Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Ο απόηχος των συγκρούσεων στο Χαϊδάρι

Οι σκληρές συγκρούσεις στο Χαϊδάρι, όπου η ισχύς και η επιμονή του Κιουταχή φανερώθηκαν περίτρανα, προβλημάτισαν βαθιά τον αρχιστράτηγο της Ρούμελης. Ο ίδιος διηγήθηκε στον νεαρό λόγιο Παναγιώτη Σούτσο, που τον ακολουθούσε στην εκστρατεία του στην Αθήνα από το Ναύπλιο, ότι το βράδυ που έφτασαν στην Ελευσίνα κατάκοποι από τη σκληρή μάχη, αυτός δεν μπόρεσε να κοιμηθεί Περπατώντας στην ακρογιαλιά της Ελευσίνας συλλογιζόταν πως για να μην πέσει η Ρούμελη στα νύχια των Τούρκων έπρεπε να αφήσει την Αθήνα και να επαναστατήσει τη Ρούμελη, ανακόπτοντας έτσι και τον ανεφοδιασμό του Κιουταχή. Πράγματι, τον Οκτώβριο ο Καραϊσκάκης ξεκίνησε εκστρατεία στη Στερεά Ελλάδα.
To επόμενο πρωί της μάχης στο Χαϊδάρι δέχτηκε πρόσκληση από τον ναύαρχο Δεριγνύ, η ναυαρχίδα του οποίου ήταν αγκυροβολημένη στα Αμπελάκια της Σαλαμίνας. Έφτασε στο γαλλικό πλοίο συνοδευόμενος από τον γλωσσομαθή γραμματέα του Χρηστίδη και τον Ψαριανό Μ. Γιαννίτση, που διέθεσε μία από τις βάρκες του μπρικιού του για τη μεταφορά του αρχιστράτηγου στα Αμπελάκια. Μόλις πάτησαν το πόδι τους στο κατάστρωμα της ναυαρχίδας είδαν διάφορους Τούρκους στρατιώτες. Ο Καραϊσκάκης βάζοντας το χέρι στο σπαθί του ρωτά τον Χρηστίδη, που θα έπαιζε ρόλο διερμηνέα
«Ωρέ Χρηστίδη, μη μας κάνουν καμιά μπαμπεσιά;» «Δεν το πιστεύω αρχηγέ», απαντά εκείνος.
Η παρουσία των Τούρκων στο κατάστρωμα εξηγήθηκε έπειτα από λίγα λεπτά, όταν στο πολυτελές σαλόνι της γαλλικής ναυαρχίδας αντίκρισαν τον Κιουταχή και τον Ομέρ της Καρύστου θρονιασμένους δίπλα στον Δεριγνύ. Ο Καραϊσκάκης χαιρέτησε μόνο τον τελευταίο.
«Δεν χαιρετάς, στρατηγέ, τους βεζιράδες; ρωτά αυτός. «Δεν ξέρω ποιοι είναι...», απαντά περήφανα ο Έλληνας.
«Είναι ο Ρούμελης βαλεσί κι ο Ομέρ πασάς!» ενημερώνει ο γραμματέας του Κιουταχή, ο οποίος ήταν Έλληνας καταγόμενος από τα Τρίκαλα.
«Ας είναι καλά», λέει τελικά ο Καραϊσκάκης και χαιρετά τους Τούρκους. Τον χαιρέτησαν και αυτοί και η ελληνική συντροφιά κάθισε.
«Πώς τ' απερνάς, Καραΐσκο;» ρωτά ο «μελιστάλαχτος» Κιουταχής στα αρβανίτικα.
«Καλά, πασά μου!»
«Δεν έλπιζα να πάρεις τόσονε κόσμο στον λαιμό σου- έλεγα πως θα ’ρθεις στα Μπιτόλια να με προσκυνήσεις».
«Εγώ να σε προσκυνήσα); Ρούμελης βαλεσί εσύ, Ρούμελης βαλεσί κι εγώ».
«Σου δίνω όλα τα βιλαέτια από τονΈγριπο ως την Αρτα», προτείνει ο Κιουταχής «εκδυθείς» για ακόμη μία φορά «την λεοντήν και ενδυθείς την αλωπεκήν»
«Γιατί, πασά μου, θέλετε το άδικό μας και δε μας αφήνετε να ζήσουμε κι εμείς στον τόπο που γεννηθήκαμε;»
«Πάντα με το σπαθί μας τον είχαμε και με το σπαθί μας τον ξαναπαίρνουμε!» απαντά ο Τούρκος έχοντας ξαναφορέσει τη λεοντή.
