Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Η πρώτη εκτέλεση στο Χαϊδάρι

Η πρώτη εκτέλεση στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου έλαβε χώρα στις 7 Δεκεμβρίου 1943 το απόγευμα. To θύμα, το οποίο εκτελέστηκε από τον ίδιο τον Radomski, έφτασε στο Χαϊδάρι με δωδεκαμελή ομάδα από τις φυλακές Αβέρωφ το μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Μαζί του ήταν και ο Κώστας Βατικιώτης, ο οποίος διηγείται το ανατριχιαστικό επεισόδιο:
«Την ημέραν της αναχωρήσεώς μας από τας φυλακάς Αβέρωφ, το αυτοκίνητον του οποίου επεβαίναμεν εσταμάτησε προ της εισόδου του εξωτερικού περιβόλου. Είδομεν τότε να ρίπτουν εντός του οχήματος έναν άνθρωπον σιδηροδέσμιον, ρακένδυτον, μαύρον από το ξύλο. Επρόκειτο περί ενός εφέδρου υπολοχαγού του ελληνικού στρατού, του Ισραηλίτου Λευή εξ Ιωαννίνων. Όταν εφθάσαμεν εις το Χαϊδάρι, ο Διοικητής, κατά το προσκλητήριον του απογεύματος, εκάλεσε τον διερμηνέα και του ενεχείρισεν εν έγγραφον, διέταξε δε συγχρόνως τον δυστυχή κρατούμενον, ο οποίος ήτο ακόμη σιδηροδέσμιος και είχε ταχθεί αριστερά μου, να προχωρήσει πλησίον του. Αφού τον εμαστίγωσεν εις το πρόσωπον εστράφη προς τον διερμηνέα και του είπε να διαβάσει μεγαλοφώνως την έγγραφον διαταγήν του. Και ο διερμηνεύς ανέγνωσε: Ό διοικητής Χαϊδαρίου Ταγματάρχης Ραδόμσκυ θα εκτελέσει ιδιοχείρως ενώπιόν σας τον Λευή, διότι απεπειράθη να δραπετεύσει την ημέραν της συλλήψεώς του. Προσέξατε. Η αυτή τύχη σας περιμένει, αν επιχειρήσετε το ίδιον". Οι παρατεταγμένοι κρατούμενοι επάγωσαν από φρίκην. Ο απαίσιος διοικητής επραγματοποίησεν την απειλήν του. Ετράβηξε το περίστροφον και επυροβόλησε εναντίον του ατυχούς ανθρώπου, ο οποίος εσωριάσθη κατά γης αιμόφυρτος. Ο Γερμανός δολοφόνος ατάραχος διέταξεν τότε να τον πάρωμεν. Πριν όμως τον σηκώσωμεν, επετέθη εναντίον μας με το βούνευρον, τον επήρεν από τα χέρια μας και τον επυροβόλησεν ακόμη μίαν φορά Διέταξε τότε να του αφαιρέσωμεν τα υποδήματα. Ήσαν καινουργή και συνεπώς καλή λεία. Ακολουθούμενοι από τον διοικητή μετεφέραμε το θύμα προς ταφήν και τη υποδείξει του, ελλείψει φτιαριού και σκαπάνης, το εθάψαμε με τα χέρια μας εις ένα λάκκον σκουπιδιών. Ο ατυχής δεν είχεν εκπνεύει ακόμη, όταν τον εκαλύψαμε με το χώμα του Χαϊδαριού».


Πρωτοσέλιδο παράνομου φύλλου του Ριζοσπάστη που κυκλοφόρησε λίγες ημέρες πριν από την Απελευθέρωση.

Σύμφωνα με ομάδα ψυχολόγων που ερεύνησε το φαινόμενο της ναζιστικής βίας μετά το τέλος του πολέμου, ο στόχος της δολοφονίας αυτής, καθώς και των υπόλοιπων αγριοτήτων του ταγματάρχη Radomski, δεν ήταν τόσο να τιμωρήσει τον Λευή, όσο να αποτρέψει παρόμοιες πράξεις. Γενικά, το σύστημα τρομοκρατίας και εκφοβισμού, το οποίο εφάρμοσε ο Χίτλερ σε ολόκληρη την Ευρώπη, στόχευε στον αφανισμό της θέλησης και της φαντασίας των υπόδουλων πληθυσμών.Έτσι, η συμπεριφορά των μελών της φρουράς στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου είχε στόχο να δημιουργήσει στους κρατουμένους μία διαρκή ανασφάλεια σχετικά με τη ζωή τους. Μετά τη δολοφονία του Λευή, ακολούθησαν πολυάριθμες ομαδικές εκτελέσεις στο Χαϊδάρι. Ανεφέρεται ότι εκτελέστηκαν συνολικά 1.800 κρατούμενοι, ενώ 300 ακόμη θανατώθηκαν στις ανακρίσεις στο αρχηγείο της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν στο κέντρο της Αθήνας και στο Χαϊδάρι. Ανάμεσα σε αυτούς υπήρχαν τουλάχιστον 30 γυναίκες, 104 ανάπηροι πολέμου, 190 φοιτητές και 40 μαθητές. Η πλέον μαζική εκτέλεση ήταν αυτή των 200 Ακροναυπλιωτών την 1η Μαΐου 1944, στην οποία θα αναφερθούμε αναλυτικά σε μία από τις επόμενες ενότητες.

