Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Οι εξελίξεις μετά το Χαϊδάρι και μέχρι τη μάχη στον Ανάλατο

Κατά τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1826 ο Κιουταχής έσφιξε τον κλοιό γύρω από την Ακρόπολη και με αλλεπάλληλες επιθέσεις και κατασκευές ορυγμάτων κάτω από αυτήν προσπαθούσε να την αλώσει. Οι πολιορκημένοι κρατούσαν σθεναρά τις θέσεις τους με αντεπιθέσεις και ανατινάξεις υπονόμων. Σε αυτές τις επιχειρήσεις διακρίθηκαν ο Μακρυγιάννης και ο Κώστας Χορμοβίτης, γνωστός και ως Λαγουμιτζής λόγω της θαυμαστής του ικανότητας να σκάβει λαγούμια. Χαρακτηριστικό περιστατικό από τις συγκρούσεις γύρω από το κάστρο της Ακρόπολης πληροφορούμαστε από τον Μακρυγιάννη:
«Τότε μας ρίχτηκαν οι Τουρκοι με τα μαχαίρια και μας έβαλαν ομπρός. Κι' άρχισαν τα λιανοντούφεκα βροχή των Τούρκων και οι μπόμπες και τα κανόνια και οι γρανέτες. Λαβώθηκαν κάμποσοι από 'μας [...]. Τότε τάχαμεν κακά˙ μας φέραν οι Τούρκοι ως απόξω και μπορούσαν να μας βάλουν και μέσα εις το κάστρο. Τότε με φωτίζει ο θεός και παίρνω ένα δαβλίμε φωτιά εις το χέρι και φωνάζω˙ "Βάλτε φωτιά εις το τρανό λαγούμι, τώρα όπου ζύγωσαν οι Τούρκοι, να τους αφανίσουμεν!”. Ακούνε οι Τούρκοι, βλέπουν και την φωτιά, τζακίζουν οπίσου και τους παίρνουν εις το κοντό οι αθάνατοιΈλληνες- και τρώνε ένα σπαθί καλό. Τους χαλάσαμεν πίσου τα χαρακώματά τους˙ τους πήραμεν τόσα κεφάλια και λάφυρα πλήθος, ντουφέκια, σπαθιά, καπότες».


Η ενεπίγραφη βάση της προτομής του Γάλλου αξιωματικού Κάρολου Φαβιέρου, που έστησε ο Νικόλαος Θων μπροστά στην είσοδο του πύργου Παλατάκι (φωτ. Σπ. Παναγιωτόπουλος).

Παρ’ όλα αυτά η θέση των πολιορκημένων ήταν εξαιρετικά δεινή καθώς τα αποθέματα σε τρόφιμα και πολεμοφόδια τελείωναν. Τα μεσάνυχτα της 30ής Σεπτεμβρίου προς την 1η Οκτωβρίου σκοτώθηκε ο φρούραρχος της Ακρόπολης Ιωάννης Γκούρας, ενώ επιτηρούσε τις εχθρικές γραμμές. Στις 12 Οκτωβρίου ο Καραϊσκάκης βοήθησε τον Νικόλαο Κριεζώτη με τετρακόσιους πενήντα άνδρες να σπάσουν τον κλοιό των Τούρκων και να ανέβουν με εφόδια στην Ακρόπολη.