιες φθορές από ισχυρούς σεισμούς κατά τα έτη 1886, 1889 και 1894, ώθησαν τους αρμόδιους στην ανάληψη δράσης για τη διάσωση, τη συντήρηση και την ανάδειξη του Δαφνιού. Οι εργασίες αυτές, όπως θα δούμε στην επόμενη ενότητα, συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. 

Μετά την επανάσταση η μονή είχε ερημωθεί πλήρως. Ο τελευταίος ηγούμενος, σύμφωνα με τις πηγές, ήταν ο Αγαθάγγελος, ο οποίος ανέλαβε το αξίωμα κάποια στιγμή μετά το 1815 και το διατήρησε επί περίπου μία δεκαπενταετία. Αν και είχε την εποπτεία της κινητής και ακίνητης περιουσίας της μονής, κατοικούσε αρκετά μακριά από αυτήν, στο κέντρο της Αθήνας. Στο μοναστήρι πιθανότατα διέμενε μόνο κάποιος ηλικιωμένος φύλακας, προκειμένου να φροντίζει στοιχειωδώς την εκκλησία.


Αποψη της μονής Δαφνίου από τα νοτιοανατολικά, γκραβούρα του 19ου αιώνα.

Κατά την περίοδο 1838-1839 εγκαταστάθηκαν στον χώρο του Δαφνίου Βαβαροί στρατιώτες, προκειμένου να επιτηρούν το στενό πέρασμα από και προς την Αθήνα. Ο Γάλλος ερευνητής της μεσαιωνικής ιστορίας Jean Alexandre Buchon επισκέφτηκε το μοναστήρι το 1840 και το βρήκε παντελώς έρημο. Την επόμενη χρονιά, στις αρχές της άνοιξης, έφτασε στο μοναστήρι ο περίφημος Δανός συγγραφέας Hans Christian Andersen (1805-1875), ο οποίος μας άφησε μια αρκετά λεπτομερή και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περιγραφή του μοναστηριού:
«To αγέρι ήταν κρύο και τα σύννεφα έγραφαν μαύρες σκιές στα γυμνά βουνά. Κοντά μας σε μεγάλη έκταση απλώνονταν τα ερείπια του μοναστηριού. Ψηλά τείχη, που στις σχισμάδες τους φύτρωναν θάμνοι και περικοκλάδες, το περιτριγύριζαν. Εκείκοντά είχαν κτίσει δύο ξύλινες παράγκες. Η μία ήταν κάτι σαν καφενείο κι η άλλη πάλι ένα είδος μαγαζιού για τους μοναχικούς ταξιδιώτες. Οι ξύλινες αυτές παράγκες κοντά στα χαλάσματα έβαζαν, θαρρείς, στο τοπίο την τελευταία πινελιά της ελληνικής μελαγχολίας».
Όταν ο Andersen με τους συνοδοιπόρους του, τον Ludwig Ross και τονΈλληνα καθηγητή Φίλιππο Ιωάννου, μπήκε στην αυλή του μοναστηριού, συνάντησε εικόνα ακόμα μεγαλύτερης εγκατάλειψης:
«Μπήκαμε στην αυλή της μονής. Παντού φύτρωναν ως μία πήχη τσουκνίδες, που έκρυβαν ανάμεσά τους ξέσκεπα, άφραγα πηγάδια. Προχωρούσαμε προσεκτικά βήμα προς βήμα, μη βουλιάξουμε. Έτσι φτάσαμε στο απέναντι τείχος. Από κει μας φάνηκε πως θα ανεβαίναμε ευκολώτερα και σε λίγο φτάσαμε στη μισογκρεμισμένη στέγη της εκκλησίας. Όσο καταστραμμένο ήταν το κτίριο, τόσο πυκνόφυτη βλάστηση το σκέπαζε. To σκέπασμα μιας αρχαίας μαρμάρινης σαρκοφάγου, ανάποδα βαλμένο, ήταν το πρώτο σκαλοπάτι εδώ πάνω. Ένα άλλο πάλι πιο κάτω ήταν από κομμάτια μιας ραβδωτής κολόνας από πορφυρίτη. Ρεζεντά, σαπουνόχορτα, τσουκνίδες φύτρωναν παντού. Οι νυχτερίδες πετούσαν μέρα μεσημέρι πάνω απ' το κεφάλι μας. Εδώ ήταν το σπίτι τους, το βασίλειό τους, ακόμα και τώρα που ο ήλιος έλαμπε στα φτερά τους».
Τα κελιά των μοναχών στα νότια του καθολικού είχαν μετατραπεί σε στάβλους από τους Βαβαρούς στρατιώτες:
«Στη μέση του μοναστηριού τα κελιά των καλογήρων έχουν μεταβληθεί σ' ένα μεγάλο στάβλο, όπου οι χωροφύλακες βάζουν τ' άλογά τους- αυτά χλιμιντρίζουν τώρα εκεί όπου άλλοτε ακούγονταν οι προσευχές των μοναχών».
To καθολικό της μονής, που διέσωζε ίχνη της βυζαντινής του λαμπρότητας αλλά και της τουρκικής ασέβειας, εντυπωσίασε ιδιαίτερα τον Andersen:
«Είναι μια θαυμάσια εκκλησιά, που μπορεί και τώρα ακόμα να επισκευαστεί. Στεκόμασταν κάτω απ' τον τρούλο της, που το αστραφτερό μωσαϊκό του εικόνιζε το Χριστό [...]. Κατά την Επανάσταση εδώ μέσα ξεκουράζονταν οι Τούρκοι, εδώ άναβαν φωτιά- ο τοίχος είναι ακόμα μαύρος απ' την καπνιά [...]. Στο ιερό πάλι έσβηναν τις αγιογραφίες και ζωγράφιζαν αισχρές εικόνες στη θέση τους, ενώ οι συντροφοί τους γλεντουσαν και χειροκροτουσαν. Ένα σωρό νεκροκεφαλές και κόκκαλα, που βρέθηκαν έξω, κάτω από θάμνους και τσουκνίδες, ήταν τώρα ριγμένα σε μια γωνιά, ανάμεσα στην Αγία Τράπεζα και σε κείνο τον τοίχο, που σύμφωνα με τη συνήθεια των ελληνικών εκκλησιών χτίζεται μπροστά της. Ο τοίχος αυτός έχει τρεις πύλες κι είναι από πάνω ως κάτω ζωγραφισμένος με αγιογραφίες. Κι αυτές ακόμα ήταν κάπως σβησμένες απ' τους Τούρκους- κι όμως εδώ μέσα έκαιγαν τρία μικρά, κρεμασμένα καντήλια. Τα φροντίζει ένας γέρος Έλληνας, που μένει στην ξύλινη παράγκα, κάνει καφέ και σερβίρει ποτηράκια μερακίστουςξένους».
Δεκατρία χρόνια μετά τον Andersen, κατά τη διάρκεια της αγγλογαλλικής κατοχής του Πειραιά, εγκαταστάθηκε στη μονή γαλλικό τάγμα, προκειμένου να προστατευτεί από τη φοβερή επιδημία χολέρας που είχε ξεσπάσει στην πόλη. Ο διοικητής του τάγματος, στρατηγός de Vasoignes, μαζί με τους στρατιώτες του φρόντισαν για την καθαριότητα του ερειπωμένου μοναστηριού και έκαναν κάποιες αρχαιολογικές ανασκαφές στον χώρο γύρω από αυτό, καθώς και στην Ιερά Οδό.


