Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Ο Νικηφόρος Λύτρας και ο Νικόλαος Γύζης

Ο Νικηφόρος Λύτρας ήρθε από την πατρίδα του, την Τήνο, στην Αθήνα σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, προκειμένου να σπουδάσει ζωγραφική στο Σχολείο των Τεχνών. Δάσκαλοί του ήταν οι αδελφοί Φίλιππος (1810-1892) και Γεώργιος Μαργαρίτης (1814-1884), ο Ιταλός Rafaello Ceccoli, o μοναχός Αγαθάγγελος Τριανταφύλλου και ο Βαβαρός Ludwig Thiersch (1825-1909). Η φοίτηση του Λύτρα στο Σχολείο των Τεχνών τοποθετείται χρονικά στο διάστημα 1850-1856. To μεγάλο ταλέντο του νεαρού Τήνιου εντυπωσίασε τόσο τους δασκάλους του, ώστε ο Thiersch τον επέλεξε ως βοηθό στην αγιογράφηση της Σωτείρας Λυκοδήμου, γνωστής και ως Ρώσικης Εκκλησίας, κατά το διάστημα 1853-1855. Εν τω μεταξύ, ο Λύτρας είχε γνωριστεί με τον ευκατάστατο συμπατριώτη του Νικόλαο Νάζο, ο οποίος ανέλαβε τον ρόλο χορηγού του καλλιτέχνη. Επιπλέον, του ζήτησε να διακοσμήσει το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στο κτήμα Χαϊδάρι. Η τέχνη του Thiersch, o οποίος ήταν μαθητής των «Ναζαρηνών» Julius Schnorr von Karolsfeld (1794-1892) και Heinrich Hess (1798-1855) στην Ακαδημία του Μονάχου, είχε θρησκευτικό χαρακτήρα και στόχος του ήταν να αναμορφώσει την αγιογραφία με βάση τους κανόνες της δυτικής ζωγραφικής. Μάλιστα, αναφέρεται ότι ένας από τους λόγους που τον ώθησαν στην Ελλάδα ήταν το ενδιαφέρον του να μελετήσει τα βυζαντινά ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες. Στις παραστάσεις που κοσμούν το εσωτερικό του ναού της Σωτείρας Λυκοδήμου μπορεί κανείς να δει τον συνδυασμό στοιχείων της βυζαντινής εικονογραφίας και αισθητικής, όπως του χρυσού βάθους και των εικονογραφικών τύπων των θρησκευτικών παραστάσεων, με τις αρχές και την τεχνική της δυτικής ζωγραφικής, όπως προοπτική, φωτοσκίαση, ελαιοχρώματα κ.λπ. Η βαθιά επίδραση που δέχθηκε ο Λύτρας από τον Thiersch κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους στη Ρώσικη Εκκλησία, είναι ιδιαίτερα εμφανής στις τοιχογραφίες που φιλοτέχνησε ο ζωγράφος στον μικρό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Χαϊδάρι. Στην περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνοτροπίας που διδάχθηκε από τον δάσκαλό του συνέβαλε και η εντατική μελέτη των λαμπρών ψηφιδωτών στα καθολικά της μονών του Όσιου Λουκά στη Φωκίδα και του Δαφνίου.

 

 

 

 

 

 

 
Ο Τήνιος Νικόλαος Γύζης (1842-1901) σπούδασε αρχικά στο Σχολείο των Τεχνών στην Αθήνα και ακολούθως στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Μόναχο, με τη σύζυγό του Αρτέμιδα Νάζου και τα πέντε τους παιδιά. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους στην Ελλάδα αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αιώνα, και συγκεκριμένα του εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως Σχολή του Μονάχου. Από το 1870 έως το 1900 συμμετείχε και βραβεύτηκε σε πολλές ελληνικές και ευρωπαϊκές εκθέσεις. To 1880 ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα. Πέθανε στο Μόναχο το 19271 από λευχαιμία.

