Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Ο Νικόλαος Γύζης και οι τυχογραφίες στον ξενώνα της έπαυλης Παλατάκι

Ο Τήνιος Νικόλαος Γύζης ξεκίνησε τις σπουδές του στο Σχολείο των Τεχνών το 1854, δηλαδή τέσσερα χρόνια αργότερα από τον συμπατριώτη του Νικηφόρο Λύτρα, και σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών. Ο τελευταίος είδε το μεγάλο ταλέντο του νεαρού και τον πήρε υπό την προστασία και την καθοδήγησή του. Η φιλία τους, που ενδυναμώθηκε κατά τα χρόνια που έζησαν και δημιούργησαν μαζί στο Μόναχο και τα πολυάριθμα ταξίδια τους στη Μικρά Ασία και την Ευρώπη, κράτησε μέχρι τον θάνατο του Γύζη το 1901. Προκειμένου να βοηθήσει τον φίλο του, ο Λύτρας σύστησε τον Γύζη στον συμπατριώτη τους Νικόλαο Νάζο. Η γνωριμία αυτή εξελίχθηκε σε εγκάρδια φιλία, καθώς ο Νάζος δέχτηκε τον νεαρό ζωγράφο στην οικογένειά του σαν να ήταν πραγματικός του γιος. Ο δραστήριος τραπεζίτης φρόντισε, ώστε να χορηγηθεί στον Γύζη η υποτροφία του Ευαγούς Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στο Μόναχο. Ακολουθώντας τα βήματα του Λύτρα, ο οποίος βρισκόταν στο Μόναχο φοιτώντας στο εργαστήρι του μεγάλου Γερμανού ζωγράφου Karl von Piloty (1826-1886) από το 1860, ο Νικόλαος Γύζης έφυγε για τη Γερμανία το 1865. Τρία χρόνια αργότερα, έγινε δεκτός στην τάξη του Piloty. Η μαθητεία των δύο Τήνιων καλλιτεχνών στο εργαστήρι του βασικότερου εκπρόσωπου της ιστορικής ρεαλιστικής σχολής στη Γερμανία, χάρισε στη νεοελληνική τέχνη τους πρωταρχικούς θεμελιωτές της Σχολής του Μονάχου. Κατά το 1864, δηλαδή ένα έτος πριν ο Γύζης αναχωρήσει για το εξωτερικό, ο Νικόλαος Νάζος τού ανέθεσε να διακοσμήσει την τραπεζαρία του ξενώνα της έπαυλης Παλατάκι στο Χαϊδάρι. Ο εικοσιδυάχρονος τότε ζωγράφος κάλυψε τους τοίχους και την οροφή της αίθουσας με την παράσταση των Τεσσάρων Εποχών. Η τοιχογραφία μέσω οφθαλμαπάτης δημιουργεί την αίσθηση στους επισκέπτες ότι βρίσκονται σε υπαίθριο χώρο και περιβάλλονται από σιδερένια σκιάδα στεγασμένη με γυαλί. Στην οροφή και τους τοίχους έχουν απεικονιστεί περίτεχνα κιγκλιδώματα πλαισιωμένα από αναρριχώμενα φυτά, άνθη και πουλιά που κελαηδούν. Στο κέντρο κάθε τοίχου ο Γύζης φιλοτέχνησε από μία μορφή νεαρής γυναίκας. Αυτές οι τέσσερις κοπέλες συμβολίζουν τις τέσσερις εποχές του χρόνου. To τοπίο που περιβάλλει τη σκιάδα, ζωγραφισμένο με ανοικτά γαλάζια και πράσινα χρώματα, είναι ειδυλλιακό, με χαμηλούς λόφους, κοκοφοίνικες και ανθώνες. Σε διάφορα σημεία, μπορεί να δει κανείς αρχαιοπρεπή αγγεία, τα οποία ο ζωγράφος χρησιμοποίησε ως απλά διακοσμητικά θέματα.