Έναν μήνα αργότερα στην Ακρόπολη το ίδιο πέτυχε και ο Κάρολος Φαβιέρος με πεντακόσιους εξήντα στρατιώτες οι οποίοι κουβαλούσαν στην πλάτη τους μπαρούτι και τρόφιμα. Έτσι ο ανεφοδιασμός της Ακρόπολης για την ώρα είχε επιτευχθεί. Εν τω μεταξύ ο Καραϊσκάκης με έγκριση της κυβέρνησης είχε ξεκινήσει για τη Ρούμελη, με στόχο να μεταφέρει τον πόλεμο μακριά από την Αθήνα και να αποκόψει τον Κιουταχή από τις πηγές ανεφοδιασμού του, ανακουφίζοντας τους πολιορκημένους στο κάστρο της Ακρόπολης. Επιπλέον, ο Καραϊσκάκης σκόπευε να πάρει με το μέρος του τους προσκυνημένους κατοίκους των χωριών της Στερεάς Ελλάδας, να διαλύσει τις διάφορες τοπικές φρουρές που είχαν εγκαταστήσει οι Τούρκοι και, βέβαια, να καταστήσει σαφές στις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η επανάσταση συνεχίζεται στη Ρούμελη. Έτσι, στις 25 Οκτωβρίου 1826, αναχώρησε με κατεύθυνση προς τη Βοιωτία, αφού ενίσχυσε τις φρουρές στην Αθήνα και το στρατόπεδο της Ελευσίνας. Στη Δόμβραινα ο Καραϊσκάκης και οι άνδρες του συγκρούστηκαν με ισχυρές τουρκικές δυνάμεις (27 Οκτωβρίου - 14 Νοεμβρίου). Συνέχισαν προς το Δίστομο, όπου και στρατοπέδευσαν στις 17 Νοεμβρίου. Από εκεί κινήθηκαν προς την Αράχωβα, όπου κατάφεραν μεγάλη νίκη εναντίον του εχθρού συντρίβοντας τους Τουρκαλβανούς του Μουσταφάμπεη και τις ενισχύσεις που είχε αποστείλει ο Κιουταχής (19-23 Νοεμβρίου). Η θριαμβευτική πορεία των Ελλήνων συνεχίστηκε με τη νίκη στο Τουρκοχώρι (7 Δεκεμβρίου), στη Ναυπακτία, πεδινή και ορεινή, όπου συνέτριψαν τις τουρκικές φρουρές (Δεκέμβριος 1826 - Ιανουάριος 1927). Στις 5 Φεβρουαρίου απέκρουσαν τις δυνάμεις του Ομέρ πασά της Καρύστου και τις έτρεψαν σε φυγή. Η νικηφόρα προέλαση του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη είχε ολοκληρωθεί Στις αρχές του Φεβρουαρίου ο Καραϊσκάκης αποφάσισε ότι ήταν καιρός να επιστρέψει στην Αττική, προκειμένου να ανακουφίσει την ακόμα υπό πολιορκία τελούσα Αθήνα. Εξάλλου οι στόχοι που είχε θέσει στο ξεκίνημα της εκστρατείας του στη Ρούμελη είχαν πραγματοποιηθεί.Έτσι, αφού τοποθέτησε ισχυρές φρουρές στη Ναυπακτία, το Λιδορίκι και το Δίστομο, πήρε στις 21 Φεβρουαρίου τον δρόμο της επιστροφής. Σε δύο μέρες βρισκόταν στο στρατόπεδο της Ελευσίνας.
Η κατάσταση στην Αθήνα δεν ήταν καθόλου καλή. Οι νίκες του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη τόνωσαν το ηθικό των ταλαιπωρημένων πολιορκούμενων. Αλλά όσο καιρό ο Καραϊσκάκης δημιουργούσε αντιπερισπασμό και προβλήματα ανεφοδιασμού στον Κιουταχή, η πολιορκία της Ακρόπολης από τους Τούρκους συνεχιζόταν. Ο Κιουταχής ήταν αποφασισμένος να φέρει εις πέρας την αποστολή του καταλαμβάνοντας την Ακρόπολη και έμοιαζε αήττητος.