Η πρώτη εκτέλεση στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου έλαβε χώρα στις 7 Δεκεμβρίου 1943 το απόγευμα. To θύμα, το οποίο εκτελέστηκε από τον ίδιο τον Radomski, έφτασε στο Χαϊδάρι με δωδεκαμελή ομάδα από τις φυλακές Αβέρωφ το μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Μαζί του ήταν και ο Κώστας Βατικιώτης, ο οποίος διηγείται το ανατριχιαστικό επεισόδιο:
«Την ημέραν της αναχωρήσεώς μας από τας φυλακάς Αβέρωφ, το αυτοκίνητον του οποίου επεβαίναμεν εσταμάτησε προ της εισόδου του εξωτερικού περιβόλου. Είδομεν τότε να ρίπτουν εντός του οχήματος έναν άνθρωπον σιδηροδέσμιον, ρακένδυτον, μαύρον από το ξύλο. Επρόκειτο περί ενός εφέδρου υπολοχαγού του ελληνικού στρατού, του Ισραηλίτου Λευή εξ Ιωαννίνων. Όταν εφθάσαμεν εις το Χαϊδάρι, ο Διοικητής, κατά το προσκλητήριον του απογεύματος, εκάλεσε τον διερμηνέα και του ενεχείρισεν εν έγγραφον, διέταξε δε συγχρόνως τον δυστυχή κρατούμενον, ο οποίος ήτο ακόμη σιδηροδέσμιος και είχε ταχθεί αριστερά μου, να προχωρήσει πλησίον του. Αφού τον εμαστίγωσεν εις το πρόσωπον εστράφη προς τον διερμηνέα και του είπε να διαβάσει μεγαλοφώνως την έγγραφον διαταγήν του. Και ο διερμηνεύς ανέγνωσε: Ό διοικητής Χαϊδαρίου Ταγματάρχης Ραδόμσκυ θα εκτελέσει ιδιοχείρως ενώπιόν σας τον Λευή, διότι απεπειράθη να δραπετεύσει την ημέραν της συλλήψεώς του. Προσέξατε. Η αυτή τύχη σας περιμένει, αν επιχειρήσετε το ίδιον". Οι παρατεταγμένοι κρατούμενοι επάγωσαν από φρίκην. Ο απαίσιος διοικητής επραγματοποίησεν την απειλήν του. Ετράβηξε το περίστροφον και επυροβόλησε εναντίον του ατυχούς ανθρώπου, ο οποίος εσωριάσθη κατά γης αιμόφυρτος. Ο Γερμανός δολοφόνος ατάραχος διέταξεν τότε να τον πάρωμεν. Πριν όμως τον σηκώσωμεν, επετέθη εναντίον μας με το βούνευρον, τον επήρεν από τα χέρια μας και τον επυροβόλησεν ακόμη μίαν φορά Διέταξε τότε να του αφαιρέσωμεν τα υποδήματα. Ήσαν καινουργή και συνεπώς καλή λεία. Ακολουθούμενοι από τον διοικητή μετεφέραμε το θύμα προς ταφήν και τη υποδείξει του, ελλείψει φτιαριού και σκαπάνης, το εθάψαμε με τα χέρια μας εις ένα λάκκον σκουπιδιών. Ο ατυχής δεν είχεν εκπνεύει ακόμη, όταν τον εκαλύψαμε με το χώμα του Χαϊδαριού».


Πρωτοσέλιδο παράνομου φύλλου του Ριζοσπάστη που κυκλοφόρησε λίγες ημέρες πριν από την Απελευθέρωση.

Σύμφωνα με ομάδα ψυχολόγων που ερεύνησε το φαινόμενο της ναζιστικής βίας μετά το τέλος του πολέμου, ο στόχος της δολοφονίας αυτής, καθώς και των υπόλοιπων αγριοτήτων του ταγματάρχη Radomski, δεν ήταν τόσο να τιμωρήσει τον Λευή, όσο να αποτρέψει παρόμοιες πράξεις. Γενικά, το σύστημα τρομοκρατίας και εκφοβισμού, το οποίο εφάρμοσε ο Χίτλερ σε ολόκληρη την Ευρώπη, στόχευε στον αφανισμό της θέλησης και της φαντασίας των υπόδουλων πληθυσμών.Έτσι, η συμπεριφορά των μελών της φρουράς στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου είχε στόχο να δημιουργήσει στους κρατουμένους μία διαρκή ανασφάλεια σχετικά με τη ζωή τους. Μετά τη δολοφονία του Λευή, ακολούθησαν πολυάριθμες ομαδικές εκτελέσεις στο Χαϊδάρι. Ανεφέρεται ότι εκτελέστηκαν συνολικά 1.800 κρατούμενοι, ενώ 300 ακόμη θανατώθηκαν στις ανακρίσεις στο αρχηγείο της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν στο κέντρο της Αθήνας και στο Χαϊδάρι. Ανάμεσα σε αυτούς υπήρχαν τουλάχιστον 30 γυναίκες, 104 ανάπηροι πολέμου, 190 φοιτητές και 40 μαθητές. Η πλέον μαζική εκτέλεση ήταν αυτή των 200 Ακροναυπλιωτών την 1η Μαΐου 1944, στην οποία θα αναφερθούμε αναλυτικά σε μία από τις επόμενες ενότητες.