«Μαζί σας οι Έλληνες ψωμί να ματαφάνε δεν γίνεται!», δίνει πληρωμένη απάντηση και ο Καραϊσκάκης.
«Αλλάχ σιβέρσιν, Καραΐσκο, πες μου πώς σου φάνηκε ο χτεσινός μας πόλεμος; Τέτοιον δεν ματάκανα!»
«Να σου πω- μου ’λεγε ο ένας πως έχεις πενήντα κι άλλους ογδόντα χιλιάδες ασκέρι. Για να δω πόσους έχεις αληθινά, ήρθα να σε ξεπατήσω και τώρα όπου σ’ έμαθα πασά, καρτέρα με!»
«Μακάρι! To ’χω μεράκι μαζί σου καθημερινά να πολεμώ και το βράδυ να ’ρχεσαι στο τσαντίρι μου να τρωγοπίνουμε».
«Δεν γίνεται, βεζίρη μου, αυτό, γιατί αν ήξερε η Διοίκησή μου πως κάθομαι και κρένω τώρα μαζί σου, με κρέμαγε κι εμένα και τις δεκαπέντε χιλιάδες οπού ‘χω στη Λεψίνα», απάντησε ο Καραϊσκάκης σε μια προσπάθεια να παραπλανήσει τον Κιουταχή, καθώς στο στρατόπεδο της Ελευσίνας εκείνη τη στιγμή δεν βρίσκονταν ούτε πέντε χιλιάδες άνδρες.
«Και πώς μπορεί να σε κρεμάσεΐ;» ρωτά γεμάτος απορία ο Τούρκος.
«Εσένα ο σουλτάνος σε κρεμάεΐ;»
«Με κρεμάει, γιατί τον έχω βασιλιά μου».
«Ε, κι εμένα με κρεμάει η κυβέρνησή μου, γιατί την έχω βασίλισσά μου».
Πριν διαλυθεί αυτή η περίεργη σύναξη, ο Καραϊσκάκης είπε με απειλητικό ύφος στον Έλληνα γραμματέα του Κιουταχή:
«Βόλια έχω για τον Κιουταχή σου, βόλια μονάχα!»


To στρατόπεδο του Καραίσκάκη στην Καστέλα, ελαιογραφία του Θεόδωρου Βρυζάκη (1855)

Οι σκληρές συγκρούσεις στο Χαϊδάρι, όπου η ισχύς και η επιμονή του Κιουταχή φανερώθηκαν περίτρανα, προβλημάτισαν βαθιά τον αρχιστράτηγο της Ρούμελης. Ο ίδιος διηγήθηκε στον νεαρό λόγιο Παναγιώτη Σούτσο, που τον ακολουθούσε στην εκστρατεία του στην Αθήνα από το Ναύπλιο, ότι το βράδυ που έφτασαν στην Ελευσίνα κατάκοποι από τη σκληρή μάχη, αυτός δεν μπόρεσε να κοιμηθεί Περπατώντας στην ακρογιαλιά της Ελευσίνας συλλογιζόταν πως για να μην πέσει η Ρούμελη στα νύχια των Τούρκων έπρεπε να αφήσει την Αθήνα και να επαναστατήσει τη Ρούμελη, ανακόπτοντας έτσι και τον ανεφοδιασμό του Κιουταχή. Πράγματι, τον Οκτώβριο ο Καραϊσκάκης ξεκίνησε εκστρατεία στη Στερεά Ελλάδα.
To επόμενο πρωί της μάχης στο Χαϊδάρι δέχτηκε πρόσκληση από τον ναύαρχο Δεριγνύ, η ναυαρχίδα του οποίου ήταν αγκυροβολημένη στα Αμπελάκια της Σαλαμίνας. Έφτασε στο γαλλικό πλοίο συνοδευόμενος από τον γλωσσομαθή γραμματέα του Χρηστίδη και τον Ψαριανό Μ. Γιαννίτση, που διέθεσε μία από τις βάρκες του μπρικιού του για τη μεταφορά του αρχιστράτηγου στα Αμπελάκια. Μόλις πάτησαν το πόδι τους στο κατάστρωμα της ναυαρχίδας είδαν διάφορους Τούρκους στρατιώτες. Ο Καραϊσκάκης βάζοντας το χέρι στο σπαθί του ρωτά τον Χρηστίδη, που θα έπαιζε ρόλο διερμηνέα
«Ωρέ Χρηστίδη, μη μας κάνουν καμιά μπαμπεσιά;» «Δεν το πιστεύω αρχηγέ», απαντά εκείνος.
