Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Οι μάχες στο Χαϊδάρι τον Αύγουστο του 1826

Στις παραγράφους που ακολουθούν θα γίνει μια σχετικά αναλυτική περιγραφή των πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων στο Χαϊδάρι. Η περιγραφή είναι εν πολλοίς βασισμένη στα απομνημονεύματα του οπλαρχηγού Χριστόφορου Περραιβού, ο οποίος πολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη, και του αξιωματικού Χρήστου Βυζάντιου (1805-1877), που υπηρέτησε στις γραμμές των τακτικών σωμάτων υπό τις διαταγές του Φαβιέρου. Θεωρούμε πως η αντιπαράθεση των απόψεων ενός καπετάνιου των ατάκτων και ενός αξιωματικού είναι απολύτως απαραίτητη, προκειμένου να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα στην αφήγηση. Οι έριδες, οι διχογνωμίες και οι συγκρούσεις που προέκυψαν μεταξύ της παράταξης των ατάκτων και αυτής των τακτικών κατά την εκστρατεία του Καραϊσκάκη για την απελευθέρωση των Αθηνών, είναι ιδιαίτερα εμφανείς στις διαφορές -κάποιες φορές αρκετά μεγάλες- που υπάρχουν στα απομνημονεύματα των πολεμιστών που συμμετείχαν στα γεγονότα. To φαινόμενο αυτό -ιδιαίτερα συνηθισμένο στην ιστορική έρευνα- επιβάλλει τη χρήση πολλαπλών πηγών.


Τα σχεδιαγράμματα των μαχών που έλαβαν χώρα στο Χαϊδάρι. Σχεδιάστηκαν από τον υπολοχαγό του πεζικού A. K. Κατσιμήδη και δημοσιεύτηκαν στη δεύτερη έκδοση του έργου του Χρ. Βυζάντιου με τίτλο Ιστορία των κατά την ελληνικήν επανάστασιν εκστρατειών και μαχών ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833
(ανατύπωση από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ', σελ. 421).

Πίσω, λοιπόν, στην Ελευσίνα όταν η είδηση της κατάληψης της πόλεως των Αθηνών από τις δυνάμεις του Κιουταχή έφτασε στην Ελευσίνα, οι οπλαρχηγοί αποφάσισαν να κινηθούν, παρά την αντίθετη γνώμη του Φαβιέρου που έλεγε ότι έπρεπε να περιμένουν την άφιξη του τακτικού ιππικού. Ο Φαβιέρος υποστήριζε ότι η εκστρατεία είχε γίνει με στόχο την απελευθέρωση των Αθηνών. Εφόσον η πόλη είχε καταληφθεί από τον εχθρό, μια επίθεση χωρίς στρατιωτικές δυνάμεις ικανές να εκδιώξουν εντελώς τους Τούρκους ήταν μάταιη. Ο Καραϊσκάκης, όμως, ήταν αμετακίνητος στην απόφασή του για επίθεση γιατί θεωρούσε ότι αν έμεναν άπρακτοι στην Ελευσίνα, τα σώματα των ατάκτων θα διαλύονταν και οι μαχητές θα γύριζαν στα χωριά τους. Πριν από την επιχείρηση, που ορίστηκε για το βράδυ της 5ης Αυγούστου, ο σερασκέρης εμψύχωνε με πύρινα λόγια τους άνδρες του:
«Αδέλφια, τιμές και σταυρούς από εκείνους που δίνουν τα άλλα έθνη δεν έχει το δικό μας να σας δώσει. To μόνο βραβείο μας θα είναι η υπόληψη που θ' αποχτήσουμε ανάμεσά μας. Αυτό μας φτάνει για την ώρα, ακόμα κι αν μας είναι γραφτό να πεθάνουμε».


Iωάννης Γκούρας (1791-1826)

Η μάχη της 6ης Αυγούστου 1826. Τα μεσάνυχτα της 5ης Αυγούστου οι τακτικοί του Φαβιέρου και οι άτακτοι του Καραϊσκάκη και των άλλων καπεταναίων στρατοπέδευσαν στο περιβόλι του Χαϊδαρίου, ανάμεσα στον Κορυδαλλό και τον ελαιώνα. O Βυζάντιος ορίζει με λεπτομέρεια την τοποθεσία, όπου βρισκόταν πυργοειδές κτίσμα μέσα σε τειχισμένο αγρόκτημα 
«θέσιν καλούμενη Χαϊδάρι, μικρόν αγροκήπιον απέχον επτά περίπου στάδια από της πόλεως τών Αθηνών και συνιστάμενον έξ ενός κήπου περιφραγμένου διά μικρού τοίχου και ενός πύργου, και έχοντος μεσημβρινώς ομαλόν λόφον και πεδίον καταλήγον, εις τόν ελαιώνα τών Αθηνών, δυτικώς όξυν λοφίσκον, ανατολικώς λόφον υψηλόν και κατόπιν αυτού μικρά οροπέδια καταλήγοντα εις όοαλόν και είπεδον έδαφος ενουμένον μετά του πεδίου τών Αθηνών, πρός βορράν δε ολίγον ομαλόν έδαφος και μετά τούτο τό όρος Αιγιαλόν (Αιγάλεω), του οποίου αι πρός τό Χαϊδάρι κατωφέρειαι αυτού εισίν απότομαι και δύσβατοι».
To τειχισμένο κτήμα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, εντοπίζεται στον χώρο γύρω από το Παλατάκι. Ο πύργος που αναφέρει ο Βυζάντιος φαίνεται ότι αντικαταστάθηκε αργότερα από το Παλατάκι. Αμέσως μόλις έφτασαν στο Χαϊδάρι, ο Καραϊσκάκης έδωσε διαταγή να ρίξει όλο το ασκέρι του ταυτόχρονα μια τουφεκιά, ώστε να καταλάβουν αυτοί που ήταν κλεισμένοι στην Ακρόπολη ότι είχε έρθει βοήθεια. Βέβαια έτσι θα ενημέρωνε και τους Τούρκους σχετικά με τη θέση τους, αλλά δεν τον πείραζε, καθώς δεν υπολόγιζε ότι έχει αρκετούς άνδρες ώστε να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στα στρατεύματα του Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης με τους Αθηναίους και άλλους ατάκτους μαχητές οχυρώθηκαν μέσα στο αγρόκτημα, αφού ενίσχυσαν τον περίβολο. Οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί με τους άνδρες τους έπιασαν τους γύρω λόφους και κατασκεύασαν ισχυρά χαρακώματα. Ο Φαβιέρος με τους στρατιώτες του στρατοπέδευσαν στο ομαλό πεδίο πίσω από το κτήμα, έχοντας το μέτωπό τους προς την Αθήνα. Νωρίς το επόμενο πρωί οι μαχητές άρχισαν να ετοιμάζονται για την επερχόμενη σύγκρουση με τον εχθρό, τον οποίο περίμεναν από στιγμή σε στιγμή, καθώς οι τουφεκιές που είχαν ρίξει το προηγούμενο βράδυ είχαν προδώσει τη θέση τους:
«Περί τόν όρθρον, τή 6 Αύγουστου, ημέρα τής Μεταμορφώσεως, ή στρατιωτική μουσική εσήμανε τo εωθινόν, άπας δε ο στρατός ηγέρθη και έκαστος στρατιώτης παρεσκεύαζε τό όπλον και τάς πυριτοβολάς αυτού πρός μάχην. Και πρώτον ήδη επί τής Ελληνικής Επαναστάσεως συνεκροτήθει τοιούτον στρατόπεδον, έχον τύπον στρατιωτικής ευρωπαϊκής τάξεως».
