Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Το στρτόπεδο του Χαϊδαρίου πριν από τους S.S.

To στρατόπεδο του Χαϊδαρίου λειτούργησε υπό ιταλική διοίκηση για λίγες μόνο ημέρες. Διοικητής είχε οριστεί ο λοχαγός Roata, o οποίος δεν ήταν πολύ σκληρός με τους κρατουμένους. Επιτρεπόταν το επισκεπτήριο, τα γράμματα και τα δέματα, ενώ οι κρατούμενοι μπορούσαν να γυρίζουν έξω από τους θαλάμους όλες τις ώρες της ημέρας και δεν ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν αγγαρείες.
Αμέσως μετά την ανακοίνωση της συνθηκολόγησης της ιταλικής κυβέρνησης με τις συμμαχικές δυνάμεις στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, οι Ιταλοί αποσύρθηκαν από το Χαϊδάρι. Στις 10 Σεπτεμβρίου το στρατόπεδο πέρασε στα χέρια των Γερμανών, οι οποίοι αρχικά το χρησιμοποίησαν ως παράρτημα των φυλακών Αβέρωφ, με διοικητή τον επιλοχία Roudi Trepte. Στο νέο καθεστώς οι συνθήκες διαβίωσης έγιναν πολύ σκληρές.


Ένα από τα ελάχιστα αντίτυπα παράνομης επονίτικης αφίσας που έχουν διασωθεί. Φιλοτεχνήθηκε από τον καλλιτέχνη Φέρτη (αρχείο Μουσείου Εθνικής Αντίστασης Οδού Μπιζανίου).

Οι κρατούμενοι παρέμεναν σχεδόν ολόκληρη την ημέρα στους θαλάμους τους, όπου έπρεπε να επικρατεί καθαριότητα και απόλυτη τάξη. Εκτός θαλάμου έβγαιναν τις ώρες του συσσιτίου, του προσκλητηρίου, της γυμναστικής και των αγγαρειών. To επισκεπτήριο γινόταν μόνο μία φορά τον μήνα. Σταδιακά ο αριθμός των κρατουμένων αυξανόταν. Τον Οκτώβριο έφτασαν τριακόσια άτομα από την Καλαμάτα, που είχαν συλληφθεί σε μπλόκα στα χωριά τους. Στο Χαϊδάρι οι Γερμανοί τούς επέβαλαν συνθήκες απόλυτης απομόνωσης. Επιπλέον, στις αρχές Νοεμβρίου τετρακόσιοι ιταλοκρατούμενοι από τις φυλακές Αβέρωφ μεταφέρθηκαν στο Χαϊδάρι. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Δημήτριος Παυλάκης, ο οποίος καταγράφει με λεπτομέρεια τις πρώτες του εντυπώσεις στο στρατόπεδθ:
«Τρέχουν τ' αυτοκίνητα στον ασφαλτωμένο δρόμο. Περνούμε από το Δαφνί και προχωρούμε στην Ιερά οδό. Δεξιά στο ριζό του βουνού είναι οι στρατώνες του Χαϊδαρίου. Μπαίνοντας μέσα μας παραλαβαίνει ένας Γερμανός δεκανέας, που αν και φώναζε κάθε τόσο και έλεγε, και ξανάλεγε, το: -Σινέλ, Σινέλ, σακραμέντο, δε φαινότανε για κακός άνθρωπος. Είχε για βοηθούς δύο κρατούμενους που μας παραλάβαιναν και μας τοποθετούσαν στο Μπλοκ (Μπλοκ λένε οι Γερμανοίτα χτίρια και σε κάθε ένα έχουν γράψει και κάποιο αριθμό). To δικό μας ήταν το Μπλοκ 4. [...]