Η παρουσία των Τούρκων στο κατάστρωμα εξηγήθηκε έπειτα από λίγα λεπτά, όταν στο πολυτελές σαλόνι της γαλλικής ναυαρχίδας αντίκρισαν τον Κιουταχή και τον Ομέρ της Καρύστου θρονιασμένους δίπλα στον Δεριγνύ. Ο Καραϊσκάκης χαιρέτησε μόνο τον τελευταίο.
«Δεν χαιρετάς, στρατηγέ, τους βεζιράδες; ρωτά αυτός. «Δεν ξέρω ποιοι είναι...», απαντά περήφανα ο Έλληνας.
«Είναι ο Ρούμελης βαλεσί κι ο Ομέρ πασάς!» ενημερώνει ο γραμματέας του Κιουταχή, ο οποίος ήταν Έλληνας καταγόμενος από τα Τρίκαλα.
«Ας είναι καλά», λέει τελικά ο Καραϊσκάκης και χαιρετά τους Τούρκους. Τον χαιρέτησαν και αυτοί και η ελληνική συντροφιά κάθισε.
«Πώς τ' απερνάς, Καραΐσκο;» ρωτά ο «μελιστάλαχτος» Κιουταχής στα αρβανίτικα.
«Καλά, πασά μου!»
«Δεν έλπιζα να πάρεις τόσονε κόσμο στον λαιμό σου- έλεγα πως θα ’ρθεις στα Μπιτόλια να με προσκυνήσεις».
«Εγώ να σε προσκυνήσα); Ρούμελης βαλεσί εσύ, Ρούμελης βαλεσί κι εγώ».
«Σου δίνω όλα τα βιλαέτια από τονΈγριπο ως την Αρτα», προτείνει ο Κιουταχής «εκδυθείς» για ακόμη μία φορά «την λεοντήν και ενδυθείς την αλωπεκήν»
«Γιατί, πασά μου, θέλετε το άδικό μας και δε μας αφήνετε να ζήσουμε κι εμείς στον τόπο που γεννηθήκαμε;»
«Πάντα με το σπαθί μας τον είχαμε και με το σπαθί μας τον ξαναπαίρνουμε!» απαντά ο Τούρκος έχοντας ξαναφορέσει τη λεοντή.
«Μαζί σας οι Έλληνες ψωμί να ματαφάνε δεν γίνεται!», δίνει πληρωμένη απάντηση και ο Καραϊσκάκης.
«Αλλάχ σιβέρσιν, Καραΐσκο, πες μου πώς σου φάνηκε ο χτεσινός μας πόλεμος; Τέτοιον δεν ματάκανα!»
«Να σου πω- μου ’λεγε ο ένας πως έχεις πενήντα κι άλλους ογδόντα χιλιάδες ασκέρι. Για να δω πόσους έχεις αληθινά, ήρθα να σε ξεπατήσω και τώρα όπου σ’ έμαθα πασά, καρτέρα με!»
«Μακάρι! To ’χω μεράκι μαζί σου καθημερινά να πολεμώ και το βράδυ να ’ρχεσαι στο τσαντίρι μου να τρωγοπίνουμε».
«Δεν γίνεται, βεζίρη μου, αυτό, γιατί αν ήξερε η Διοίκησή μου πως κάθομαι και κρένω τώρα μαζί σου, με κρέμαγε κι εμένα και τις δεκαπέντε χιλιάδες οπού ‘χω στη Λεψίνα», απάντησε ο Καραϊσκάκης σε μια προσπάθεια να παραπλανήσει τον Κιουταχή, καθώς στο στρατόπεδο της Ελευσίνας εκείνη τη στιγμή δεν βρίσκονταν ούτε πέντε χιλιάδες άνδρες.
«Και πώς μπορεί να σε κρεμάσεΐ;» ρωτά γεμάτος απορία ο Τούρκος.
«Εσένα ο σουλτάνος σε κρεμάεΐ;»
«Με κρεμάει, γιατί τον έχω βασιλιά μου».
«Ε, κι εμένα με κρεμάει η κυβέρνησή μου, γιατί την έχω βασίλισσά μου».
Πριν διαλυθεί αυτή η περίεργη σύναξη, ο Καραϊσκάκης είπε με απειλητικό ύφος στον Έλληνα γραμματέα του Κιουταχή:
«Βόλια έχω για τον Κιουταχή σου, βόλια μονάχα!»


To στρατόπεδο του Καραίσκάκη στην Καστέλα, ελαιογραφία του Θεόδωρου Βρυζάκη (1855)