Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Κατοχή - Εθνική Αντίσταση. Στρατόπεδο Χαϊδαρίου


Βασανιστήριο, ξυλογραφία της Βάσως Κατράκη (λεπτομέρεια)

Στα τέλη του 19ου αιώνα το Χαϊδάρι ηταν μια αραιοκατοικημένη εξοχική περιοχή. Η ίδρυση του Δρομοκαΐτειου Θεραπευτηρίου στη θέση Αγία Βαρβάρα Δαφνίου το 1887 αποτέλεσε την αιτία του σχηματισμού ενός υποτυπώδους οικισμού με πληθυσμό σαράντα ατόμων. To 1924 εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πενήντα τέσσερις οικογένειες προσφύγων από τη Μικρά Ασία και, αφού έλαβαν κλήρους γης από το ελληνικό κράτος, ίδρυσαν τον συνοικισμό Νέας Φώκαιας Χαϊδαρίου. Ο αρχικός πυρήνας του προσφυγικού συνοικισμού εντοπίζεται μεταξύ των οδών Στρατάρχου Καραϊσκάκη, Ν. Πλαστήρα, Δωδεκανήσου και Η. Βενέζη. Η ονομασία του οικισμού δόθηκε προς ανάμνησιν της Νέας Φώκαιας στη Μικρά Ασία, τόπο προέλευσης πολλών από τους πρόσφυγες που κατέφυγαν στο Χαϊδάρι. Επίσης, ορισμένοι ήταν από το Τσακμακλί, ενώ υπήρχαν και μερικοί από το Σερέκιοϊ, τη Μάκρη και το Αλή Αγά ή Άλαγα. Ο συνοικισμός άρχισε σταδιακά να αναπτύσσεται. To 1926 οι Νεοφωκαείς ίδρυσαν ναό αφιερωμένο στην Κοίμηση της θεοτόκου, καθώς και δημοτικό σχολείο. Παράλληλα, δημιουργήθηκε η Αγροτική Προσφυγική Ομάδα Νέων Φωκών με στόχο την προώθηση και την επίλυση των ποικίλων προβλημάτων των προσφύγων του Χαϊδαρίου, καθώς και ο Σύνδεσμος των εν Ελλάδι Νεοφωκαέων Προσφύγων το 1927, που οργάνωνε διάφορες εκδηλώσεις με τα ήθη και τα έθιμα της περιοχής καταγωγής των μελών του. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν και άλλοι πρόσφυγες από άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας, κυρίως Πόντιοι, οι οποίοι στη συνέχεια συγκρότησαν εθνικοτοπική κοινότητα και τον Σύλλογο Ποντίων Χαϊδαρίου, που λειτουργεί μέχρι σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1928 ο πληθυσμός του Χαϊδαρίου ανερχόταν σε 1.000 κατοίκους.
Η οικιστική ανάπτυξη της περιοχής είχε αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση του πληθυσμού των Χαϊδαριωτών. Η αύξηση αυτή, με τη σειρά της, προκάλεσε την απόσπαση της περιοχής από την Κοινότητα Αιγάλεω και την αναγόρευσή της σε αυτόνομη κοινότητα. To βασιλικό διάταγμα σχετικά με την ίδρυση της Κοινότητας Χαϊδαρίου εκδόθηκε στις 2 Απριλίου 1935. Πρώτος κοινοτάρχης ορίστηκε ο Π. Λυχναρόπουλος. To Χαϊδάρι συνέχισε να αναπτύσσεται ταχύτατα έως την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η περίοδος της γερμανικής κατοχής της πόλης των Αθηνών σχετίζεται άμεσα με το Χαϊδάρι, καθώς εδώ βρισκόταν το πιο μεγάλο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ελλάδα. To στρατόπεδο του Χαϊδαρίου ήταν στρατηγικής σημασίας για τους S.S., καθώς δεν ήταν απλώς ένας χώρος όπου κρατούνταν, βασανίζονταν και εκτελούνταν οι αντιστεκόμενοι αντιφρονούντες. Οι διαδόσεις σχετικά με τα βασανιστήρια και τα εγκλήματα που γίνονταν στο Χαϊδάρι αποτελούσαν ένα από τα βασικότερα μέσα τρομοκρατίας του λαού και συνακόλουθης καταστολής των εξεγέρσεων και της οποιασδήποτε αντιστασιακής δράσης. Πρωταρχικός, λοιπόν, σκοπός του στρατοπέδου ήταν να μετατραπεί σε «φόβητρο», σε έναν τρομακτικό θρύλο. Ο θέμος Κορνάρος, ένας από τους χιλιάδες κρατουμένους στο Χαϊδάρι, τονίζει:
«Η διαμονή στο Χαϊδάρι έπρεπε να έχει κάτι το αβέβαιο, το αόριστο, το διαρκώς επικίνδυνο. Να γίνει ο μπαμπούλας, φόβητρο, συνώνυμο με το Χάρο και να παραδοθείέτσι στη φαντασία του ευαίσθητου Λαού μας, που με τη δύναμη και τη γονιμότητά της το συμπλήρωνε, το τελειοποιουσε, και αυτόματα η δύναμη αυτή έμπαινε στην υπηρεσία του εχθρού.
»Το Χαϊδάρι ιδρύθηκε περισσότερο για τους έξω και λιγότερο για τους ίδιους τους κρατούμενους».
To στρατόπεδο καταλάμβανε έκταση 500 στρεμμάτων που εκτείνονται βόρεια της λεωφόρου Καβάλας, στους πρόποδες του όρους Ποικίλου (όρος Κασκαντάν). Ο χώρος αυτός εντοπίζεται μεταξύ των οικιστικών ιστών των δήμων Περιστερίου, Χαϊδαρίου και Πετρούπολης. Σήμερα στεγάζει τα στρατόπεδα εκπαίδευσης ΚΕΒΟΠ και ΚΕΔΒ και αποτελεί, λόγω της πυκνής βλάστησης, δασική περιοχή. Στις ακόλουθες ενότητες θα ξεδιπλώσουμε τις ματωμένες σελίδες της εποποιΐας του Χαϊδαρίου. Η διήγησή μας θα βασιστεί σχεδόν εξ ολοκλήρου σε πραγματικές μαρτυρίες κρατουμένων οι οποίοι κατάφεραν να επιβιώσουν στο ναζιστικό κολαστήριο. Στόχος μας είναι ο συνδυασμός της ολοκληρωμένης καταγραφής των ιστορικών γεγονότων με την ανάγλυφη απόδοση της αγωνιώδους και φρικιαστικής ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο στρατόπεδο.