Κατά τον Ιανουάριο του 1827Έλληνες και φιλέλληνες αγωνιστές προσπαθούσαν να ενισχύσουν τις ελληνικές θέσεις στον Πειραιά και το Φάληρο και να εμποδίσουν με διάφορους τρόπους τον ανεφοδιασμό των τουρκικών στρατευμάτων. Εν τω μεταξύ οι κλεισμένοι στην Ακρόπολη αγωνιστές αφανίζονταν από τους συνεχείς βομβαρδισμούς, τις επιδημικές αρρώστιες και τις διάφορες κακουχίες. To ηθικό των Ελλήνων και των φιλελλήνων που αντιμετώπιζαν τα στρατεύματα του Κιουταχή κάμφθηκε σημαντικά από τη μεγάλη ήττα που υπέστησαν στις 27 Ιανουαρίου 1827 στο Καματερό οι άνδρες του Κεφαλλονίτη Διονυσίου Βούρβαχη. Ευτυχώς, η εντυπωσιακή απόκρουση μεγάλης τουρκικής δύναμης στην Καστέλα τρεις ημέρες αργότερα έσωσε την κατάσταση και έδωσε θάρρος στους αγωνιστές. Εν τω μεταξύ επέστρεψε και ο Καραϊσκάκης στην Αττική. Μόλις έφτασε στην Ελευσίνα, συγκέντρωσε τους συναγωνιστές του και οργάνωσε την αντεπίθεσή του κινούμενος προς το Κερατσίνι, προκειμένου να επιτύχει τη σωτηρία της Ακρόπολης. Ο Αινιάν αναφέρει:
«To σχέδιον ήτον νά τοποθετηθή τό έν Ελευσίνι στράτευμα εις Κερατζίνι, όθεν προχωρούν ολίγον κατ' ολίγον αναλόγως τών προστιθέμενων νέων δυνάμεων, νά φθάση εις τόν ελαιώνα και διά του έλαιώνος, επειδή δεν ήθελε βλάπτεσθω από τό εχθρικόν Ιππικόν, νά προχωρήσει έως είς τό φρούριον και νά ανοίξη συγκοινωνίαν τών πολιορκούμενων μέ την θάλασσαν. Όταν δε τούτο ήθελε κατορθωθή, ο έχθρός ήθελε κρίνει περιττόν νά επιμένη εις μίαν ασφαλήν πολιορκίαν και ήθελεν αναχωρήσει, αφίνων ελεύθερον από τους βεβήλους πόδας του τό ιερόν έδαφος τών Αθηνών».
Η μεγάλη κρισιμότητα της κατάστασης προκάλεσε τη συγκέντρωση πάνω από δέκα χιλιάδων πολεμιστών, τακτικών και ατάκτων, έξω από την Ακρόπολη. Οι οπλαρχηγοί από ολόκληρη την Ελλάδα έστειλαν άνδρες, προκειμένου να ενισχύσουν τις δυνάμεις της Αττικής. Ο θεόδωρος Κολοκοτρώνης έστειλε τον γιο του Γενναίο Κολοκοτρώνη μαζί με 1.480 Μοραΐτες. Πρώτη φορά στα χρονικά της Ελληνικής Επανάστασης συγκροτήθηκε ένα τόσο μεγάλο στρατόπεδο, το οποίο χάρη στο κύρος και τις εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες του Καραϊσκάκη διατηρήθηκε ενωμένο και συνεπώς ισχυρό μέχρι τη λήξη των επιχειρήσεων γύρω από την Αθήνα. Μεγάλες νίκες ήταν αυτές στο Κερατσίνι, όπου οι Έλληνες απέκρουσαν δυναμικά την επίθεση του Κιουταχή (4 Μαρτίου), και στο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνος στον Πειραιά, όπου απέκλεισαν τριακόσιους Τουρκαλβανούς (13-16 Απριλίου). Όμως, παρά τη θετική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην ελληνική πλευρά, ο κυβερνητικός διορισμός των Αγγλων φιλελλήνων αξιωματικών David Church (1787-1873) και Thomas Cochrane (1775-1860) στις αρχές Μαρτίου ως αρχηγών του ελληνικού στρατού και στόλου αντίστοιχα, προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια μεταξύ των Ελλήνων πολεμιστών, η οποία κλόνισε σημαντικά την επιχειρησιακή ικανότητα του ελληνικού στρατοπέδου. 