Αριστερά ο Νικηφόρος Λύτρας ντυμένος Τούρκος. Δεξιά ο Νικηφόρος Λύτρας κα ο Νικόλαος Γύζης ντυμένοι Τούρκοι.


To Φθινόπωρο, λεπτομέρεια από την τοιχογραφία των Τεσσάρων Εποχών (νότιος τοίχος), που φιλοτέχνησε ο Νικόλαος Γύζης στον ξενώνα της έπαυλης Παλατάκι (φωτ. Σπ. Παναγιωτόπουλος).

Ο λόγιος Κίμων Μιχαηλίδης (1906-1952) μας άφησε μια γλαφυρή περιγραφή της τοιχογραφίας των Τεσσάρων Εποχών σε άρθρο που δημοσίευσε στο περιοδικό Παναθήναια, έντεκα χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου ζωγράφου:
«To Χαϊδάρι γνώρισε ενα άπό τά πρώτα έργα του ζωγράφου. Πάνω στους τοίχους μιάς καμάρας ισογείας είναι άκόμα, μισοχαλασμένες από τόν καιρό και την κακομεταχείρισι, τρεις είκόνες: ή Άνοιξη, τό Καλοκαίρι και τό Φθινόπωρο. Την τέταρτη, τόν Χειμώνα, την έθαψε τών ανθρώπων ή απονιά. Στη θέση της ενας φεγγίτης, με απορία ανοίγει πελώριο μάτι μπροστά στην ασέβεια. Ολόκληρη ή σύνθεσις είναι μία καγκελωτή σκιάδα. Στις κολώνες σκαρφαλώνουν αγριοτριανταφυλλιές, απλώνει τό αγιόκλιμα, ακουμπούν λουλουδια. Πάνω στους κλώνους τραγουδούν πουλιά, παίζουν πεταλούδες. Η ίδια λεπτη αίσθησις, ή ίδια ευγενική γραμμή. Αύτη που αργότερα θά μας πή τις ιστορίες που θόλωσαν τά παιδικά μας μάτια όταν τις ακούαμε από τά χείλη του παππού. Αυτή που χρόνια κατόπι, θά μάς αποκαλύψει ψυχές μοναδικές, έναν κόσμο φανταστικης εμορφιάς. 
»Σβυσμένη ή χάρη του χρώματος στις τρεις τοιχογραφίες. To έγλυψε ο χρόνος και ή υγρασία, και αποτελείωσε τό άπονο έργο τό χέρι τών άνθρώπων, Μά γύρω στη ζωγραφιά φέγγει ακόμα ή γραμμή, αυτή που πέρασε άϋλη μπροστά στά μάτια του τεχνίτη. Και θρυμματισμένη σέ χίλια κομμάτια, και τότε θά δείχνει την ύπαρξή μας, γιατί δεν εβγήκε από τό πινέλο, μά ξεπήδησε από μία ψυχή. Στην αρχή λιγώτερο, κατόπι μοναδικό γνώρισμα της τέχνης του. Έτσι τό φώς χύνεται από τά χίλια κομματάκια σπασμένου καθρέφτη».
Τα τελευταία χρόνια ο Δήμος Χαϊδαρίου προχώρησε στην αποκάλυψη, στερέωση και αποκατάσταση της τοιχογραφίας των Τεσσάρων Εποχών, σε συνδυασμό με τη συνολική αναστήλωση του οικοδομικού συγκροτήματος του ξενώνα. To έργο παρακολούθησε η Εφορία Νεώτερων Μνημείων. Σήμερα, η τοιχογραφημένη αίθουσα είναι επισκέψιμη από το κοινό, ενώ το υπόλοιπο κτήριο στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Αναλυτική αναφορά στις εργασίες αποκατάστασης των τοιχογραφιών και του κτηρίου του ξενώνα γίνεται στην επόμενη ενότητα. Μετά την ολοκλήρωση της τοιχογραφίας των Τεσσάρων Εποχών, ο Νικόλαος Γύζης έφυγε για το Μόναχο. Στο Χαϊδάρι, όμως, ξαναήρθε πολλές φορές, αφού ήταν ουσιαστικό μέλος της οικογένειας Νάζου. Ο δεσμός αυτός επικυρώθηκε με τον γάμο του καλλιτέχνη με την κόρη του Νικόλαου Νάζου, Αρτέμιδα, στις 24 Απριλίου 1877. Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Αμέσως μετά, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Παρ’ όλα αυτά, το δέσιμο του μεγάλου καλλιτέχνη με την περιοχή ήταν ισχυρό. Αυτό γίνεται προφανές στην αλληλογραφία του με τη σύζυγό του και τα μέλη της οικογένειάς της. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα γράφει στην Αρτέμιδα το φθινόπωρο του 1895, όταν είχε επισκεφτεί την Ελλάδα για δύο μήνες περίπου, ενώ εκείνη είχε μείνει με τα παιδιά τους στο Μόναχο. Η νοσταλγία που αποπνέουν οι επιστολές αυτές, αποσπάσματα των οποίων παρατίθενται παρακάτω, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ο Νικόλαος Νάζος είχε πεθάνει από το 1888. Επιπλέον, το κτήμα Χαϊδάρι δεν ανήκε πλέον στην οικογένεια Νάζου και είχε υποστεί σημαντική φθορά.