Παρέλαση των επίλεκτων δυνάμεων της Βέρμαχτ μπροστά από το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη στις 3 Μαΐου 1941.


Βασανιστήριο, ξυλογραφία της Βάσως Κατράκη (λεπτομέρεια)

Στα τέλη του 19ου αιώνα το Χαϊδάρι ηταν μια αραιοκατοικημένη εξοχική περιοχή. Η ίδρυση του Δρομοκαΐτειου Θεραπευτηρίου στη θέση Αγία Βαρβάρα Δαφνίου το 1887 αποτέλεσε την αιτία του σχηματισμού ενός υποτυπώδους οικισμού με πληθυσμό σαράντα ατόμων. To 1924 εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πενήντα τέσσερις οικογένειες προσφύγων από τη Μικρά Ασία και, αφού έλαβαν κλήρους γης από το ελληνικό κράτος, ίδρυσαν τον συνοικισμό Νέας Φώκαιας Χαϊδαρίου. Ο αρχικός πυρήνας του προσφυγικού συνοικισμού εντοπίζεται μεταξύ των οδών Στρατάρχου Καραϊσκάκη, Ν. Πλαστήρα, Δωδεκανήσου και Η. Βενέζη. Η ονομασία του οικισμού δόθηκε προς ανάμνησιν της Νέας Φώκαιας στη Μικρά Ασία, τόπο προέλευσης πολλών από τους πρόσφυγες που κατέφυγαν στο Χαϊδάρι. Επίσης, ορισμένοι ήταν από το Τσακμακλί, ενώ υπήρχαν και μερικοί από το Σερέκιοϊ, τη Μάκρη και το Αλή Αγά ή Άλαγα. Ο συνοικισμός άρχισε σταδιακά να αναπτύσσεται. To 1926 οι Νεοφωκαείς ίδρυσαν ναό αφιερωμένο στην Κοίμηση της θεοτόκου, καθώς και δημοτικό σχολείο. Παράλληλα, δημιουργήθηκε η Αγροτική Προσφυγική Ομάδα Νέων Φωκών με στόχο την προώθηση και την επίλυση των ποικίλων προβλημάτων των προσφύγων του Χαϊδαρίου, καθώς και ο Σύνδεσμος των εν Ελλάδι Νεοφωκαέων Προσφύγων το 1927, που οργάνωνε διάφορες εκδηλώσεις με τα ήθη και τα έθιμα της περιοχής καταγωγής των μελών του. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν και άλλοι πρόσφυγες από άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας, κυρίως Πόντιοι, οι οποίοι στη συνέχεια συγκρότησαν εθνικοτοπική κοινότητα και τον Σύλλογο Ποντίων Χαϊδαρίου, που λειτουργεί μέχρι σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1928 ο πληθυσμός του Χαϊδαρίου ανερχόταν σε 1.000 κατοίκους.
Η οικιστική ανάπτυξη της περιοχής είχε αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση του πληθυσμού των Χαϊδαριωτών. Η αύξηση αυτή, με τη σειρά της, προκάλεσε την απόσπαση της περιοχής από την Κοινότητα Αιγάλεω και την αναγόρευσή της σε αυτόνομη κοινότητα. To βασιλικό διάταγμα σχετικά με την ίδρυση της Κοινότητας Χαϊδαρίου εκδόθηκε στις 2 Απριλίου 1935. Πρώτος