»Το βράδυ συνταχθήκαμε κατά Μπλοκ σε πεντάδες μπροστά στο χτίριό μας. Από κει πηγαίναμε στο συσσίτιο κάθε ομάδα ξεχωριστά Όταν τελείωνε η μία ομάδα πήγαινε η άλλη. Συζήτηση και λόγια απαγορεύονταν αυστηρά 
»Ύστερα από το συσσίτιο βγαίνουμε πάλι σε σύνταξη για προσκλητήριο κάθε ομάδα ξεχωριστά στο χτίριό της. Δεξιά από το δικό μας Μπλοκ 4, είναι οι Ακροναυπλιώτες, η ομάδα της Ανάφης και η ομάδα των φυματικών. Όλοι τους μαζίείναι ως τριακόσιοι πενήντα νοματαίοι. Ο θαλαμάρχης που είναι δικός μας κρατούμενος, μαζίμε το στρατιώτη που φρουρείτο Μπλοκ, μας μετρούν προσεκτικά και δίνουν αναφορά στο λοχία στρατοπεδάρχη, έναν κοντόχοντρο Γερμανό, που νομίζει πως δεν πατείστη γη. [...] Σαν τελείωνε αυτή η παράσταση μας έλεγε ελληνικά ένα 'Καληνύχτα" και μεις φωνάζαμε ένα δυνατό Όύρα" και κλείσιμο στους θαλάμους.
»Το πρωίσηκωνόμαστε στις εφτά και βγάζαμε τα ρούχα μας για τίναγμα και στις οχτώ κάναμε προσκλητήριο. Μετά την αναφορά γινόμαστε δύο ομάδες. Η μία από ηλικιωμένους σε φάλαγγα κατά πεντάδες κάνει βηματισμό αργό, όπως ταιριάζει σε γεροντάκια. Η άλλη ομάδα από νέους κάνει τροχάδην, σουηδική γυμναστική και παιχνίδια. [...] Μια άλλη ομάδα πήγαινε στα μαγειρία και καθάριζε τα όσπρια του συσσιτίου μας. Η έξοδος από τους θαλάμους μας ήτανε μία ώρα το πρωί και μία ώρα το βράδυ. To τσιγάρο απαγορευόταν στο προαύλιο. Στο θάλαμο όμως μπορούσαμε να καπνίσουμε, όταν είχαμε τσιγάρα. Και επισκεπτήριο θα μας έδινε ο διοικητής μια φορά στον καθένα μας στο μήνα».
Λόγω της συνήθειας του Trepte να καληνυχτίζει τους κρατουμένους στα ελληνικά, τον αποκαλούσαν «Καληνύχτα». Η εσωτερική φρουρά του στρατοπέδου επί «Καληνύχτα» αποτελούνταν από οκτώ άνδρες. Ως διερμηνείς όρισε τους κρατουμένους Παναγιώτη Μαυρομάτη και Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Στις 21 Νοεμβρίου 1943 η Γκεστάπο συνέλαβε τους Trepte, Μαυρομάτη και Σουκατζίδη και τους φυλάκισε στις φυλακές Αβέρωφ. Ο λόγος της σύλληψης αυτής παραμένει αδιευκρίνιστος- πιθανόν σχετίζεται με κάποια κατάχρηση που έκανε ο Γερμανός διοικητής. Από τις 23 έως τις 28 Νοεμβρίου τη διοίκηση του στρατοπέδου ανέλαβε κάποιος λοχίας, ο οποίος χρησιμοποίησε ως διερμηνέα τον Δημήτρη Τουλούπα. Στις 29 Νοεμβρίου η διοίκηση πέρασε στα χέρια των S.S. και του διαβόητου ταγματάρχη Paul Radomski. Η ανάληψη της διοίκησης του χαϊδαριώτικου στρατόπεδου από τις δυνάμεις των S.S. οργανώθηκε από τον στρατηγό Stroop, o οποίος επισκέφτηκε την Αθήνα τον Σεπτέμβρη του 1943 και παρέμεινε για λίγες μόνο εβδομάδες. Στόχος του ήταν η καταγραφή, η σύλληψη και η αποστολή στην Πολωνία όλων των Ελλήνων Εβραίων. Επίσης, ο Stroop οργάνωσε στην Αθήνα την αστυνομία των S.S. με τα ειδικά δωμάτια των βασανιστηρίων και τα φρικτά απομονωτήρια.