Ο Cochrane, λοιπόν, αντίθετα από τον Καραϊσκάκη που ακολουθούσε τακτική φθοράς του αντιπάλου, εκτιμούσε ότι έπρεπε να σταματήσουν οι επιχειρήσεις στα μετόπισθεν και να γίνει κατά μέτωπον επίθεση άμεσα.
Σ’ αυτή τη δύσκολη φάση των μεγάλων αποφάσεων, στις 21 Απριλίου 1827, ο Καραϊσκάκης τραυματίστηκε σοβαρά σε μια μικροσυμπλοκή στο Φάληρο. Ο μεγάλος οπλαρχηγός πέθανε δύο ημέρες αργότερα, ανήμερα του αγίου Γεωργίου.
Παρά τις τραγικές εξελίξεις ο Cochrane επέμενε σθεναρά στην απόφασή του για μετωπική επίθεση, αν και το στράτευμα δεν ήταν έτοιμο. Επιπλέον, το ηθικό των πολεμιστών ήταν ιδιαίτερα χαμηλό εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου του αρχηγού τους. Λανθασμένοι και βιαστικοί χειρισμοί οδήγησαν τα ελληνικά στρατεύματα σε καταστροφική ήττα με τεράστιες απώλειες σε έμψυχο υλικό στον Ανάλατο (24 Απριλίου). Ακολούθησε η διάλυση του ελληνικού στρατοπέδου και η παράδοση της φρουράς της Ακρόπολης έναν μήνα αργότερα. Έτσι, ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα περιήλθε στους Οθωμανούς. Οι παραπάνω ήττες ήταν, βέβαια, προσωρινές. Οι επαρχίες της Δυτικής και Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας ανακαταλήφθηκαν μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο τον Οκτώβριο του 1827, δηλαδή κατά την περίοδο 1828-1829.

Κατά τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1826 ο Κιουταχής έσφιξε τον κλοιό γύρω από την Ακρόπολη και με αλλεπάλληλες επιθέσεις και κατασκευές ορυγμάτων κάτω από αυτήν προσπαθούσε να την αλώσει. Οι πολιορκημένοι κρατούσαν σθεναρά τις θέσεις τους με αντεπιθέσεις και ανατινάξεις υπονόμων. Σε αυτές τις επιχειρήσεις διακρίθηκαν ο Μακρυγιάννης και ο Κώστας Χορμοβίτης, γνωστός και ως Λαγουμιτζής λόγω της θαυμαστής του ικανότητας να σκάβει λαγούμια. Χαρακτηριστικό περιστατικό από τις συγκρούσεις γύρω από το κάστρο της Ακρόπολης πληροφορούμαστε από τον Μακρυγιάννη:
«Τότε μας ρίχτηκαν οι Τουρκοι με τα μαχαίρια και μας έβαλαν ομπρός. Κι' άρχισαν τα λιανοντούφεκα βροχή των Τούρκων και οι μπόμπες και τα κανόνια και οι γρανέτες. Λαβώθηκαν κάμποσοι από 'μας [...]. Τότε τάχαμεν κακά˙ μας φέραν οι Τούρκοι ως απόξω και μπορούσαν να μας βάλουν και μέσα εις το κάστρο. Τότε με φωτίζει ο θεός και παίρνω ένα δαβλίμε φωτιά εις το χέρι και φωνάζω˙ "Βάλτε φωτιά εις το τρανό λαγούμι, τώρα όπου ζύγωσαν οι Τούρκοι, να τους αφανίσουμεν!”. Ακούνε οι Τούρκοι, βλέπουν και την φωτιά, τζακίζουν οπίσου και τους παίρνουν εις το κοντό οι αθάνατοιΈλληνες- και τρώνε ένα σπαθί καλό. Τους χαλάσαμεν πίσου τα χαρακώματά τους˙ τους πήραμεν τόσα κεφάλια και λάφυρα πλήθος, ντουφέκια, σπαθιά, καπότες».