κοινοτάρχης ορίστηκε ο Π. Λυχναρόπουλος. To Χαϊδάρι συνέχισε να αναπτύσσεται ταχύτατα έως την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η περίοδος της γερμανικής κατοχής της πόλης των Αθηνών σχετίζεται άμεσα με το Χαϊδάρι, καθώς εδώ βρισκόταν το πιο μεγάλο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ελλάδα. To στρατόπεδο του Χαϊδαρίου ήταν στρατηγικής σημασίας για τους S.S., καθώς δεν ήταν απλώς ένας χώρος όπου κρατούνταν, βασανίζονταν και εκτελούνταν οι αντιστεκόμενοι αντιφρονούντες. Οι διαδόσεις σχετικά με τα βασανιστήρια και τα εγκλήματα που γίνονταν στο Χαϊδάρι αποτελούσαν ένα από τα βασικότερα μέσα τρομοκρατίας του λαού και συνακόλουθης καταστολής των εξεγέρσεων και της οποιασδήποτε αντιστασιακής δράσης. Πρωταρχικός, λοιπόν, σκοπός του στρατοπέδου ήταν να μετατραπεί σε «φόβητρο», σε έναν τρομακτικό θρύλο. Ο θέμος Κορνάρος, ένας από τους χιλιάδες κρατουμένους στο Χαϊδάρι, τονίζει:
«Η διαμονή στο Χαϊδάρι έπρεπε να έχει κάτι το αβέβαιο, το αόριστο, το διαρκώς επικίνδυνο. Να γίνει ο μπαμπούλας, φόβητρο, συνώνυμο με το Χάρο και να παραδοθείέτσι στη φαντασία του ευαίσθητου Λαού μας, που με τη δύναμη και τη γονιμότητά της το συμπλήρωνε, το τελειοποιουσε, και αυτόματα η δύναμη αυτή έμπαινε στην υπηρεσία του εχθρού.
»Το Χαϊδάρι ιδρύθηκε περισσότερο για τους έξω και λιγότερο για τους ίδιους τους κρατούμενους».
To στρατόπεδο καταλάμβανε έκταση 500 στρεμμάτων που εκτείνονται βόρεια της λεωφόρου Καβάλας, στους πρόποδες του όρους Ποικίλου (όρος Κασκαντάν). Ο χώρος αυτός εντοπίζεται μεταξύ των οικιστικών ιστών των δήμων Περιστερίου, Χαϊδαρίου και Πετρούπολης. Σήμερα στεγάζει τα στρατόπεδα εκπαίδευσης ΚΕΒΟΠ και ΚΕΔΒ και αποτελεί, λόγω της πυκνής βλάστησης, δασική περιοχή. Στις ακόλουθες ενότητες θα ξεδιπλώσουμε τις ματωμένες σελίδες της εποποιΐας του Χαϊδαρίου. Η διήγησή μας θα βασιστεί σχεδόν εξ ολοκλήρου σε πραγματικές μαρτυρίες κρατουμένων οι οποίοι κατάφεραν να επιβιώσουν στο ναζιστικό κολαστήριο. Στόχος μας είναι ο συνδυασμός της ολοκληρωμένης καταγραφής των ιστορικών γεγονότων με την ανάγλυφη απόδοση της αγωνιώδους και φρικιαστικής ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο στρατόπεδο.


Παρέλαση των επίλεκτων δυνάμεων της Βέρμαχτ μπροστά από το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη στις 3 Μαΐου 1941.