Αμέσως μετά την ανατολή του ηλίου φάνηκε να ξεπροβάλλει μέσα από τον ελαιώνα τουρκική έφιππη περίπολος, η οποία εκδιώχθηκε με πυροβολισμούς. Μία ώρα αργότερα πολυάριθμη ομάδα Τούρκων ιππέων επιτέθηκε προς τα σώματα των οπλαρχηγών που ήταν οχυρωμένα στους λόφους. Οι Έλληνες αντιμετώπισαν σθεναρά τους επιτιθέμενους και με την ουσιαστική βοήθεια των τακτικών ταγμάτων του Φαβιέρου τούς ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν. Η συνεργασία τακτικών και ατάκτων υπήρξε υποδειγματική και άκρως αποτελεσματική. Κατά τον Βυζάντιο
«Αμφότεραι αί πρός τόν εχθρόν συμπλοκαί αυταί απέδειξαν την έν μάχη χρησιμότητα ή και χρήσιν του τακτικού στρατού ευρισκομένου μετά του ατάκτου. Ο Καραϊσκάκης, ώς στρατιωτικός πεπειραμένος, καίτοι μηδεμίαν παιδείαν ή στρατιωτικάς γνώσεις κατέχων, άλλ’ ώς φύσει οξύνους, αντελήφθει έν τω άμα, ότι έν μάχη συναπτομένη έκ τακτικού μετ' ατάκτου στρατού, οι μεν πρώτοι πρέπει νά μένωσι έν εφεδρεία η επικουρία, οί δε δεύτεροι νά μάχονται, και ότι ούτως ή μεν νίκη ασφαλίζεται, έκαστος δ' ευρίσκεται ε'ς τό φυσικόν στοιχείον αυτού».
Έτσι, συμφωνήθηκε μεταξύ του Καραϊσκάκη και του Φαβιέρου να έχουν τα τακτικά σώματα ρόλο κατεξοχήν υποστηρικτικό και να δρουν μόνο όταν εμφανίζεται κάποια ανάγκη.
Μία ώρα περίπου μετά την υποχώρηση των Τούρκων ιππέων κατέφθασε ισχυρότατο τουρκικό σώμα αποτελούμενο από πεζικό, ιππικό και πυροβολικό. Οι ιππείς και οι στρατιώτες χωρίστηκαν σε δύο πτέρυγες και κινήθηκαν προς τα ταμπούρια των οπλαρχηγών, ενώ το πυροβολικό έβαλλε ακατάπαυστα εναντίον όλων των ελληνικών θέσεων. Ο Φαβιέρος διέταξε το πυροβολικό του να απαντήσει στις τουρκικές βολές, ενώ έστειλε τους στρατιώτες του να βοηθήσουν τους ατάκτους σε όλα τα μέτωπα των συγκρούσεων. Η ενισχυμένη από τα τακτικά τάγματα ορμή των ατάκτων ανάγκασε τους Τούρκους σε υποχώρηση. Ο Φαβιέρος, βλέποντας ενθουσιασμένος τον εχθρό να αποσύρεται, αποφάσισε να τον καταδιώξει έως την Αθήνα με σκοπό να τον εκδιώξει και από τις εκεί θέσεις του, πράγμα που θα οδηγούσε στην απελευθέρωση της πόλης. Έτσι, αφού ένωσε τα τάγματά του σε μία φάλαγγα, διέταξε την καταδίωξη των υποχωρούντων προς την Αθήνα. Ο Καραϊσκάκης, όμως, φοβούμενος ότι η αιφνιδιαστική επίθεση του τουρκικού ιππικού στον ανοιχτό κάμπο που απλωνόταν μεταξύ του Χαϊδαρίου και της Αθήνας θα απέβαινε εξαιρετικά καταστροφική, ζήτησε από τον Γάλλο συνταγματάρχη να σημάνει οπισθοχώρηση. Ο Φαβιέρος αρνήθηκε ισχυριζόμενος πως έτσι θα έχαναν μια καλή ευκαιρία να εκδιώξουν τους Τούρκους από την Αττική. Παρ’ όλα αυτά, ο Καραϊσκάκης, που γνώριζε καλύτερα την αιφνιδιαστική τακτική των εχθρών αλλά και τις δυνατότητες των ατάκτων, επέμεινε στην απόφασή του. Έπειτα από αυτά, ο Φαβιέρος αναγκάστηκε να γυρίσει απογοητευμένος στο στρατόπεδο. Έτσι, η πρώτη σύγκρουση στο Χαϊδάρι σταμάτησε το απόγευμα και κράτησε πάνω από οκτώ ώρες. Οι απώλειες για την ελληνική πλευρά ήταν ελάχιστες: αρκετοί πληγωμένοι, δέκα άτακτοι και είκοσι τακτικοί νεκροί. Οι Τούρκοι, από την άλλη, έχασαν πάνω από διακόσιους στρατιώτες, αρκετά άλογα, δύο σημαίες και πολλά πολεμοφόδια. Στη μάχη διακρίθηκαν ιδιαίτερα το τάγμα των φιλελλήνων του Φαβιέρου και ο Κριεζώτης με τους μαχητές του. Η πρώτη αυτή μάχη του Χαϊδαρίου ήταν νικηφόρα για τις ελληνικές δυνάμεις, πράγμα που δημιούργησε ιδιαίτερα ευχάριστο κλίμα στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου:
«Ο Έλληνικός στρατός ήτο λίαν εύθυμος, οί άτακτοι στρατιώται ενηγκαλίζοντο μετά τών τακτικών ώς αδελφοί αμοιβαίως φιλοφρονούμενοι, ώς συμπολεμήσαντες και νικήσαντες τόν εχθρόν. Μέχρι δε τής εσπέρας ταύτης ή στρατιωτική μουσική διεσκέδαζε τό στρατόπεδον διά διαφόρων ύμνων, όπερ εξέπληττε τους ατάκτους στρατιώτας, ώς κατά πρώτον ιδόντας τοιούτον στρατόπεδον έν  Ελλάδι».


Γεώργιος Καραϊσκάκης (1780-1827)

To βράδυ οι αρχηγοί συγκεντρώθηκαν, προκειμένου να αποφασίσουν τη συνέχεια των επιχειρήσεων. O Καραϊσκάκης πρότεινε να εγκαταλείψουν το Χαϊδάρι, που κατά τη γνώμη του δεν ήταν ασφαλές, και να κινηθούν προς τον Πειραιά και την Καστέλα. Εκεί, έχοντας τη θάλασσα πίσω τους, θα μπορούσαν εύκολα να εφοδιάζονται από τα πλοία. Ο Φαβιέρος, όμως, δεν συμφώνησε και δήλωσε ότι θα έμενε με τη δύναμή του στο Χαϊδάρι για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, αφού ο σκοπός της ελληνικής εκστρατείας ήταν η επίθεση και όχι η άμυνα. Οι δύο άνδρες φιλονίκησαν έντονα, γεγονός που οδήγησε στην απώλεια πολύτιμου χρόνου. Έτσι, αν και τελικά ο Φαβιέρος αποδέχθηκε την άποψη του Καραϊσκάκη, οι ελληνικές δυνάμεις δεν πρόλαβαν να αποσυρθούν από το Χαϊδάρι. Σε αυτό συνέβαλαν και τα νέα που έφτασαν από την Αθήνα ότι ο ηττημένος Κιουταχής ετοιμαζόταν να φύγει από την πόλη. Έτσι οι Έλληνες αποφάσισαν να μείνουν στο Χαϊδάρι για να χτυπήσουν πιο αποτελεσματικά τους Τούρκους κατά την αποχώρησή τους. Όμως, η άφιξη του Ομέρ πασά της Καρύστου με τρεις χιλιάδες άνδρες στις 7 Αυγούστου άλλαξε τα σχέδια του Κιουταχή, ο οποίος αναδιοργάνωσε τα στρατεύματά του και κινήθηκε προς το Χαϊδάρι με στόχο τη διάλυση του ελληνικού στρατοπέδου.