Ο Νικηφόρος Λύτρας ήρθε από την πατρίδα του, την Τήνο, στην Αθήνα σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, προκειμένου να σπουδάσει ζωγραφική στο Σχολείο των Τεχνών. Δάσκαλοί του ήταν οι αδελφοί Φίλιππος (1810-1892) και Γεώργιος Μαργαρίτης (1814-1884), ο Ιταλός Rafaello Ceccoli, o μοναχός Αγαθάγγελος Τριανταφύλλου και ο Βαβαρός Ludwig Thiersch (1825-1909). Η φοίτηση του Λύτρα στο Σχολείο των Τεχνών τοποθετείται χρονικά στο διάστημα 1850-1856. To μεγάλο ταλέντο του νεαρού Τήνιου εντυπωσίασε τόσο τους δασκάλους του, ώστε ο Thiersch τον επέλεξε ως βοηθό στην αγιογράφηση της Σωτείρας Λυκοδήμου, γνωστής και ως Ρώσικης Εκκλησίας, κατά το διάστημα 1853-1855. Εν τω μεταξύ, ο Λύτρας είχε γνωριστεί με τον ευκατάστατο συμπατριώτη του Νικόλαο Νάζο, ο οποίος ανέλαβε τον ρόλο χορηγού του καλλιτέχνη. Επιπλέον, του ζήτησε να διακοσμήσει το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στο κτήμα Χαϊδάρι. Η τέχνη του Thiersch, o οποίος ήταν μαθητής των «Ναζαρηνών» Julius Schnorr von Karolsfeld (1794-1892) και Heinrich Hess (1798-1855) στην Ακαδημία του Μονάχου, είχε θρησκευτικό χαρακτήρα και στόχος του ήταν να αναμορφώσει την αγιογραφία με βάση τους κανόνες της δυτικής ζωγραφικής. Μάλιστα, αναφέρεται ότι ένας από τους λόγους που τον ώθησαν στην Ελλάδα ήταν το ενδιαφέρον του να μελετήσει τα βυζαντινά ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες. Στις παραστάσεις που κοσμούν το εσωτερικό του ναού της Σωτείρας Λυκοδήμου μπορεί κανείς να δει τον συνδυασμό στοιχείων της βυζαντινής εικονογραφίας και αισθητικής, όπως του χρυσού βάθους και των εικονογραφικών τύπων των θρησκευτικών παραστάσεων, με τις αρχές και την τεχνική της δυτικής ζωγραφικής, όπως προοπτική, φωτοσκίαση, ελαιοχρώματα κ.λπ. Η βαθιά επίδραση που δέχθηκε ο Λύτρας από τον Thiersch κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους στη Ρώσικη Εκκλησία, είναι ιδιαίτερα εμφανής στις τοιχογραφίες που φιλοτέχνησε ο ζωγράφος στον μικρό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Χαϊδάρι. Στην περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνοτροπίας που διδάχθηκε από τον δάσκαλό του συνέβαλε και η εντατική μελέτη των λαμπρών ψηφιδωτών στα καθολικά της μονών του Όσιου Λουκά στη Φωκίδα και του Δαφνίου.

 

 

 

 

 

 

 
Ο Τήνιος Νικόλαος Γύζης (1842-1901) σπούδασε αρχικά στο Σχολείο των Τεχνών στην Αθήνα και ακολούθως στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Μόναχο, με τη σύζυγό του Αρτέμιδα Νάζου και τα πέντε τους παιδιά. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους στην Ελλάδα αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αιώνα, και συγκεκριμένα του εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως Σχολή του Μονάχου. Από το 1870 έως το 1900 συμμετείχε και βραβεύτηκε σε πολλές ελληνικές και ευρωπαϊκές εκθέσεις. To 1880 ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα. Πέθανε στο Μόναχο το 19271 από λευχαιμία.