To στρατόπεδο του Χαϊδαρίου λειτούργησε υπό ιταλική διοίκηση για λίγες μόνο ημέρες. Διοικητής είχε οριστεί ο λοχαγός Roata, o οποίος δεν ήταν πολύ σκληρός με τους κρατουμένους. Επιτρεπόταν το επισκεπτήριο, τα γράμματα και τα δέματα, ενώ οι κρατούμενοι μπορούσαν να γυρίζουν έξω από τους θαλάμους όλες τις ώρες της ημέρας και δεν ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν αγγαρείες.
Αμέσως μετά την ανακοίνωση της συνθηκολόγησης της ιταλικής κυβέρνησης με τις συμμαχικές δυνάμεις στις 8 Σεπτεμβρίου 1943, οι Ιταλοί αποσύρθηκαν από το Χαϊδάρι. Στις 10 Σεπτεμβρίου το στρατόπεδο πέρασε στα χέρια των Γερμανών, οι οποίοι αρχικά το χρησιμοποίησαν ως παράρτημα των φυλακών Αβέρωφ, με διοικητή τον επιλοχία Roudi Trepte. Στο νέο καθεστώς οι συνθήκες διαβίωσης έγιναν πολύ σκληρές.


Ένα από τα ελάχιστα αντίτυπα παράνομης επονίτικης αφίσας που έχουν διασωθεί. Φιλοτεχνήθηκε από τον καλλιτέχνη Φέρτη (αρχείο Μουσείου Εθνικής Αντίστασης Οδού Μπιζανίου).

Οι κρατούμενοι παρέμεναν σχεδόν ολόκληρη την ημέρα στους θαλάμους τους, όπου έπρεπε να επικρατεί καθαριότητα και απόλυτη τάξη. Εκτός θαλάμου έβγαιναν τις ώρες του συσσιτίου, του προσκλητηρίου, της γυμναστικής και των αγγαρειών. To επισκεπτήριο γινόταν μόνο μία φορά τον μήνα. Σταδιακά ο αριθμός των κρατουμένων αυξανόταν. Τον Οκτώβριο έφτασαν τριακόσια άτομα από την Καλαμάτα, που είχαν συλληφθεί σε μπλόκα στα χωριά τους. Στο Χαϊδάρι οι Γερμανοί τούς επέβαλαν συνθήκες απόλυτης απομόνωσης. Επιπλέον, στις αρχές Νοεμβρίου τετρακόσιοι ιταλοκρατούμενοι από τις φυλακές Αβέρωφ μεταφέρθηκαν στο Χαϊδάρι. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Δημήτριος Παυλάκης, ο οποίος καταγράφει με λεπτομέρεια τις πρώτες του εντυπώσεις στο στρατόπεδθ:
«Τρέχουν τ' αυτοκίνητα στον ασφαλτωμένο δρόμο. Περνούμε από το Δαφνί και προχωρούμε στην Ιερά οδό. Δεξιά στο ριζό του βουνού είναι οι στρατώνες του Χαϊδαρίου. Μπαίνοντας μέσα μας παραλαβαίνει ένας Γερμανός δεκανέας, που αν και φώναζε κάθε τόσο και έλεγε, και ξανάλεγε, το: -Σινέλ, Σινέλ, σακραμέντο, δε φαινότανε για κακός άνθρωπος. Είχε για βοηθούς δύο κρατούμενους που μας παραλάβαιναν και μας τοποθετούσαν στο Μπλοκ (Μπλοκ λένε οι Γερμανοίτα χτίρια και σε κάθε ένα έχουν γράψει και κάποιο αριθμό). To δικό μας ήταν το Μπλοκ 4. [...]