Η μάχη της 8ης Αυγούστου 1826. Οι Έλληνες, ενημερωμένοι για τις κινήσεις του Κιουταχή και του Ομέρ, ενίσχυσαν τα ταμπούρια που είχαν κατασκευάσει κατά την προηγούμενη μάχη. Ο εχθρός φάνηκε το ξημέρωμα της 8ης Αυγούστου. Από το στρατόπεδο στο Χαϊδάρι είδαν να πλησιάζουν περί τους οκτώ χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες με επικεφαλής τον Κιουταχή και δύο χιλιάδες ιππείς με τον Ομέρ πασά. Ο Καραϊσκάκης βλέποντας τον όγκο του αντιπάλου αντιλήφθηκε τον μεγάλο κίνδυνο και άρχισε να τρέχει από ταμπούρι σε ταμπούρι εμψυχώνοντας τους μαχητές του που υπολείπονταν σημαντικά σε αριθμό σε σχέση με τους Τούρκους. Ο Χριστόφορος Περραιβός θυμάται:
«Ο Αρχηγός εξελθών του περιβόλου περιήρχετο όλα τά οχυρώματα ενθαρρύνων τους Έλληνας, προσκαλών έκαστον εις φιλοτιμίαν, αναμιμνήσκων τάς προλαβούσας ανδραγαθίας του η πατραγαθίας».
Οι τουρκικές δυνάμεις κινήθηκαν δυναμικά προς τις ελληνικές θέσεις. Κι ενώ οι άτακτοι έμεναν πίσω από τα ταμπούρια τους φοβούμενοι να δώσουν μάχη στην ανοιχτή πεδιάδα με έναν υπεράριθμο αντίπαλο, ο Φαβιέρος, ξεκίνησε τη μάχη χωρίς να συνεννοηθεί με τον Καραϊσκάκη στέλνοντας το πρώτο τάγμα, γύρω στους πεντακόσιους άνδρες με επικεφαλής τον Γάλλο ταγματάρχη Robert, εναντίον του τουρκικού ιππικού. To δεύτερο τάγμα θα ακολουθούσε σε απόσταση τριακοσίων βημάτων προς επικουρία του πρώτου.
Μεταξύ του τακτικού στρατού και του τουρκικού ιππικού υπήρχε ψηλός λόφος, που εμπόδιζε τους αντιπάλους να βλέπουν ο ένας τον άλλο:
«Πορευομένων τών δύο τούτων σωμάτων, δέν έβλεπε τό εν τό άλλο διά τό υψος του λόφου˙ όταν δε παρεγένοντο αμφότερα συγχρόνως εις την κορυφήν, εστάθησαν εκστατικά και ακίνητα διά τό απροσδόκητον τής απαντήσεως˙ ο αξιωματικός Έλλην προλαβών διέταξε νά πυροβολήσωσιν, οι Τουρκοι, μολονότι με τόν πρώτον πυροβολισμόν εφονεύθησαν εννέα, αντεπυροβόλησαν και αυτοί ταυτοχρόνως πληγώσαντες τρεις έκ του τακτικού, συμπεριλαμβανομένου και του αξιωματικού, όστις καίτοι πληγωθείς τόν μηρόν εφώναζε πυρ πυρ».
Στα πρώτα στάδια της σύγκρουσης πληγώθηκε ο Robert και εγκατέλειψε τους άνδρες του. Αυτοί αποδιοργανώθηκαν και έχασαν το θάρρος τους- έτσι έγιναν εύκολη λεία για τους Τούρκους στρατιώτες, που όμως αναχαιτίστηκαν εγκαίρως από τον Καραϊσκάκη, τον Κριεζώτη και διακόσιους ανδρείους αγωνιστές, αλλά και το δεύτερο τάγμα του Φαβιέρου. Έτσι οι τακτικοί υποχώρησαν με τάξη και σχετικά λίγες απώλειες, ενώ ο λόφος καταλήφθηκε και οχυρώθηκε από τους Τούρκους, που δεν τόλμησαν να προχωρήσουν περαιτέρω στην παράταξη των δύο ενωμένων πλέον ταγμάτων.
Βλέποντας την ορμή των ανδρών του, ο Κιουταχής διέταξε γενική επίθεση εναντίον των ατάκτων, που κρατούσαν δύο βασικές θέσεις: μία προς την Αθήνα, την πλέον εκτεθειμένη, την οποία υπερασπίζονταν ο Περραιβός και ο Σέρβος, και μία πίσω από αυτή, προς το Αιγάλεω. Σε αυτή τη δεύτερη θέση, όπου πολεμούσαν ο Κριεζιώτης και ο Μαυροβουνιώτης με τους άνδρες τους, δεν είχαν κατασκευάσει ταμπούρια γιατί ήταν φυσικά οχυρωμένη. Η μάχη άναψε, σκληρή και λυσσαλέα. 
O Χριστόφορος Περραιβός διέταξε τους άνδρες του να χτυπούν προσεκτικά σημαδεύοντας τους μπαϊρακτάρηδες και τους επικεφαλής. Μία ιδιαίτερα εύστοχη τουφεκιά βρήκε κατακούτελα τον αρχηγό του ιππικού, που τύχαινε να είναι συγγενής του Κιουταχή και άνδρας εξαιρετικά σκληρός στη μάχη, και δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση στις γραμμές των Τούρκων, ιππέων αλλά και πεζών, που άρχισαν να οπισθοχωρούν. Σε αυτή τη μικρή ανάπαυλα ο Περραιβός βρήκε την ευκαιρία να γράψει σημείωμα στον Καραϊσκάκη:
«Γενναιότατε λρχηγέ!
Ίδες φανερά ταύτην την στιγμήν την τρομεράν ορμήν και απροσδόκητον οπισθοδρόμησιν του εχθρού˙ διά να κερδίσωμεν πληρεστάτην την νίκην, στοχάζομαι ότι συμφέρει να κινηθή παρευθύς τό ήμισυ του τακτικού μαζί με τό τρίτον μέρος του ατάκτου έκ δεξιών, και τό άλλο παρομοίως έξ ευωνύμων˙ ή δε Γενναιότης σου ενωθείς μεθ' ήμών να σχηματίσουμε τό κέντρο, και ούτως έκ συμφώνου νά ορμήσωμεν κατά του εχθρού πριν οχυρωθή, διότι ήρχισε να σκάπτη και οχυρούται.
8 Αύγουστου 1826, Χαϊδάρι Περραιβός». 
Ο Καραϊσκάκης συμφώνησε με τις προτάσεις του συναγωνιστή του και του έστειλε το παρακάτω σημείωμα:
«Στρατηγέ Περραιβέ!