Η Άνοιξη (ανατολικός τοίχος), λεπτομέρειες από την τοιχογραφία των Τεσσάρων Εποχών, που φιλοτέχνησε ο Νικόλαος Γύζης στον ξενώνα της έπαυλης Παλατάκι (φωτ. Σπ. Παναγιωτόπουλος).


Το Καλοκαίρι (δυτικός τοίχος), λεπτομέρειες από την τοιχογραφία των Τεσσάρων Εποχών, που φιλοτέχνησε ο Νικόλαος Γύζης στον ξενώνα της έπαυλης Παλατάκι (φωτ. Σπ. Παναγιωτόπουλος).

«Όσον επλησιάζαμεν πρός τό Χαϊδάρι, τόσον και έσταζε ή καρδία μου, ώς επί τέλους επλημμύρισαν τά δάκρυα, εφθάσαμεν, έβλεπα παντου τόν Νάζον εμπρός, πλησίον μου, έβλεπα τους γονείς μου ισταμένους έξωθεν του κήπου την ώρα όταν εγώ νυμφίος τους αποχαιρέτησα διά παντός. Δεν γράφονται τι ησθάνθην συλλογιζόμενος τά όνειρα εκείνα και την τύχην όλων ημών και την του κτήματος. Ωραία, ωραιοτάτη ή φύσις, γλυκήτατον τό μέρος αυτό. Επεσκέφθημεν τό κτήμα, είδα την μεγάλην ακακίαν, την οποία είς τόν γάμον μας εφυτεύσαμεν, είδα όλα, άλλα μεγαλυτερα, άλλα ερημωμένα. Ματαιότης. Έφυγα συγκινημένος και εφθάσαμεν είς Δαφνί. Είδαμεν τά επισκευαζόμενα μωσαϊκά εις την εκκλησία και μετ' όλίγον αναχωρήσαμεν διά την θάλασσαν τής Ελευσίνος» (Σεπτέμβριος 1895).
«Επανείδαμεν τά ιερά αυτά μέρη του Χαϊδαρίου. Επήγαμεν εις τόν Άγιον Γεώργιον. Εδώ εσυγκινήθην έκ νέου. Τά πάντα είναι εγκαταλελειμμένα. To μικρό κλαδί, ώς και τό μικρό στεφάνι, έκ τών αμαράντων, τό όποίον ή Αρτεμίς μου έπλεξε και εκρέμασε διά μιάς μαβιάς ταινίας ευρίσκεται, μετά παρέλευσιν δεκαοκτών χρόνων, επί τής εικόνας του Αγίου Γεωργίου, όπως ετοποθετήθη παρ' αυτής την παραμονην τών γάμων μας» (Νοέμβριος 1895).