Ανθρωποι της υπαίθρου από τα περίχωρα της Αττικής, γκραβούρα του 19ου αιώνα.


Ο καταυλισμός των Βαβαρών στρατιωτών που κατασκευάζουν την οδό Πειραιώς το 1836, υδατογραφία του Hans Hanke (1838).

Όταν οι Γάλλοι στρατιώτες έφυγαν από το Δαφνί, συγκεντρώθηκε στη μονή μικρή ομάδα από μοναχές. Μία από αυτές ήταν η Μάρθα, που, όπως προαναφέρθηκε, διηγήθηκε στον Γεώργιο Λαμπάκη τον μύθο σχετικά με την ίδρυση του μοναστηριού από τη βασίλισσα Δάφνη. Καθώς οι αρχές του νεοσύστατου κράτους φρόντιζαν αποτελεσματικά για την ασφάλεια των περιχώρων της πόλεως των Αθηνών, οι Αθηναίοι «ξεθάρρεψαν» και άρχισαν να κάνουν μικρές εκδρομές στις εξοχές της Αττικής. Ο περίπατος στην Ιερά Οδό μέχρι το Δαφνί και τη θάλασσα του Σκαραμαγκά ήταν από τους πλέον δημοφιλείς. Ένας από αυτούς τους εκδρομείς ήταν και ο Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904). Ο διαβασμένος συγγραφέας αποκατέστησε με τη δημιουργική φαντασία του το βυζαντινό μεγαλείο του μοναστηριού και το ενσωμάτωσε στην Πάπισσα Ιωάννα (1866), ίσως το πιο πολυσυζητημένο βιβλίο της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Στο Δαφνί, λοιπόν, ξεκουράστηκε η θρυλική ηρωίδα, που περιπλανιόταν στην Ευρώπη κατά τα τέλη του 12ου αιώνα, προτού στεφθεί πάπισσα. Η Ιωάννα, μεταμφιεσμένη σε αδελφό Ιωάννη, μαζί με τον σύντροφό της, πατέρα Φρουμέντιο, έφτασαν στην Αθήνα με σκοπό να εγκατασταθούν για κάποιο χρονικό διάστημα. Αφού θαύμασαν τα αρχαία μνημεία και τις λαμπρές εκκλησίες της πόλης, αποσύρθηκαν στη μονή Δαφνίου για να αναπαυθούν. Στη γιορτή της εκκλησίας, που ήταν αφιερωμένη στην Κοίμηση της θεοτόκου και γιόρταζε στις 23 Αυγούστου, δηλαδή την ημέρα της Αποδόσεως της μεγάλης εορτής της 15ης Αυγούστου, διοργανωνόταν λαμπρό πανηγύρι. Ο Καμπούρογλου, που το έζησε από κοντά, πολύ επιτυχημένα το παραλληλίζει με τις ελευσινιακές γιορτές της αρχαιότητας:
«Όλοι οι Αθηναίοι και ετερόδοξοι ακόμη, ετρέποντο την είς τό μοναστήρι τούτο άγουσα Ιεράν Οδόν. Και ενόμιζε κανείς, ότι ανέστη έκ της τέφρας της λήθης ή περίφημος πομπή τών Ελευσινίων και ότι θά έβλεπε νά προηγείται τό άγαλμα του Ιάκχου επί άρματος τοποθετημένον τη συνοδεία του Ιακχαγωγού και ενόπλους τους ωραίους εφήβους ν' ακολουθούν και τό πλήθος τών πιστών νά επεται. 
»Αλλά ταχέως συνήρχετο έκ της πλάνης ό όνειροπόλος μυστικοπαθής, όταν ήκουε τόν βιολιτζή της πανηγύρεως νά τραγουδή τό νερόν του Δαφνιού "που πίνουν οι άγγελοι" και ίδίως τό περίφημον διά την ιστορικήν του σημασίαν προαιώνιο δίστιχον:
Κυρά χρυσοδαφνιώτισσα μεγάλη σου είν' ή χάρη μέ τό ψηφί, με τό ρηγλί, με τό μαργαριτάρι.
»Οί πιστοί τής Ιεράς Οδού είναι τώρα Χριστιανοί. Αφού δε ήκουον με μεγάλην κατάνυξιν την θείαν λειτουργίαν, εδανείζοντο τά ψηλά καλάμια του νεωκόρου και έρριχναν ψηφία άπό τά περίφημα μωσαϊκά δι' ανάμνησιν και διά φυλαχτόν».
Κατά το χρονικό διάστημα 1883-1885 η μονή Δαφνίου μετατράπηκε σε ψυχιατρείο. Τα κελιά των μοναχών επισκευάστηκαν προκειμένου να φιλοξενήσουν τους ψυχασθενείς και στην αυλή ανοικοδομήθηκαν διάφορα βοηθητικά κτίσματα που επιβάρυναν σημαντικά το μνημείο. Οι πρώτοι ασθενείς εισήλθαν στο ίδρυμα στις 2 Μαΐου 1883. Ο Λαμπάκης δίνει μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε πίσω από τα οχυρωματικά τείχη του βυζαντινού μοναστηριού κατά την περίοδο αυτή:
«Από τής ιεράς ταύτης μονής δεν ανήρχετο πλέον λιβανωτός είς τά ύψη τών ουρανών, ούδε ηκούοντο αί προσευχαί τών μοναζόντων, άλλ' οι ποικιλόφθογγοι κρωγμοί τών φρενοβλαβών είς βαθυτάτην αθυμίαν τους ακροωμένους βυθίζοντες. Ουδεμία δ' εποχή συνετέλεσε τοσούτω είς την κατάπτωσιν της Ιεράς ταύτης Μονής, όσω ή εποχή αυτή τής είς Φρενοκομείον μετατροπής ταύτης-διότι από τής εποχής ταύτης έπαυσαν αί πρός την Μονήν επισκέψεις, και εμαράνθυσαν αί πανηγύρεις αυτής, αίτινες πρότερον έν απεριγράπτω ζωηρότητι τη 23 Αύγουστου ετελούντο, του πλήθους υπό την βαθείαν σκιάν του εκείσε πευκώνος διασκορπιζομένου».
Η υποβάθμιση της μονής εξαιτίας της μετατροπής της σε ψυχιατρείο έφτασε στο κατακόρυφο κατά το έτος 1887, όταν χρησιμοποιήθηκε ως ποιμνιοστάσιο. Ο Άγγλος ιερέας και λόγιος Joseph Hirst σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Reliquary άσκησε δριμεία κριτική στην ελληνική κυβέρνηση για την κατάσταση. Χαρακτήρισε, μάλιστα, την ερήμωση και την εγκατάλειψη αυτής της τόσο σημαντικής μονής «όνειδος για το χριστιανικό αίσθημα του έθνους». Η γενική κατακραυγή σε συνδυασμό με τις τεράστιες φθορές από ισχυρούς σεισμούς κατά τα έτη 1886, 1889 και 1894, ώθησαν τους αρμόδιους στην ανάληψη δράσης για τη διάσωση, τη συντήρηση και την ανάδειξη του Δαφνιού. Οι εργασίες αυτές, όπως θα δούμε στην επόμενη ενότητα, συνεχίζονται μέχρι και σήμερα.