Μήρεσεν η γνώμη σου και είμαι σύμφωνος, αδελφέ, δι' όσα γράφεις, επροσκάλεσα μάλιστα ευθύς τον Συνταγματάρχην Φαβιέρον, ανέγνωσα το γράμμα σου- αλλ' αυτός μ’ απεκρίθη αποτόμως ούτω: "Σεις κάμετε τα ιδικά σας σχέδια και εγώ θα κάμω τα εδικά μου". Τούτους τους λόγους ειπών επέστρεψεν εις την χιλιαρχίαν του χωρίς να είπη ή ακούση άλλο τι περισσότερον. Αδελφέ! η σημερινή ανδρεία και ανθίστασις του οχυρώματός σας έσωσεν όλον το στρατόπεδον-έδωκεν και ευτυχή αρχήν της αρχηγίας μου-επιθυμώ να μιμηθώσιν κι όλα τ' άλλα οχυρώματα το παράδειγμά σας, και τότε η νίκη θέλει σαλπίσει υπέρ Ελλήνων. Βάστα, αδελφέ, και ελπίζω προ τας δέκας ώρας να καταπείσω και τους επιλοίπους οπλαρχηγούς, διά να πραγματοποιήσωμεν το ρηθέν σχέδιον. Υγίαινε.
8 Αυγούστου 1826, Χαϊδάρι. Ο αδελφός και Αρχηγός Γ. Καραϊσκάκης».
Εν τω μεταξύ, όπως ακριβώς έγραψε ο Περραιβός στον Καραϊσκάκη, οι Τούρκοι κατασκεύασαν με θαυμαστή ταχύτητα ταμπούρια, εγκατέστησαν τα κανόνια τους και άρχισαν να βομβαρδίζουν τους Έλληνες. Με διαταγή του Κιουταχή το ιππικό χωρίστηκε σε δύο τμήματα και τοποθετήθηκε στους πρόποδες του Κορυδαλλού, εκατέρωθεν του κύριου σώματος της ελληνικής παράταξης. Στόχος του ήταν να χτυπήσει τις κεντρικές θέσεις των Ελλήνων, και όταν το μέτωπο θα έσπαγε, οι ιππείς να επιτεθούν στους πολεμιστές που θα οπισθοχωρούσαν από τα πλάγια. Ευτυχώς, το τάγμα των ανδρείων φιλελλήνων του Φαβιέρου μαζί με τους άνδρες του Κριεζώτη και του Μαυροβουνιώτη ανάγκασαν τους Τούρκους ιππείς σε υποχώρηση και το σχέδιο του Κιουταχή σε αποτυχία. Γενικά, οι άνδρες σε όλα τα ταμπούρια αγωνίστηκαν σκληρά, δεν υποχώρησαν και απέκρουσαν με επιτυχία τις τουρκικές επιθέσεις. Σε όλα τα μέτωπα της μάχης οι Έλληνες κράτησαν τις θέσεις τους σαν βράχοι, συχνά ενισχυμένοι σημαντικά από τους τακτικούς του Φαβιέρου. Η μάχη κράτησε μέχρι το απόγευμα. Μετά το τέλος της σύγκρουσης, ο Καραϊσκάκης, υπολογίζοντας ότι οι Τούρκοι θα έφερναν ενισχύσεις την επομένη, αποφάσισε να αποτραβήξει τους άνδρες του στην κορυφή του Κορυδαλλού και από εκεί πίσω στην Ελευσίνα. Η επιχείρηση έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ώστε να μην τους αντιληφθούν οι Τούρκοι και τους επιτεθούν. Έτσι, αφού βράδιασε, ο Περραιβός φώναξε στους άνδρες του:
«Μόλις μ' ακούσετε να φωνάζω δυνατά "απάνω τους, Έλληνες, απάνω τους!”, ν' αρχίσετε με μιας να χτυπάτε τα ποδάρια σας και να μπήξετε πολεμικές κραυγές, ωσάν να ετοιμαζόσαστε να κάνετε γιουρούσι. Αντίόμως να πηγαίνετε κατά μπρος, να τραβάτε κατά πίσω, προς το περιβόλι όπου βρίσκεται ο αρχηγός».
Και ενώ οι άτακτοι αποτραβιούνταν αθόρυβα προς το βουνό, οι τακτικοί που είχαν εγκατασταθεί μέσα στον περίβολο του αγροκτήματος, προκειμένου να ξεκουραστούν, βρέθηκαν περικυκλωμένοι από τον εχθρό. Φαίνεται πως δεν είχαν ειδοποιηθεί εγκαίρως σχετικά με την αθόρυβη αποχώρηση των συναγωνιστών τους, ενώ οι Τούρκοι κατάσκοποι είχαν ενημερώσει τους ανωτέρους τους ότι όλες οι ελληνικές θέσεις πλην του αγροκτήματος είχαν εγκαταλειφθεί. Όταν, λοιπόν, ο τακτικός στρατός εξήλθε, αντιμετώπισε την επίθεση των Τούρκων ιππέων. Ευτυχώς, η νύχτα ήταν σκοτεινή, καθώς δεν υπήρχε φεγγάρι, κι έτσι μόνο μικρή ζημιά μπόρεσαν να προκαλέσουν οι Τούρκοι. To λυπηρότερο, βέβαια, ήταν ότι οι αποχωρούντες τακτικοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν στη θηριωδία των εχθρών περί τους είκοσι πληγωμένους στον περίβολο του πύργου. Έτσι, επέστρεψαν και τα τακτικά τάγματα στο στρατόπεδο της Ελευσίνας.
Η δεύτερη σύγκρουση στο Χαϊδάρι ήταν πολύ πιο τρομερή από την πρώτη. Οι άνδρες του Καραϊσκάκη και του Φαβιέρου συνειδητοποίησαν απόλυτα την έκταση της δύναμης, την ορμή αλλά και το πείσμα του στρατού του Κιουταχή. Υπολογίζεται ότι οι Τούρκοι έχασαν πάνω από τετρακόσιους άνδρες κατά τη δεύτερη μάχη στο Χαϊδάρι. Οι ελληνικές απώλειες ήταν σχετικά μικρότερες: οι νεκροί έφτασαν τους εβδομήντα, οι περισσότεροι τακτικοί. Εκτός από τους αγωνιστές που σκοτώθηκαν εν ώρα μάχης, θανατώθηκαν και οι τραυματίες που περισυλλέχτηκαν στο πεδίο της μάχης από τους Τούρκους.
Οι συγκρούσεις στο Χαϊδάρι δεν είχαν ούτε νικητές ούτε ηττημένους και, ουσιαστικά, αποτέλεσαν αιτίες σημαντικής φθοράς των δυνάμεων και των δύο παρατάξεων. Οι Έλληνες, βέβαια, κατάφεραν να επιτύχουν τον κύριο στόχο τους, δηλαδή την ενθάρρυνση των πολιορκημένων της Ακρόπολης. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Κιουταχής δεν κατάφερε να διαλύσει το ελληνικό στρατόπεδο, παρά τη συντριπτική υπεροχή του. Οι αιματηρές μάχες στο Χαϊδάρι έκαναν σαφές στον βαλή της Ρούμελης ότι η εξουδετέρωση του Καραϊσκάκη και των ανδρών του θα ήταν πολύ πιο δύσκολη υπόθεση από όσο είχε αρχικά πιστέψει. Αλλά και οι Έλληνες οπλαρχηγοί κατέληξαν σε ένα σημαντικότατο συμπέρασμα μετά το Χαϊδάρi: η αντιμετώπιση των Τούρκων σε πεδινό ανοιχτό χώρο ήταν άκρως επικίνδυνη και έπρεπε να αποφευχθεί πάση θυσία.