Ο Τήνιος Νικόλαος Γύζης ξεκίνησε τις σπουδές του στο Σχολείο των Τεχνών το 1854, δηλαδή τέσσερα χρόνια αργότερα από τον συμπατριώτη του Νικηφόρο Λύτρα, και σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών. Ο τελευταίος είδε το μεγάλο ταλέντο του νεαρού και τον πήρε υπό την προστασία και την καθοδήγησή του. Η φιλία τους, που ενδυναμώθηκε κατά τα χρόνια που έζησαν και δημιούργησαν μαζί στο Μόναχο και τα πολυάριθμα ταξίδια τους στη Μικρά Ασία και την Ευρώπη, κράτησε μέχρι τον θάνατο του Γύζη το 1901. Προκειμένου να βοηθήσει τον φίλο του, ο Λύτρας σύστησε τον Γύζη στον συμπατριώτη τους Νικόλαο Νάζο. Η γνωριμία αυτή εξελίχθηκε σε εγκάρδια φιλία, καθώς ο Νάζος δέχτηκε τον νεαρό ζωγράφο στην οικογένειά του σαν να ήταν πραγματικός του γιος. Ο δραστήριος τραπεζίτης φρόντισε, ώστε να χορηγηθεί στον Γύζη η υποτροφία του Ευαγούς Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στο Μόναχο. Ακολουθώντας τα βήματα του Λύτρα, ο οποίος βρισκόταν στο Μόναχο φοιτώντας στο εργαστήρι του μεγάλου Γερμανού ζωγράφου Karl von Piloty (1826-1886) από το 1860, ο Νικόλαος Γύζης έφυγε για τη Γερμανία το 1865. Τρία χρόνια αργότερα, έγινε δεκτός στην τάξη του Piloty. Η μαθητεία των δύο Τήνιων καλλιτεχνών στο εργαστήρι του βασικότερου εκπρόσωπου της ιστορικής ρεαλιστικής σχολής στη Γερμανία, χάρισε στη νεοελληνική τέχνη τους πρωταρχικούς θεμελιωτές της Σχολής του Μονάχου. Κατά το 1864, δηλαδή ένα έτος πριν ο Γύζης αναχωρήσει για το εξωτερικό, ο Νικόλαος Νάζος τού ανέθεσε να διακοσμήσει την τραπεζαρία του ξενώνα της έπαυλης Παλατάκι στο Χαϊδάρι. Ο εικοσιδυάχρονος τότε ζωγράφος κάλυψε τους τοίχους και την οροφή της αίθουσας με την παράσταση των Τεσσάρων Εποχών. Η τοιχογραφία μέσω οφθαλμαπάτης δημιουργεί την αίσθηση στους επισκέπτες ότι βρίσκονται σε υπαίθριο χώρο και περιβάλλονται από σιδερένια σκιάδα στεγασμένη με γυαλί. Στην οροφή και τους τοίχους έχουν απεικονιστεί περίτεχνα κιγκλιδώματα πλαισιωμένα από αναρριχώμενα φυτά, άνθη και πουλιά που κελαηδούν. Στο κέντρο κάθε τοίχου ο Γύζης φιλοτέχνησε από μία μορφή νεαρής γυναίκας. Αυτές οι τέσσερις κοπέλες συμβολίζουν τις τέσσερις εποχές του χρόνου. To τοπίο που περιβάλλει τη σκιάδα, ζωγραφισμένο με ανοικτά γαλάζια και πράσινα χρώματα, είναι ειδυλλιακό, με χαμηλούς λόφους, κοκοφοίνικες και ανθώνες. Σε διάφορα σημεία, μπορεί να δει κανείς αρχαιοπρεπή αγγεία, τα οποία ο ζωγράφος χρησιμοποίησε ως απλά διακοσμητικά θέματα.


