Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Η μάχη στο Δαφνί (21Μαρτίου 1827)

Στο πλαίσιο των επιχειρήσεων γύρω από την Αθήνα δόθηκε και μία μάχη στον ελαιώνα μπροστά από τη μονή Δαφνίου. Την προκάλεσε ο Καραϊσκάκης και επέλεξε το παραπάνω σημείο, προκειμένου η μάχη να είναι ορατή από την Ακρόπολη και να εμψυχώσει τους πολιορκημένους.
Στην επιχείρηση αυτή συμμετείχαν και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης (1805-1868), ο Χρήστος Σισίνης και οι άλλοι οπλαρχηγοί που είχε στείλει ο Κολοκοτρώνης από την Πελοπόννησο, για να ενισχύσει το στρατόπεδο της Αθήνας. Ο Γενναίος θυμάται πόσο μεγάλη ήταν η ανάγκη να δοθεί κουράγιο σε αυτούς που βρίσκονταν κλεισμένοι τόσους μήνες στο κάστρο των Αθηνών:
«Καθώς άνω είπομεν, ότι έγραφαν καθημερινώς από τό φρούριον, φέροντες την απελπισίαν, απεφάσισεν ο Καραϊσκάκης νά υπάγη με την καβελαρίαν έως πλησίον τής ακροπόλεως κατά του Δαφνιού, διά νά δώση νά εννοήσουν οί εντός του φρουρίου, ότι θέλει προσπαθήσει ογλήγορα νά λύση την πολιορκίαν και διά νά εμψυχωθουν».
Έτσι, ο Καραϊσκάκης ξεκίνησε με εκατόν σαράντα ιππείς και μικρή δύναμη πεζικού με επικεφαλής τον Βασίλειο Μπούσγο. Όταν έφτασε στο Δαφνί εξασφάλισε τους πεζούς τοποθετώντας τους μπροστά σε στενό πέρασμα, που θα τους επέτρεπε να οπισθοχωρήσουν αν χρειαζόταν. To ιππικό μπήκε με τον Καραϊσκάκη στον ελαιώνα. Όμως, ο δόλιος Κιουταχής με το στράτευμά του, πεζικό και ιππικό, περίμεναν κρυμμένοι πίσω από τους γύρω λόφους.
«Ο Κιουτάγιας με ένα αρκετόν σώμα ιππέων και πεζών είχεν έλθει διά νυκτός και ενέδρευε όπισθεν τών λόφων τών οχυρωμάτων τών Τουρκων, όπου ήτον απέναντι του οχυρώματος του Μετοχίου [τό στρατόπεδο του Κερατσινίου] και φαίνεται νά είχε σκοπό νά πέση αίφνις εις τό ρηθέν οχύρωμα του Μετοχίου ή αγνοείται διά άλλην αιτία».
Η τουρκική επίθεση ήταν αιφνιδιαστική τόσο για την ιππική όσο και για την πεζική δύναμη των Ελλήνων:
«Αίφνης βλέπει ό Καραϊσκάκης και ορμούν οι καβελαραίοι και πεζοί εναντίον των εκατόν σαράντα ιππέων και μέρος εναντίον του στενώματος, όπου κατείχεν ο Βασίλειος Μπούσγος, όπου τον έτρεψαν εύθυς εις φυγήν και έλαβαν την θέσιν οι Τούρκοι. Βλέποντες τό πλήθος των Τούρκων και την ορμήν οπισθοδρόμησαν και η καβελαρία κατά το μέρος του στενού, διά να διέβουν το μέρος του Κερατζινίου. Αλλ’ ώς άνω είπομεν πιασμένον το στενόν από τους πεζους Τούρκους, και από το άλλο μέρος η καβελαρία ενώθησαν Τούρκοι και Έλληνες και δεν διέκρινε τις ποίος ήτον Τούρκος και ποίος ο Έλλην, μάλιστα η καβελαρία του Χατζή Μιχάλη όπου εφορούσαν σχεδόν οι περισσότεροι τα ίδια
με τα των Τούρκων. Βλέποντας αυτό ο Καραϊσκάκης εφώναξεν "όχι με όπλα, Έλληνες, αλλά με ξίφη", διότι ο λόγος του ήτον ρίχνοντας εις τον Τούρκον έπαιρνε τονΈλληνα».