Στις παραγράφους που ακολουθούν θα γίνει μια σχετικά αναλυτική περιγραφή των πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων στο Χαϊδάρι. Η περιγραφή είναι εν πολλοίς βασισμένη στα απομνημονεύματα του οπλαρχηγού Χριστόφορου Περραιβού, ο οποίος πολέμησε στο πλευρό του Καραϊσκάκη, και του αξιωματικού Χρήστου Βυζάντιου (1805-1877), που υπηρέτησε στις γραμμές των τακτικών σωμάτων υπό τις διαταγές του Φαβιέρου. Θεωρούμε πως η αντιπαράθεση των απόψεων ενός καπετάνιου των ατάκτων και ενός αξιωματικού είναι απολύτως απαραίτητη, προκειμένου να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα στην αφήγηση. Οι έριδες, οι διχογνωμίες και οι συγκρούσεις που προέκυψαν μεταξύ της παράταξης των ατάκτων και αυτής των τακτικών κατά την εκστρατεία του Καραϊσκάκη για την απελευθέρωση των Αθηνών, είναι ιδιαίτερα εμφανείς στις διαφορές -κάποιες φορές αρκετά μεγάλες- που υπάρχουν στα απομνημονεύματα των πολεμιστών που συμμετείχαν στα γεγονότα. To φαινόμενο αυτό -ιδιαίτερα συνηθισμένο στην ιστορική έρευνα- επιβάλλει τη χρήση πολλαπλών πηγών.


Τα σχεδιαγράμματα των μαχών που έλαβαν χώρα στο Χαϊδάρι. Σχεδιάστηκαν από τον υπολοχαγό του πεζικού A. K. Κατσιμήδη και δημοσιεύτηκαν στη δεύτερη έκδοση του έργου του Χρ. Βυζάντιου με τίτλο Ιστορία των κατά την ελληνικήν επανάστασιν εκστρατειών και μαχών ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833
(ανατύπωση από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ', σελ. 421).

Πίσω, λοιπόν, στην Ελευσίνα όταν η είδηση της κατάληψης της πόλεως των Αθηνών από τις δυνάμεις του Κιουταχή έφτασε στην Ελευσίνα, οι οπλαρχηγοί αποφάσισαν να κινηθούν, παρά την αντίθετη γνώμη του Φαβιέρου που έλεγε ότι έπρεπε να περιμένουν την άφιξη του τακτικού ιππικού. Ο Φαβιέρος υποστήριζε ότι η εκστρατεία είχε γίνει με στόχο την απελευθέρωση των Αθηνών. Εφόσον η πόλη είχε καταληφθεί από τον εχθρό, μια επίθεση χωρίς στρατιωτικές δυνάμεις ικανές να εκδιώξουν εντελώς τους Τούρκους ήταν μάταιη. Ο Καραϊσκάκης, όμως, ήταν αμετακίνητος στην απόφασή του για επίθεση γιατί θεωρούσε ότι αν έμεναν άπρακτοι στην Ελευσίνα, τα σώματα των ατάκτων θα διαλύονταν και οι μαχητές θα γύριζαν στα χωριά τους. Πριν από την επιχείρηση, που ορίστηκε για το βράδυ της 5ης Αυγούστου, ο σερασκέρης εμψύχωνε με πύρινα λόγια τους άνδρες του:
«Αδέλφια, τιμές και σταυρούς από εκείνους που δίνουν τα άλλα έθνη δεν έχει το δικό μας να σας δώσει. To μόνο βραβείο μας θα είναι η υπόληψη που θ' αποχτήσουμε ανάμεσά μας. Αυτό μας φτάνει για την ώρα, ακόμα κι αν μας είναι γραφτό να πεθάνουμε».


Iωάννης Γκούρας (1791-1826)

Η μάχη της 6ης Αυγούστου 1826. Τα μεσάνυχτα της 5ης Αυγούστου οι τακτικοί του Φαβιέρου και οι άτακτοι του Καραϊσκάκη και των άλλων καπεταναίων στρατοπέδευσαν στο περιβόλι του Χαϊδαρίου, ανάμεσα στον Κορυδαλλό και τον ελαιώνα. O Βυζάντιος ορίζει με λεπτομέρεια την τοποθεσία, όπου βρισκόταν πυργοειδές κτίσμα μέσα σε τειχισμένο αγρόκτημα 
«θέσιν καλούμενη Χαϊδάρι, μικρόν αγροκήπιον απέχον επτά περίπου στάδια από της πόλεως τών Αθηνών και συνιστάμενον έξ ενός κήπου περιφραγμένου διά μικρού τοίχου και ενός πύργου, και έχοντος μεσημβρινώς ομαλόν λόφον και πεδίον καταλήγον, εις τόν ελαιώνα τών Αθηνών, δυτικώς όξυν λοφίσκον, ανατολικώς λόφον υψηλόν και κατόπιν αυτού μικρά οροπέδια καταλήγοντα εις όοαλόν και είπεδον έδαφος ενουμένον μετά του πεδίου τών Αθηνών, πρός βορράν δε ολίγον ομαλόν έδαφος και μετά τούτο τό όρος Αιγιαλόν (Αιγάλεω), του οποίου αι πρός τό Χαϊδάρι κατωφέρειαι αυτού εισίν απότομαι και δύσβατοι».
To τειχισμένο κτήμα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, εντοπίζεται στον χώρο γύρω από το Παλατάκι. Ο πύργος που αναφέρει ο Βυζάντιος φαίνεται ότι αντικαταστάθηκε αργότερα από το Παλατάκι. Αμέσως μόλις έφτασαν στο Χαϊδάρι, ο Καραϊσκάκης έδωσε διαταγή να ρίξει όλο το ασκέρι του ταυτόχρονα μια τουφεκιά, ώστε να καταλάβουν αυτοί που ήταν κλεισμένοι στην Ακρόπολη ότι είχε έρθει βοήθεια. Βέβαια έτσι θα ενημέρωνε και τους Τούρκους σχετικά με τη θέση τους, αλλά δεν τον πείραζε, καθώς δεν υπολόγιζε ότι έχει αρκετούς άνδρες ώστε να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στα στρατεύματα του Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης με τους Αθηναίους και άλλους ατάκτους μαχητές οχυρώθηκαν μέσα στο αγρόκτημα, αφού ενίσχυσαν τον περίβολο. Οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί με τους άνδρες τους έπιασαν τους γύρω λόφους και κατασκεύασαν ισχυρά χαρακώματα. Ο Φαβιέρος με τους στρατιώτες του στρατοπέδευσαν στο ομαλό πεδίο πίσω από το κτήμα, έχοντας το μέτωπό τους προς την Αθήνα. Νωρίς το επόμενο πρωί οι μαχητές άρχισαν να ετοιμάζονται για την επερχόμενη σύγκρουση με τον εχθρό, τον οποίο περίμεναν από στιγμή σε στιγμή, καθώς οι τουφεκιές που είχαν ρίξει το προηγούμενο βράδυ είχαν προδώσει τη θέση τους:
«Περί τόν όρθρον, τή 6 Αύγουστου, ημέρα τής Μεταμορφώσεως, ή στρατιωτική μουσική εσήμανε τo εωθινόν, άπας δε ο στρατός ηγέρθη και έκαστος στρατιώτης παρεσκεύαζε τό όπλον και τάς πυριτοβολάς αυτού πρός μάχην. Και πρώτον ήδη επί τής Ελληνικής Επαναστάσεως συνεκροτήθει τοιούτον στρατόπεδον, έχον τύπον στρατιωτικής ευρωπαϊκής τάξεως».