Αριστερά ο Νικηφόρος Λύτρας ντυμένος Τούρκος. Δεξιά ο Νικηφόρος Λύτρας κα ο Νικόλαος Γύζης ντυμένοι Τούρκοι.


To Φθινόπωρο, λεπτομέρεια από την τοιχογραφία των Τεσσάρων Εποχών (νότιος τοίχος), που φιλοτέχνησε ο Νικόλαος Γύζης στον ξενώνα της έπαυλης Παλατάκι (φωτ. Σπ. Παναγιωτόπουλος).

Ο λόγιος Κίμων Μιχαηλίδης (1906-1952) μας άφησε μια γλαφυρή περιγραφή της τοιχογραφίας των Τεσσάρων Εποχών σε άρθρο που δημοσίευσε στο περιοδικό Παναθήναια, έντεκα χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου ζωγράφου:
«To Χαϊδάρι γνώρισε ενα άπό τά πρώτα έργα του ζωγράφου. Πάνω στους τοίχους μιάς καμάρας ισογείας είναι άκόμα, μισοχαλασμένες από τόν καιρό και την κακομεταχείρισι, τρεις είκόνες: ή Άνοιξη, τό Καλοκαίρι και τό Φθινόπωρο. Την τέταρτη, τόν Χειμώνα, την έθαψε τών ανθρώπων ή απονιά. Στη θέση της ενας φεγγίτης, με απορία ανοίγει πελώριο μάτι μπροστά στην ασέβεια. Ολόκληρη ή σύνθεσις είναι μία καγκελωτή σκιάδα. Στις κολώνες σκαρφαλώνουν αγριοτριανταφυλλιές, απλώνει τό αγιόκλιμα, ακουμπούν λουλουδια. Πάνω στους κλώνους τραγουδούν πουλιά, παίζουν πεταλούδες. Η ίδια λεπτη αίσθησις, ή ίδια ευγενική γραμμή. Αύτη που αργότερα θά μας πή τις ιστορίες που θόλωσαν τά παιδικά μας μάτια όταν τις ακούαμε από τά χείλη του παππού. Αυτή που χρόνια κατόπι, θά μάς αποκαλύψει ψυχές μοναδικές, έναν κόσμο φανταστικης εμορφιάς. 
»Σβυσμένη ή χάρη του χρώματος στις τρεις τοιχογραφίες. To έγλυψε ο χρόνος και ή υγρασία, και αποτελείωσε τό άπονο έργο τό χέρι τών άνθρώπων, Μά γύρω στη ζωγραφιά φέγγει ακόμα ή γραμμή, αυτή που πέρασε άϋλη μπροστά στά μάτια του τεχνίτη. Και θρυμματισμένη σέ χίλια κομμάτια, και τότε θά δείχνει την ύπαρξή μας, γιατί δεν εβγήκε από τό πινέλο, μά ξεπήδησε από μία ψυχή. Στην αρχή λιγώτερο, κατόπι μοναδικό γνώρισμα της τέχνης του. Έτσι τό φώς χύνεται από τά χίλια κομματάκια σπασμένου καθρέφτη».
Τα τελευταία χρόνια ο Δήμος Χαϊδαρίου προχώρησε στην αποκάλυψη, στερέωση και αποκατάσταση της τοιχογραφίας των Τεσσάρων Εποχών, σε συνδυασμό με τη συνολική αναστήλωση του οικοδομικού συγκροτήματος του ξενώνα. To έργο παρακολούθησε η Εφορία Νεώτερων Μνημείων. Σήμερα, η τοιχογραφημένη αίθουσα είναι επισκέψιμη από το κοινό, ενώ το υπόλοιπο κτήριο στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Αναλυτική αναφορά στις εργασίες αποκατάστασης των τοιχογραφιών και του κτηρίου του ξενώνα γίνεται στην επόμενη ενότητα. Μετά την ολοκλήρωση της τοιχογραφίας των Τεσσάρων Εποχών, ο Νικόλαος Γύζης έφυγε για το Μόναχο. Στο Χαϊδάρι, όμως, ξαναήρθε πολλές φορές, αφού ήταν ουσιαστικό μέλος της οικογένειας Νάζου. Ο δεσμός αυτός επικυρώθηκε με τον γάμο του καλλιτέχνη με την κόρη του Νικόλαου Νάζου, Αρτέμιδα, στις 24 Απριλίου 1877. Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Αμέσως μετά, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Παρ’ όλα αυτά, το δέσιμο του μεγάλου καλλιτέχνη με την περιοχή ήταν ισχυρό. Αυτό γίνεται προφανές στην αλληλογραφία του με τη σύζυγό του και τα μέλη της οικογένειάς της. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα γράφει στην Αρτέμιδα το φθινόπωρο του 1895, όταν είχε επισκεφτεί την Ελλάδα για δύο μήνες περίπου, ενώ εκείνη είχε μείνει με τα παιδιά τους στο Μόναχο. Η νοσταλγία που αποπνέουν οι επιστολές αυτές, αποσπάσματα των οποίων παρατίθενται παρακάτω, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ο Νικόλαος Νάζος είχε πεθάνει από το 1888. Επιπλέον, το κτήμα Χαϊδάρι δεν ανήκε πλέον στην οικογένεια Νάζου και είχε υποστεί σημαντική φθορά.