Η ελληνική δύναμη βρέθηκε ξαφνικά εντελώς αποκομμένη από το στρατόπεδο του Κερατσινίου. Η μάχη που ακολούθησε δόθηκε σώμα με σώμα και ήταν ιδιαίτερα σκληρή:
«Εις την αυτήν κατάστασιν εμάχοντο και αντεμάχοντο οι Έλληνες και Τούρκοι, ώσπου διέβησαν το στενόν οι Έλληνες και πάλιν ώρμησαν εναντίον των Τούρκων, όπου έφθασαν και βοήθειαν από τα οχυρώματα του Μετοχίου όσοι δεν είχαν θέσεις, όπου η μάχη έγινε γενικωτέρα και επολεμούσαν οι Έλληνες και Τούρκοι μεταξυ εις το στενόν, χωρις ούτε το ένα μέρος να νικήση ούτε το άλλο, αλλ’ εξακολουθούσεν με μεγάλον πείσμα αδιακόπως και από τα δύο μέρη ο πολεμος».
Όταν η μάχη είχε φτάσει στο απόγειό της εμφανίστηκε η Τουρκάλα προστατευόμενη του Καραϊσκάκη. Μέσα στον πολεμικό ορυμαγδό ο μερακλής και γενναίος στρατηγός τής ζήτησε να ανάψει φωτιά και να του ψήσει καφέ! «Αίφνης βλέπομεν και έρχεται μία γυναίκα Οθωμανίδα καταγόμενη από το Φανάρι, όπου την είχε πάντοτε ο Καραϊσκάκης με ενδύματα ανδρικά και με όπλα, λέγοντας του Καραϊσκάκη τι τους φυλάτε τους Τούρκους, ο δε Καραϊσκάκης την διέταξεν αμέσως να ανάψη φωτιάν να ψήση καφέν. Ηθέλησε να δείξη με τούτο ότι εις πόλεμον δεν ταράτετται, αλλά ψένων καφε πίνει και πολεμών».
ΟιΈλληνες κατάφεραν να απαγκιστρωθούν και να υποχωρήσουν έπειτα από τρεις ώρες:
«Όπου μετά τριών ωρών σχεδόν πόλεμον εχωρίσθησαν οι μεν Έλληνες διά τα ζοχυρώματα τους, οι δε Τούρκοι διά τα Πατήσια, όπου είχαν το γενικόν στρατόπεδον. Εις την αυτην μάχην εφονεύθησαν αρκετοι Τούρκοι πεζοι και καβελαραίοι, από δε τους Έλληνας δεκαεννέα σκοτωμένοι και λαβωμένοι, εις των οποίων ήτον ο τυμπανιστης ή τουμπελιστης της καβελαρίας του Χατζη Μιχάλη και δεκαέξι άλογα σκοτωμένα και πληγωμένα. Ήτον ημέρα των Βαΐων».

Στο πλαίσιο των επιχειρήσεων γύρω από την Αθήνα δόθηκε και μία μάχη στον ελαιώνα μπροστά από τη μονή Δαφνίου. Την προκάλεσε ο Καραϊσκάκης και επέλεξε το παραπάνω σημείο, προκειμένου η μάχη να είναι ορατή από την Ακρόπολη και να εμψυχώσει τους πολιορκημένους.
Στην επιχείρηση αυτή συμμετείχαν και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης (1805-1868), ο Χρήστος Σισίνης και οι άλλοι οπλαρχηγοί που είχε στείλει ο Κολοκοτρώνης από την Πελοπόννησο, για να ενισχύσει το στρατόπεδο της Αθήνας. Ο Γενναίος θυμάται πόσο μεγάλη ήταν η ανάγκη να δοθεί κουράγιο σε αυτούς που βρίσκονταν κλεισμένοι τόσους μήνες στο κάστρο των Αθηνών:
«Καθώς άνω είπομεν, ότι έγραφαν καθημερινώς από τό φρούριον, φέροντες την απελπισίαν, απεφάσισεν ο Καραϊσκάκης νά υπάγη με την καβελαρίαν έως πλησίον τής ακροπόλεως κατά του Δαφνιού, διά νά δώση νά εννοήσουν οί εντός του φρουρίου, ότι θέλει προσπαθήσει ογλήγορα νά λύση την πολιορκίαν και διά νά εμψυχωθουν».
Έτσι, ο Καραϊσκάκης ξεκίνησε με εκατόν σαράντα ιππείς και μικρή δύναμη πεζικού με επικεφαλής τον Βασίλειο Μπούσγο. Όταν έφτασε στο Δαφνί εξασφάλισε τους πεζούς τοποθετώντας τους μπροστά σε στενό πέρασμα, που θα τους επέτρεπε να οπισθοχωρήσουν αν χρειαζόταν. To ιππικό μπήκε με τον Καραϊσκάκη στον ελαιώνα. Όμως, ο δόλιος Κιουταχής με το στράτευμά του, πεζικό και ιππικό, περίμεναν κρυμμένοι πίσω από τους γύρω λόφους.