Αμέσως μετά την ανατολή του ηλίου φάνηκε να ξεπροβάλλει μέσα από τον ελαιώνα τουρκική έφιππη περίπολος, η οποία εκδιώχθηκε με πυροβολισμούς. Μία ώρα αργότερα πολυάριθμη ομάδα Τούρκων ιππέων επιτέθηκε προς τα σώματα των οπλαρχηγών που ήταν οχυρωμένα στους λόφους. Οι Έλληνες αντιμετώπισαν σθεναρά τους επιτιθέμενους και με την ουσιαστική βοήθεια των τακτικών ταγμάτων του Φαβιέρου τούς ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν. Η συνεργασία τακτικών και ατάκτων υπήρξε υποδειγματική και άκρως αποτελεσματική. Κατά τον Βυζάντιο
«Αμφότεραι αί πρός τόν εχθρόν συμπλοκαί αυταί απέδειξαν την έν μάχη χρησιμότητα ή και χρήσιν του τακτικού στρατού ευρισκομένου μετά του ατάκτου. Ο Καραϊσκάκης, ώς στρατιωτικός πεπειραμένος, καίτοι μηδεμίαν παιδείαν ή στρατιωτικάς γνώσεις κατέχων, άλλ’ ώς φύσει οξύνους, αντελήφθει έν τω άμα, ότι έν μάχη συναπτομένη έκ τακτικού μετ' ατάκτου στρατού, οι μεν πρώτοι πρέπει νά μένωσι έν εφεδρεία η επικουρία, οί δε δεύτεροι νά μάχονται, και ότι ούτως ή μεν νίκη ασφαλίζεται, έκαστος δ' ευρίσκεται ε'ς τό φυσικόν στοιχείον αυτού».
Έτσι, συμφωνήθηκε μεταξύ του Καραϊσκάκη και του Φαβιέρου να έχουν τα τακτικά σώματα ρόλο κατεξοχήν υποστηρικτικό και να δρουν μόνο όταν εμφανίζεται κάποια ανάγκη.
Μία ώρα περίπου μετά την υποχώρηση των Τούρκων ιππέων κατέφθασε ισχυρότατο τουρκικό σώμα αποτελούμενο από πεζικό, ιππικό και πυροβολικό. Οι ιππείς και οι στρατιώτες χωρίστηκαν σε δύο πτέρυγες και κινήθηκαν προς τα ταμπούρια των οπλαρχηγών, ενώ το πυροβολικό έβαλλε ακατάπαυστα εναντίον όλων των ελληνικών θέσεων. Ο Φαβιέρος διέταξε το πυροβολικό του να απαντήσει στις τουρκικές βολές, ενώ έστειλε τους στρατιώτες του να βοηθήσουν τους ατάκτους σε όλα τα μέτωπα των συγκρούσεων. Η ενισχυμένη από τα τακτικά τάγματα ορμή των ατάκτων ανάγκασε τους Τούρκους σε υποχώρηση. Ο Φαβιέρος, βλέποντας ενθουσιασμένος τον εχθρό να αποσύρεται, αποφάσισε να τον καταδιώξει έως την Αθήνα με σκοπό να τον εκδιώξει και από τις εκεί θέσεις του, πράγμα που θα οδηγούσε στην απελευθέρωση της πόλης. Έτσι, αφού ένωσε τα τάγματά του σε μία φάλαγγα, διέταξε την καταδίωξη των υποχωρούντων προς την Αθήνα. Ο Καραϊσκάκης, όμως, φοβούμενος ότι η αιφνιδιαστική επίθεση του τουρκικού ιππικού στον ανοιχτό κάμπο που απλωνόταν μεταξύ του Χαϊδαρίου και της Αθήνας θα απέβαινε εξαιρετικά καταστροφική, ζήτησε από τον Γάλλο συνταγματάρχη να σημάνει οπισθοχώρηση. Ο Φαβιέρος αρνήθηκε ισχυριζόμενος πως έτσι θα έχαναν μια καλή ευκαιρία να εκδιώξουν τους Τούρκους από την Αττική. Παρ’ όλα αυτά, ο Καραϊσκάκης, που γνώριζε καλύτερα την αιφνιδιαστική τακτική των εχθρών αλλά και τις δυνατότητες των ατάκτων, επέμεινε στην απόφασή του. Έπειτα από αυτά, ο Φαβιέρος αναγκάστηκε να γυρίσει απογοητευμένος στο στρατόπεδο. Έτσι, η πρώτη σύγκρουση στο Χαϊδάρι σταμάτησε το απόγευμα και κράτησε πάνω από οκτώ ώρες. Οι απώλειες για την ελληνική πλευρά ήταν ελάχιστες: αρκετοί πληγωμένοι, δέκα άτακτοι και είκοσι τακτικοί νεκροί. Οι Τούρκοι, από την άλλη, έχασαν πάνω από διακόσιους στρατιώτες, αρκετά άλογα, δύο σημαίες και πολλά πολεμοφόδια. Στη μάχη διακρίθηκαν ιδιαίτερα το τάγμα των φιλελλήνων του Φαβιέρου και ο Κριεζώτης με τους μαχητές του. Η πρώτη αυτή μάχη του Χαϊδαρίου ήταν νικηφόρα για τις ελληνικές δυνάμεις, πράγμα που δημιούργησε ιδιαίτερα ευχάριστο κλίμα στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου:
«Ο Έλληνικός στρατός ήτο λίαν εύθυμος, οί άτακτοι στρατιώται ενηγκαλίζοντο μετά τών τακτικών ώς αδελφοί αμοιβαίως φιλοφρονούμενοι, ώς συμπολεμήσαντες και νικήσαντες τόν εχθρόν. Μέχρι δε τής εσπέρας ταύτης ή στρατιωτική μουσική διεσκέδαζε τό στρατόπεδον διά διαφόρων ύμνων, όπερ εξέπληττε τους ατάκτους στρατιώτας, ώς κατά πρώτον ιδόντας τοιούτον στρατόπεδον έν  Ελλάδι».


Γεώργιος Καραϊσκάκης (1780-1827)

To βράδυ οι αρχηγοί συγκεντρώθηκαν, προκειμένου να αποφασίσουν τη συνέχεια των επιχειρήσεων. O Καραϊσκάκης πρότεινε να εγκαταλείψουν το Χαϊδάρι, που κατά τη γνώμη του δεν ήταν ασφαλές, και να κινηθούν προς τον Πειραιά και την Καστέλα. Εκεί, έχοντας τη θάλασσα πίσω τους, θα μπορούσαν εύκολα να εφοδιάζονται από τα πλοία. Ο Φαβιέρος, όμως, δεν συμφώνησε και δήλωσε ότι θα έμενε με τη δύναμή του στο Χαϊδάρι για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, αφού ο σκοπός της ελληνικής εκστρατείας ήταν η επίθεση και όχι η άμυνα. Οι δύο άνδρες φιλονίκησαν έντονα, γεγονός που οδήγησε στην απώλεια πολύτιμου χρόνου. Έτσι, αν και τελικά ο Φαβιέρος αποδέχθηκε την άποψη του Καραϊσκάκη, οι ελληνικές δυνάμεις δεν πρόλαβαν να αποσυρθούν από το Χαϊδάρι. Σε αυτό συνέβαλαν και τα νέα που έφτασαν από την Αθήνα ότι ο ηττημένος Κιουταχής ετοιμαζόταν να φύγει από την πόλη. Έτσι οι Έλληνες αποφάσισαν να μείνουν στο Χαϊδάρι για να χτυπήσουν πιο αποτελεσματικά τους Τούρκους κατά την αποχώρησή τους. Όμως, η άφιξη του Ομέρ πασά της Καρύστου με τρεις χιλιάδες άνδρες στις 7 Αυγούστου άλλαξε τα σχέδια του Κιουταχή, ο οποίος αναδιοργάνωσε τα στρατεύματά του και κινήθηκε προς το Χαϊδάρι με στόχο τη διάλυση του ελληνικού στρατοπέδου.