»Το βράδυ συνταχθήκαμε κατά Μπλοκ σε πεντάδες μπροστά στο χτίριό μας. Από κει πηγαίναμε στο συσσίτιο κάθε ομάδα ξεχωριστά Όταν τελείωνε η μία ομάδα πήγαινε η άλλη. Συζήτηση και λόγια απαγορεύονταν αυστηρά 
»Ύστερα από το συσσίτιο βγαίνουμε πάλι σε σύνταξη για προσκλητήριο κάθε ομάδα ξεχωριστά στο χτίριό της. Δεξιά από το δικό μας Μπλοκ 4, είναι οι Ακροναυπλιώτες, η ομάδα της Ανάφης και η ομάδα των φυματικών. Όλοι τους μαζίείναι ως τριακόσιοι πενήντα νοματαίοι. Ο θαλαμάρχης που είναι δικός μας κρατούμενος, μαζίμε το στρατιώτη που φρουρείτο Μπλοκ, μας μετρούν προσεκτικά και δίνουν αναφορά στο λοχία στρατοπεδάρχη, έναν κοντόχοντρο Γερμανό, που νομίζει πως δεν πατείστη γη. [...] Σαν τελείωνε αυτή η παράσταση μας έλεγε ελληνικά ένα 'Καληνύχτα" και μεις φωνάζαμε ένα δυνατό Όύρα" και κλείσιμο στους θαλάμους.
»Το πρωίσηκωνόμαστε στις εφτά και βγάζαμε τα ρούχα μας για τίναγμα και στις οχτώ κάναμε προσκλητήριο. Μετά την αναφορά γινόμαστε δύο ομάδες. Η μία από ηλικιωμένους σε φάλαγγα κατά πεντάδες κάνει βηματισμό αργό, όπως ταιριάζει σε γεροντάκια. Η άλλη ομάδα από νέους κάνει τροχάδην, σουηδική γυμναστική και παιχνίδια. [...] Μια άλλη ομάδα πήγαινε στα μαγειρία και καθάριζε τα όσπρια του συσσιτίου μας. Η έξοδος από τους θαλάμους μας ήτανε μία ώρα το πρωί και μία ώρα το βράδυ. To τσιγάρο απαγορευόταν στο προαύλιο. Στο θάλαμο όμως μπορούσαμε να καπνίσουμε, όταν είχαμε τσιγάρα. Και επισκεπτήριο θα μας έδινε ο διοικητής μια φορά στον καθένα μας στο μήνα».
Λόγω της συνήθειας του Trepte να καληνυχτίζει τους κρατουμένους στα ελληνικά, τον αποκαλούσαν «Καληνύχτα». Η εσωτερική φρουρά του στρατοπέδου επί «Καληνύχτα» αποτελούνταν από οκτώ άνδρες. Ως διερμηνείς όρισε τους κρατουμένους Παναγιώτη Μαυρομάτη και Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Στις 21 Νοεμβρίου 1943 η Γκεστάπο συνέλαβε τους Trepte, Μαυρομάτη και Σουκατζίδη και τους φυλάκισε στις φυλακές Αβέρωφ. Ο λόγος της σύλληψης αυτής παραμένει αδιευκρίνιστος- πιθανόν σχετίζεται με κάποια κατάχρηση που έκανε ο Γερμανός διοικητής. Από τις 23 έως τις 28 Νοεμβρίου τη διοίκηση του στρατοπέδου ανέλαβε κάποιος λοχίας, ο οποίος χρησιμοποίησε ως διερμηνέα τον Δημήτρη Τουλούπα. Στις 29 Νοεμβρίου η διοίκηση πέρασε στα χέρια των S.S. και του διαβόητου ταγματάρχη Paul Radomski. Η ανάληψη της διοίκησης του χαϊδαριώτικου στρατόπεδου από τις δυνάμεις των S.S. οργανώθηκε από τον στρατηγό Stroop, o οποίος επισκέφτηκε την Αθήνα τον Σεπτέμβρη του 1943 και παρέμεινε για λίγες μόνο εβδομάδες. Στόχος του ήταν η καταγραφή, η σύλληψη και η αποστολή στην Πολωνία όλων των Ελλήνων Εβραίων. Επίσης, ο Stroop οργάνωσε στην Αθήνα την αστυνομία των S.S. με τα ειδικά δωμάτια των βασανιστηρίων και τα φρικτά απομονωτήρια.