Η ενεπίγραφη βάση της προτομής του Γάλλου αξιωματικού Κάρολου Φαβιέρου, που έστησε ο Νικόλαος Θων μπροστά στην είσοδο του πύργου Παλατάκι (φωτ. Σπ. Παναγιωτόπουλος).

Παρ’ όλα αυτά η θέση των πολιορκημένων ήταν εξαιρετικά δεινή καθώς τα αποθέματα σε τρόφιμα και πολεμοφόδια τελείωναν. Τα μεσάνυχτα της 30ής Σεπτεμβρίου προς την 1η Οκτωβρίου σκοτώθηκε ο φρούραρχος της Ακρόπολης Ιωάννης Γκούρας, ενώ επιτηρούσε τις εχθρικές γραμμές. Στις 12 Οκτωβρίου ο Καραϊσκάκης βοήθησε τον Νικόλαο Κριεζώτη με τετρακόσιους πενήντα άνδρες να σπάσουν τον κλοιό των Τούρκων και να ανέβουν με εφόδια στην Ακρόπολη.Έναν μήνα αργότερα στην Ακρόπολη το ίδιο πέτυχε και ο Κάρολος Φαβιέρος με πεντακόσιους εξήντα στρατιώτες οι οποίοι κουβαλούσαν στην πλάτη τους μπαρούτι και τρόφιμα. Έτσι ο ανεφοδιασμός της Ακρόπολης για την ώρα είχε επιτευχθεί. Εν τω μεταξύ ο Καραϊσκάκης με έγκριση της κυβέρνησης είχε ξεκινήσει για τη Ρούμελη, με στόχο να μεταφέρει τον πόλεμο μακριά από την Αθήνα και να αποκόψει τον Κιουταχή από τις πηγές ανεφοδιασμού του, ανακουφίζοντας τους πολιορκημένους στο κάστρο της Ακρόπολης. Επιπλέον, ο Καραϊσκάκης σκόπευε να πάρει με το μέρος του τους προσκυνημένους κατοίκους των χωριών της Στερεάς Ελλάδας, να διαλύσει τις διάφορες τοπικές φρουρές που είχαν εγκαταστήσει οι Τούρκοι και, βέβαια, να καταστήσει σαφές στις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η επανάσταση συνεχίζεται στη Ρούμελη. Έτσι, στις 25 Οκτωβρίου 1826, αναχώρησε με κατεύθυνση προς τη Βοιωτία, αφού ενίσχυσε τις φρουρές στην Αθήνα και το στρατόπεδο της Ελευσίνας. Στη Δόμβραινα ο Καραϊσκάκης και οι άνδρες του συγκρούστηκαν με ισχυρές τουρκικές δυνάμεις (27 Οκτωβρίου - 14 Νοεμβρίου). Συνέχισαν προς το Δίστομο, όπου και στρατοπέδευσαν στις 17 Νοεμβρίου. Από εκεί κινήθηκαν προς την Αράχωβα, όπου κατάφεραν μεγάλη νίκη εναντίον του εχθρού συντρίβοντας τους Τουρκαλβανούς του Μουσταφάμπεη και τις ενισχύσεις που είχε αποστείλει ο Κιουταχής (19-23 Νοεμβρίου). Η θριαμβευτική πορεία των Ελλήνων συνεχίστηκε με τη νίκη στο Τουρκοχώρι (7 Δεκεμβρίου), στη Ναυπακτία, πεδινή και ορεινή, όπου συνέτριψαν τις τουρκικές φρουρές (Δεκέμβριος 1826 - Ιανουάριος 1927). Στις 5 Φεβρουαρίου απέκρουσαν τις δυνάμεις του Ομέρ πασά της Καρύστου και τις έτρεψαν σε φυγή. Η νικηφόρα προέλαση του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη είχε ολοκληρωθεί Στις αρχές του Φεβρουαρίου ο Καραϊσκάκης αποφάσισε ότι ήταν καιρός να επιστρέψει στην Αττική, προκειμένου να ανακουφίσει την ακόμα υπό πολιορκία τελούσα Αθήνα. Εξάλλου οι στόχοι που είχε θέσει στο ξεκίνημα της εκστρατείας του στη Ρούμελη είχαν πραγματοποιηθεί.Έτσι, αφού τοποθέτησε ισχυρές φρουρές στη Ναυπακτία, το Λιδορίκι και το Δίστομο, πήρε στις 21 Φεβρουαρίου τον δρόμο της επιστροφής. Σε δύο μέρες βρισκόταν στο στρατόπεδο της Ελευσίνας.