Η μάχη της 8ης Αυγούστου 1826. Οι Έλληνες, ενημερωμένοι για τις κινήσεις του Κιουταχή και του Ομέρ, ενίσχυσαν τα ταμπούρια που είχαν κατασκευάσει κατά την προηγούμενη μάχη. Ο εχθρός φάνηκε το ξημέρωμα της 8ης Αυγούστου. Από το στρατόπεδο στο Χαϊδάρι είδαν να πλησιάζουν περί τους οκτώ χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες με επικεφαλής τον Κιουταχή και δύο χιλιάδες ιππείς με τον Ομέρ πασά. Ο Καραϊσκάκης βλέποντας τον όγκο του αντιπάλου αντιλήφθηκε τον μεγάλο κίνδυνο και άρχισε να τρέχει από ταμπούρι σε ταμπούρι εμψυχώνοντας τους μαχητές του που υπολείπονταν σημαντικά σε αριθμό σε σχέση με τους Τούρκους. Ο Χριστόφορος Περραιβός θυμάται:
«Ο Αρχηγός εξελθών του περιβόλου περιήρχετο όλα τά οχυρώματα ενθαρρύνων τους Έλληνας, προσκαλών έκαστον εις φιλοτιμίαν, αναμιμνήσκων τάς προλαβούσας ανδραγαθίας του η πατραγαθίας».
Οι τουρκικές δυνάμεις κινήθηκαν δυναμικά προς τις ελληνικές θέσεις. Κι ενώ οι άτακτοι έμεναν πίσω από τα ταμπούρια τους φοβούμενοι να δώσουν μάχη στην ανοιχτή πεδιάδα με έναν υπεράριθμο αντίπαλο, ο Φαβιέρος, ξεκίνησε τη μάχη χωρίς να συνεννοηθεί με τον Καραϊσκάκη στέλνοντας το πρώτο τάγμα, γύρω στους πεντακόσιους άνδρες με επικεφαλής τον Γάλλο ταγματάρχη Robert, εναντίον του τουρκικού ιππικού. To δεύτερο τάγμα θα ακολουθούσε σε απόσταση τριακοσίων βημάτων προς επικουρία του πρώτου.
Μεταξύ του τακτικού στρατού και του τουρκικού ιππικού υπήρχε ψηλός λόφος, που εμπόδιζε τους αντιπάλους να βλέπουν ο ένας τον άλλο:
«Πορευομένων τών δύο τούτων σωμάτων, δέν έβλεπε τό εν τό άλλο διά τό υψος του λόφου˙ όταν δε παρεγένοντο αμφότερα συγχρόνως εις την κορυφήν, εστάθησαν εκστατικά και ακίνητα διά τό απροσδόκητον τής απαντήσεως˙ ο αξιωματικός Έλλην προλαβών διέταξε νά πυροβολήσωσιν, οι Τουρκοι, μολονότι με τόν πρώτον πυροβολισμόν εφονεύθησαν εννέα, αντεπυροβόλησαν και αυτοί ταυτοχρόνως πληγώσαντες τρεις έκ του τακτικού, συμπεριλαμβανομένου και του αξιωματικού, όστις καίτοι πληγωθείς τόν μηρόν εφώναζε πυρ πυρ».
Στα πρώτα στάδια της σύγκρουσης πληγώθηκε ο Robert και εγκατέλειψε τους άνδρες του. Αυτοί αποδιοργανώθηκαν και έχασαν το θάρρος τους- έτσι έγιναν εύκολη λεία για τους Τούρκους στρατιώτες, που όμως αναχαιτίστηκαν εγκαίρως από τον Καραϊσκάκη, τον Κριεζώτη και διακόσιους ανδρείους αγωνιστές, αλλά και το δεύτερο τάγμα του Φαβιέρου. Έτσι οι τακτικοί υποχώρησαν με τάξη και σχετικά λίγες απώλειες, ενώ ο λόφος καταλήφθηκε και οχυρώθηκε από τους Τούρκους, που δεν τόλμησαν να προχωρήσουν περαιτέρω στην παράταξη των δύο ενωμένων πλέον ταγμάτων.
Βλέποντας την ορμή των ανδρών του, ο Κιουταχής διέταξε γενική επίθεση εναντίον των ατάκτων, που κρατούσαν δύο βασικές θέσεις: μία προς την Αθήνα, την πλέον εκτεθειμένη, την οποία υπερασπίζονταν ο Περραιβός και ο Σέρβος, και μία πίσω από αυτή, προς το Αιγάλεω. Σε αυτή τη δεύτερη θέση, όπου πολεμούσαν ο Κριεζιώτης και ο Μαυροβουνιώτης με τους άνδρες τους, δεν είχαν κατασκευάσει ταμπούρια γιατί ήταν φυσικά οχυρωμένη. Η μάχη άναψε, σκληρή και λυσσαλέα. 
O Χριστόφορος Περραιβός διέταξε τους άνδρες του να χτυπούν προσεκτικά σημαδεύοντας τους μπαϊρακτάρηδες και τους επικεφαλής. Μία ιδιαίτερα εύστοχη τουφεκιά βρήκε κατακούτελα τον αρχηγό του ιππικού, που τύχαινε να είναι συγγενής του Κιουταχή και άνδρας εξαιρετικά σκληρός στη μάχη, και δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση στις γραμμές των Τούρκων, ιππέων αλλά και πεζών, που άρχισαν να οπισθοχωρούν. Σε αυτή τη μικρή ανάπαυλα ο Περραιβός βρήκε την ευκαιρία να γράψει σημείωμα στον Καραϊσκάκη:
«Γενναιότατε λρχηγέ!
Ίδες φανερά ταύτην την στιγμήν την τρομεράν ορμήν και απροσδόκητον οπισθοδρόμησιν του εχθρού˙ διά να κερδίσωμεν πληρεστάτην την νίκην, στοχάζομαι ότι συμφέρει να κινηθή παρευθύς τό ήμισυ του τακτικού μαζί με τό τρίτον μέρος του ατάκτου έκ δεξιών, και τό άλλο παρομοίως έξ ευωνύμων˙ ή δε Γενναιότης σου ενωθείς μεθ' ήμών να σχηματίσουμε τό κέντρο, και ούτως έκ συμφώνου νά ορμήσωμεν κατά του εχθρού πριν οχυρωθή, διότι ήρχισε να σκάπτη και οχυρούται.
8 Αύγουστου 1826, Χαϊδάρι Περραιβός». 
Ο Καραϊσκάκης συμφώνησε με τις προτάσεις του συναγωνιστή του και του έστειλε το παρακάτω σημείωμα:
«Στρατηγέ Περραιβέ!