«Ο Κιουτάγιας με ένα αρκετόν σώμα ιππέων και πεζών είχεν έλθει διά νυκτός και ενέδρευε όπισθεν τών λόφων τών οχυρωμάτων τών Τουρκων, όπου ήτον απέναντι του οχυρώματος του Μετοχίου [τό στρατόπεδο του Κερατσινίου] και φαίνεται νά είχε σκοπό νά πέση αίφνις εις τό ρηθέν οχύρωμα του Μετοχίου ή αγνοείται διά άλλην αιτία».
Η τουρκική επίθεση ήταν αιφνιδιαστική τόσο για την ιππική όσο και για την πεζική δύναμη των Ελλήνων:
«Αίφνης βλέπει ό Καραϊσκάκης και ορμούν οι καβελαραίοι και πεζοί εναντίον των εκατόν σαράντα ιππέων και μέρος εναντίον του στενώματος, όπου κατείχεν ο Βασίλειος Μπούσγος, όπου τον έτρεψαν εύθυς εις φυγήν και έλαβαν την θέσιν οι Τούρκοι. Βλέποντες τό πλήθος των Τούρκων και την ορμήν οπισθοδρόμησαν και η καβελαρία κατά το μέρος του στενού, διά να διέβουν το μέρος του Κερατζινίου. Αλλ’ ώς άνω είπομεν πιασμένον το στενόν από τους πεζους Τούρκους, και από το άλλο μέρος η καβελαρία ενώθησαν Τούρκοι και Έλληνες και δεν διέκρινε τις ποίος ήτον Τούρκος και ποίος ο Έλλην, μάλιστα η καβελαρία του Χατζή Μιχάλη όπου εφορούσαν σχεδόν οι περισσότεροι τα ίδια
με τα των Τούρκων. Βλέποντας αυτό ο Καραϊσκάκης εφώναξεν "όχι με όπλα, Έλληνες, αλλά με ξίφη", διότι ο λόγος του ήτον ρίχνοντας εις τον Τούρκον έπαιρνε τονΈλληνα».
Η ελληνική δύναμη βρέθηκε ξαφνικά εντελώς αποκομμένη από το στρατόπεδο του Κερατσινίου. Η μάχη που ακολούθησε δόθηκε σώμα με σώμα και ήταν ιδιαίτερα σκληρή:
«Εις την αυτήν κατάστασιν εμάχοντο και αντεμάχοντο οι Έλληνες και Τούρκοι, ώσπου διέβησαν το στενόν οι Έλληνες και πάλιν ώρμησαν εναντίον των Τούρκων, όπου έφθασαν και βοήθειαν από τα οχυρώματα του Μετοχίου όσοι δεν είχαν θέσεις, όπου η μάχη έγινε γενικωτέρα και επολεμούσαν οι Έλληνες και Τούρκοι μεταξυ εις το στενόν, χωρις ούτε το ένα μέρος να νικήση ούτε το άλλο, αλλ’ εξακολουθούσεν με μεγάλον πείσμα αδιακόπως και από τα δύο μέρη ο πολεμος».
Όταν η μάχη είχε φτάσει στο απόγειό της εμφανίστηκε η Τουρκάλα προστατευόμενη του Καραϊσκάκη. Μέσα στον πολεμικό ορυμαγδό ο μερακλής και γενναίος στρατηγός τής ζήτησε να ανάψει φωτιά και να του ψήσει καφέ! «Αίφνης βλέπομεν και έρχεται μία γυναίκα Οθωμανίδα καταγόμενη από το Φανάρι, όπου την είχε πάντοτε ο Καραϊσκάκης με ενδύματα ανδρικά και με όπλα, λέγοντας του Καραϊσκάκη τι τους φυλάτε τους Τούρκους, ο δε Καραϊσκάκης την διέταξεν αμέσως να ανάψη φωτιάν να ψήση καφέν. Ηθέλησε να δείξη με τούτο ότι εις πόλεμον δεν ταράτετται, αλλά ψένων καφε πίνει και πολεμών».
ΟιΈλληνες κατάφεραν να απαγκιστρωθούν και να υποχωρήσουν έπειτα από τρεις ώρες:
«Όπου μετά τριών ωρών σχεδόν πόλεμον εχωρίσθησαν οι μεν Έλληνες διά τα ζοχυρώματα τους, οι δε Τούρκοι διά τα Πατήσια, όπου είχαν το γενικόν στρατόπεδον. Εις την αυτην μάχην εφονεύθησαν αρκετοι Τούρκοι πεζοι και καβελαραίοι, από δε τους Έλληνας δεκαεννέα σκοτωμένοι και λαβωμένοι, εις των οποίων ήτον ο τυμπανιστης ή τουμπελιστης της καβελαρίας του Χατζη Μιχάλη και δεκαέξι άλογα σκοτωμένα και πληγωμένα. Ήτον ημέρα των Βαΐων».