Η κατάσταση στην Αθήνα δεν ήταν καθόλου καλή. Οι νίκες του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη τόνωσαν το ηθικό των ταλαιπωρημένων πολιορκούμενων. Αλλά όσο καιρό ο Καραϊσκάκης δημιουργούσε αντιπερισπασμό και προβλήματα ανεφοδιασμού στον Κιουταχή, η πολιορκία της Ακρόπολης από τους Τούρκους συνεχιζόταν. Ο Κιουταχής ήταν αποφασισμένος να φέρει εις πέρας την αποστολή του καταλαμβάνοντας την Ακρόπολη και έμοιαζε αήττητος.
Κατά τον Ιανουάριο του 1827Έλληνες και φιλέλληνες αγωνιστές προσπαθούσαν να ενισχύσουν τις ελληνικές θέσεις στον Πειραιά και το Φάληρο και να εμποδίσουν με διάφορους τρόπους τον ανεφοδιασμό των τουρκικών στρατευμάτων. Εν τω μεταξύ οι κλεισμένοι στην Ακρόπολη αγωνιστές αφανίζονταν από τους συνεχείς βομβαρδισμούς, τις επιδημικές αρρώστιες και τις διάφορες κακουχίες. To ηθικό των Ελλήνων και των φιλελλήνων που αντιμετώπιζαν τα στρατεύματα του Κιουταχή κάμφθηκε σημαντικά από τη μεγάλη ήττα που υπέστησαν στις 27 Ιανουαρίου 1827 στο Καματερό οι άνδρες του Κεφαλλονίτη Διονυσίου Βούρβαχη. Ευτυχώς, η εντυπωσιακή απόκρουση μεγάλης τουρκικής δύναμης στην Καστέλα τρεις ημέρες αργότερα έσωσε την κατάσταση και έδωσε θάρρος στους αγωνιστές. Εν τω μεταξύ επέστρεψε και ο Καραϊσκάκης στην Αττική. Μόλις έφτασε στην Ελευσίνα, συγκέντρωσε τους συναγωνιστές του και οργάνωσε την αντεπίθεσή του κινούμενος προς το Κερατσίνι, προκειμένου να επιτύχει τη σωτηρία της Ακρόπολης. Ο Αινιάν αναφέρει:
«To σχέδιον ήτον νά τοποθετηθή τό έν Ελευσίνι στράτευμα εις Κερατζίνι, όθεν προχωρούν ολίγον κατ' ολίγον αναλόγως τών προστιθέμενων νέων δυνάμεων, νά φθάση εις τόν ελαιώνα και διά του έλαιώνος, επειδή δεν ήθελε βλάπτεσθω από τό εχθρικόν Ιππικόν, νά προχωρήσει έως είς τό φρούριον και νά ανοίξη συγκοινωνίαν τών πολιορκούμενων μέ την θάλασσαν. Όταν δε τούτο ήθελε κατορθωθή, ο έχθρός ήθελε κρίνει περιττόν νά επιμένη εις μίαν ασφαλήν πολιορκίαν και ήθελεν αναχωρήσει, αφίνων ελεύθερον από τους βεβήλους πόδας του τό ιερόν έδαφος τών Αθηνών».