Μήρεσεν η γνώμη σου και είμαι σύμφωνος, αδελφέ, δι' όσα γράφεις, επροσκάλεσα μάλιστα ευθύς τον Συνταγματάρχην Φαβιέρον, ανέγνωσα το γράμμα σου- αλλ' αυτός μ’ απεκρίθη αποτόμως ούτω: "Σεις κάμετε τα ιδικά σας σχέδια και εγώ θα κάμω τα εδικά μου". Τούτους τους λόγους ειπών επέστρεψεν εις την χιλιαρχίαν του χωρίς να είπη ή ακούση άλλο τι περισσότερον. Αδελφέ! η σημερινή ανδρεία και ανθίστασις του οχυρώματός σας έσωσεν όλον το στρατόπεδον-έδωκεν και ευτυχή αρχήν της αρχηγίας μου-επιθυμώ να μιμηθώσιν κι όλα τ' άλλα οχυρώματα το παράδειγμά σας, και τότε η νίκη θέλει σαλπίσει υπέρ Ελλήνων. Βάστα, αδελφέ, και ελπίζω προ τας δέκας ώρας να καταπείσω και τους επιλοίπους οπλαρχηγούς, διά να πραγματοποιήσωμεν το ρηθέν σχέδιον. Υγίαινε.
8 Αυγούστου 1826, Χαϊδάρι. Ο αδελφός και Αρχηγός Γ. Καραϊσκάκης».
Εν τω μεταξύ, όπως ακριβώς έγραψε ο Περραιβός στον Καραϊσκάκη, οι Τούρκοι κατασκεύασαν με θαυμαστή ταχύτητα ταμπούρια, εγκατέστησαν τα κανόνια τους και άρχισαν να βομβαρδίζουν τους Έλληνες. Με διαταγή του Κιουταχή το ιππικό χωρίστηκε σε δύο τμήματα και τοποθετήθηκε στους πρόποδες του Κορυδαλλού, εκατέρωθεν του κύριου σώματος της ελληνικής παράταξης. Στόχος του ήταν να χτυπήσει τις κεντρικές θέσεις των Ελλήνων, και όταν το μέτωπο θα έσπαγε, οι ιππείς να επιτεθούν στους πολεμιστές που θα οπισθοχωρούσαν από τα πλάγια. Ευτυχώς, το τάγμα των ανδρείων φιλελλήνων του Φαβιέρου μαζί με τους άνδρες του Κριεζώτη και του Μαυροβουνιώτη ανάγκασαν τους Τούρκους ιππείς σε υποχώρηση και το σχέδιο του Κιουταχή σε αποτυχία. Γενικά, οι άνδρες σε όλα τα ταμπούρια αγωνίστηκαν σκληρά, δεν υποχώρησαν και απέκρουσαν με επιτυχία τις τουρκικές επιθέσεις. Σε όλα τα μέτωπα της μάχης οι Έλληνες κράτησαν τις θέσεις τους σαν βράχοι, συχνά ενισχυμένοι σημαντικά από τους τακτικούς του Φαβιέρου. Η μάχη κράτησε μέχρι το απόγευμα. Μετά το τέλος της σύγκρουσης, ο Καραϊσκάκης, υπολογίζοντας ότι οι Τούρκοι θα έφερναν ενισχύσεις την επομένη, αποφάσισε να αποτραβήξει τους άνδρες του στην κορυφή του Κορυδαλλού και από εκεί πίσω στην Ελευσίνα. Η επιχείρηση έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ώστε να μην τους αντιληφθούν οι Τούρκοι και τους επιτεθούν. Έτσι, αφού βράδιασε, ο Περραιβός φώναξε στους άνδρες του:
«Μόλις μ' ακούσετε να φωνάζω δυνατά "απάνω τους, Έλληνες, απάνω τους!”, ν' αρχίσετε με μιας να χτυπάτε τα ποδάρια σας και να μπήξετε πολεμικές κραυγές, ωσάν να ετοιμαζόσαστε να κάνετε γιουρούσι. Αντίόμως να πηγαίνετε κατά μπρος, να τραβάτε κατά πίσω, προς το περιβόλι όπου βρίσκεται ο αρχηγός».
Και ενώ οι άτακτοι αποτραβιούνταν αθόρυβα προς το βουνό, οι τακτικοί που είχαν εγκατασταθεί μέσα στον περίβολο του αγροκτήματος, προκειμένου να ξεκουραστούν, βρέθηκαν περικυκλωμένοι από τον εχθρό. Φαίνεται πως δεν είχαν ειδοποιηθεί εγκαίρως σχετικά με την αθόρυβη αποχώρηση των συναγωνιστών τους, ενώ οι Τούρκοι κατάσκοποι είχαν ενημερώσει τους ανωτέρους τους ότι όλες οι ελληνικές θέσεις πλην του αγροκτήματος είχαν εγκαταλειφθεί. Όταν, λοιπόν, ο τακτικός στρατός εξήλθε, αντιμετώπισε την επίθεση των Τούρκων ιππέων. Ευτυχώς, η νύχτα ήταν σκοτεινή, καθώς δεν υπήρχε φεγγάρι, κι έτσι μόνο μικρή ζημιά μπόρεσαν να προκαλέσουν οι Τούρκοι. To λυπηρότερο, βέβαια, ήταν ότι οι αποχωρούντες τακτικοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν στη θηριωδία των εχθρών περί τους είκοσι πληγωμένους στον περίβολο του πύργου. Έτσι, επέστρεψαν και τα τακτικά τάγματα στο στρατόπεδο της Ελευσίνας.
Η δεύτερη σύγκρουση στο Χαϊδάρι ήταν πολύ πιο τρομερή από την πρώτη. Οι άνδρες του Καραϊσκάκη και του Φαβιέρου συνειδητοποίησαν απόλυτα την έκταση της δύναμης, την ορμή αλλά και το πείσμα του στρατού του Κιουταχή. Υπολογίζεται ότι οι Τούρκοι έχασαν πάνω από τετρακόσιους άνδρες κατά τη δεύτερη μάχη στο Χαϊδάρι. Οι ελληνικές απώλειες ήταν σχετικά μικρότερες: οι νεκροί έφτασαν τους εβδομήντα, οι περισσότεροι τακτικοί. Εκτός από τους αγωνιστές που σκοτώθηκαν εν ώρα μάχης, θανατώθηκαν και οι τραυματίες που περισυλλέχτηκαν στο πεδίο της μάχης από τους Τούρκους.
Οι συγκρούσεις στο Χαϊδάρι δεν είχαν ούτε νικητές ούτε ηττημένους και, ουσιαστικά, αποτέλεσαν αιτίες σημαντικής φθοράς των δυνάμεων και των δύο παρατάξεων. Οι Έλληνες, βέβαια, κατάφεραν να επιτύχουν τον κύριο στόχο τους, δηλαδή την ενθάρρυνση των πολιορκημένων της Ακρόπολης. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Κιουταχής δεν κατάφερε να διαλύσει το ελληνικό στρατόπεδο, παρά τη συντριπτική υπεροχή του. Οι αιματηρές μάχες στο Χαϊδάρι έκαναν σαφές στον βαλή της Ρούμελης ότι η εξουδετέρωση του Καραϊσκάκη και των ανδρών του θα ήταν πολύ πιο δύσκολη υπόθεση από όσο είχε αρχικά πιστέψει. Αλλά και οι Έλληνες οπλαρχηγοί κατέληξαν σε ένα σημαντικότατο συμπέρασμα μετά το Χαϊδάρi: η αντιμετώπιση των Τούρκων σε πεδινό ανοιχτό χώρο ήταν άκρως επικίνδυνη και έπρεπε να αποφευχθεί πάση θυσία.