Η Άνοιξη (ανατολικός τοίχος), λεπτομέρειες από την τοιχογραφία των Τεσσάρων Εποχών, που φιλοτέχνησε ο Νικόλαος Γύζης στον ξενώνα της έπαυλης Παλατάκι (φωτ. Σπ. Παναγιωτόπουλος).


Το Καλοκαίρι (δυτικός τοίχος), λεπτομέρειες από την τοιχογραφία των Τεσσάρων Εποχών, που φιλοτέχνησε ο Νικόλαος Γύζης στον ξενώνα της έπαυλης Παλατάκι (φωτ. Σπ. Παναγιωτόπουλος).

«Όσον επλησιάζαμεν πρός τό Χαϊδάρι, τόσον και έσταζε ή καρδία μου, ώς επί τέλους επλημμύρισαν τά δάκρυα, εφθάσαμεν, έβλεπα παντου τόν Νάζον εμπρός, πλησίον μου, έβλεπα τους γονείς μου ισταμένους έξωθεν του κήπου την ώρα όταν εγώ νυμφίος τους αποχαιρέτησα διά παντός. Δεν γράφονται τι ησθάνθην συλλογιζόμενος τά όνειρα εκείνα και την τύχην όλων ημών και την του κτήματος. Ωραία, ωραιοτάτη ή φύσις, γλυκήτατον τό μέρος αυτό. Επεσκέφθημεν τό κτήμα, είδα την μεγάλην ακακίαν, την οποία είς τόν γάμον μας εφυτεύσαμεν, είδα όλα, άλλα μεγαλυτερα, άλλα ερημωμένα. Ματαιότης. Έφυγα συγκινημένος και εφθάσαμεν είς Δαφνί. Είδαμεν τά επισκευαζόμενα μωσαϊκά εις την εκκλησία και μετ' όλίγον αναχωρήσαμεν διά την θάλασσαν τής Ελευσίνος» (Σεπτέμβριος 1895).
«Επανείδαμεν τά ιερά αυτά μέρη του Χαϊδαρίου. Επήγαμεν εις τόν Άγιον Γεώργιον. Εδώ εσυγκινήθην έκ νέου. Τά πάντα είναι εγκαταλελειμμένα. To μικρό κλαδί, ώς και τό μικρό στεφάνι, έκ τών αμαράντων, τό όποίον ή Αρτεμίς μου έπλεξε και εκρέμασε διά μιάς μαβιάς ταινίας ευρίσκεται, μετά παρέλευσιν δεκαοκτών χρόνων, επί τής εικόνας του Αγίου Γεωργίου, όπως ετοποθετήθη παρ' αυτής την παραμονην τών γάμων μας» (Νοέμβριος 1895).