Η μεγάλη κρισιμότητα της κατάστασης προκάλεσε τη συγκέντρωση πάνω από δέκα χιλιάδων πολεμιστών, τακτικών και ατάκτων, έξω από την Ακρόπολη. Οι οπλαρχηγοί από ολόκληρη την Ελλάδα έστειλαν άνδρες, προκειμένου να ενισχύσουν τις δυνάμεις της Αττικής. Ο θεόδωρος Κολοκοτρώνης έστειλε τον γιο του Γενναίο Κολοκοτρώνη μαζί με 1.480 Μοραΐτες. Πρώτη φορά στα χρονικά της Ελληνικής Επανάστασης συγκροτήθηκε ένα τόσο μεγάλο στρατόπεδο, το οποίο χάρη στο κύρος και τις εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες του Καραϊσκάκη διατηρήθηκε ενωμένο και συνεπώς ισχυρό μέχρι τη λήξη των επιχειρήσεων γύρω από την Αθήνα. Μεγάλες νίκες ήταν αυτές στο Κερατσίνι, όπου οι Έλληνες απέκρουσαν δυναμικά την επίθεση του Κιουταχή (4 Μαρτίου), και στο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνος στον Πειραιά, όπου απέκλεισαν τριακόσιους Τουρκαλβανούς (13-16 Απριλίου). Όμως, παρά τη θετική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην ελληνική πλευρά, ο κυβερνητικός διορισμός των Αγγλων φιλελλήνων αξιωματικών David Church (1787-1873) και Thomas Cochrane (1775-1860) στις αρχές Μαρτίου ως αρχηγών του ελληνικού στρατού και στόλου αντίστοιχα, προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια μεταξύ των Ελλήνων πολεμιστών, η οποία κλόνισε σημαντικά την επιχειρησιακή ικανότητα του ελληνικού στρατοπέδου. 
Ο Cochrane, λοιπόν, αντίθετα από τον Καραϊσκάκη που ακολουθούσε τακτική φθοράς του αντιπάλου, εκτιμούσε ότι έπρεπε να σταματήσουν οι επιχειρήσεις στα μετόπισθεν και να γίνει κατά μέτωπον επίθεση άμεσα.
Σ’ αυτή τη δύσκολη φάση των μεγάλων αποφάσεων, στις 21 Απριλίου 1827, ο Καραϊσκάκης τραυματίστηκε σοβαρά σε μια μικροσυμπλοκή στο Φάληρο. Ο μεγάλος οπλαρχηγός πέθανε δύο ημέρες αργότερα, ανήμερα του αγίου Γεωργίου.
Παρά τις τραγικές εξελίξεις ο Cochrane επέμενε σθεναρά στην απόφασή του για μετωπική επίθεση, αν και το στράτευμα δεν ήταν έτοιμο. Επιπλέον, το ηθικό των πολεμιστών ήταν ιδιαίτερα χαμηλό εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου του αρχηγού τους. Λανθασμένοι και βιαστικοί χειρισμοί οδήγησαν τα ελληνικά στρατεύματα σε καταστροφική ήττα με τεράστιες απώλειες σε έμψυχο υλικό στον Ανάλατο (24 Απριλίου). Ακολούθησε η διάλυση του ελληνικού στρατοπέδου και η παράδοση της φρουράς της Ακρόπολης έναν μήνα αργότερα. Έτσι, ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα περιήλθε στους Οθωμανούς. Οι παραπάνω ήττες ήταν, βέβαια, προσωρινές. Οι επαρχίες της Δυτικής και Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας ανακαταλήφθηκαν μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο τον Οκτώβριο του 1827, δηλαδή κατά την περίοδο 1828-1829.