Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Ο Καραϊσκάκης αρχιστράτηγος της Ρούμελης

Η είδηση της πτώσης του Μεσολογγίου προκάλεσε μεγάλη απελπισία στους Έλληνες. Στην Επίδαυρο, όπου μόλις είχε αρχίσει τις εργασίες της η Γ Εθνοσυνέλευση (6-16 Απριλίου 1926), οι πληρεξούσιοι κλονίστηκαν σοβαρά με τα δυσάρεστα νέα, τα οποία έφεραν την Επανάσταση σε μια από τις πιο κρίσιμες φάσεις της. Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει:
«Εβάλαμε τα μαυρα όλοι. Μισή ώρα εστάθη σιωπή που δεν έκρενε κανένας, αλλ’ εμέτραε καθένας με το νου του τον αφανισμό μας. Βλέποντας εγώ τη σιωπή, εσηκώθηκα εις το πόδι, και τους ομίλησα λόγια διά να εμψυχωθούν. Τους είπα ότι το Μεσολόγγι εχάθη ενδόξως, και θα μείνει αιώνας αιώνων η ανδρεία. Εάν βάλομε τα μαύρα και οκνεύσομε, θα πάρομε το ανάθεμα και θα πάρομε το αμάρτημα των αδυνάτων όλων. Με απεκρίθηκαν: "Τι να κάμομε τώρα, Κολοκοτρώνη;". "Τι να κάμομε"; τους λέγω. Την αυγή να κάμομε συνέλευση, να αποφασίσουμε κυβέρνηση πέντε, έξη, οκτώ άτομα διά να μας κυβερνήσουν [...] και ημείς οι άλλοι να σκορπίσομε εις τες επαρχίες και να πιάσομε γενικώς τα άρματα, ως τα πρωτοπιάσαμε στην επανάσταση».
Η Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της στις 16 Απριλίου 1826, αφού ανέστειλε τη λειτουργία της Βουλής και του Εκτελεστικού. Παύοντας την προβληματική κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη εξέλεξε δωδεκαμελή διοικητική επιτροπή με πρόεδρο τον Ανδρέα Ζαΐμη.
Η ανάγκη για ανασυγκρότηση και δυναμικό αγώνα είναι φανερή στη διακήρυξη που εξέδωσε η νέα κυβέρνηση όταν έφτασε στο Ναύπλιο δύο ημέρες μετά τη λήξη των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης. Ακόμα πιο δυναμική, ένα πραγματικό προσκλητήριο μάχης για τον υπέρ πάντων αγώνα, ήταν αυτή που έβγαλε ο Κολοκοτρώνης στις 20 Απριλίου, όταν διορίστηκε αρχιστράτηγος του Μοριά. Η ανεμπόδιστη προέλαση του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα και η προοπτική της απώλειας της πόλης των Αθηνών αλλά και ολόκληρης της Ρούμελης, που έθεταν σε σημαντικότατο κίνδυνο το μέλλον της Επανάστασης, απαιτούσαν τη λήψη άμεσων και δραστικών μέτρων.
Στο κέντρο των επιχειρήσεων, το Ναύπλιο, επικρατούσε γενική αναταραχή και αναβρασμός. Στις 16 Μαΐου έφτασαν όσοι είχαν απομείνει από τη φρουρά του Μεσολογγίου. Ο κόσμος τούς υποδέχτηκε με μεγάλη συγκίνηση, δάκρυα στα μάτια και κανονιοβολισμούς από το Παλαμήδι και την Ακροναυπλία. Αργότερα έφτασαν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και οι καπεταναίοι της Ρούμελης, ζητώντας να βρουν με ποιο τρόπο θα αντιμετωπίσουν τον Κιουταχή. Όμως ο οξύς ανταγωνισμός που επικρατούσε μεταξύ των οπλαρχηγών αλλά και των πολιτικών, οι διάφορες έριδες και οι παλιές βεντέτες, δεν επέτρεπαν την εκπόνηση και προώθηση οργανωμένου σχεδίου δράσης. Ο Καραϊσκάκης, εκτιμώντας την κρισιμότητα της κατάστασης και έχοντας μεγάλη πεποίθηση στις δυνάμεις του, ζήτησε δυναμικά από τη Διοίκηση την αρχιστρατηγία της Ρούμελης. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, ο Ζαΐμης τον διόρισε αρχιστράτηγο της Στερεάς Ελλάδας, αφήνοντας στην άκρη την προσωπική του έχθρα, καθώς ο Καραϊσκάκης κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου είχε λεηλατήσει με το ασκέρι του το σπίτι του και ολόκληρο το χωριό του, την Κερπινή, κοντά στα Καλάβρυτα. Ο βιογράφος του μεγάλου οπλαρχηγού Δημήτρης Φωτιάδης περιγράφει παραστατικά τη στιγμή της ύψιστης δικαίωσης:
«Τον φωνάζουνε στο Μπούρτζι. Κι όταν ο Καραϊσκάκης άκουσε από το στόμα του Ζαΐμη, του παλιού του οχτρού από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, πως τον κάνουν αρχιστράτηγο της Ρούμελης, τα μάτια του βούρκωσαν και δύο χοντρά δάκρυα κύλησαν στα βαθουλωμένα μάγουλά του.
- Η πατρίδα, του λέει ο Ζαΐμης, γυρεύει σήμερα από μας να μονοιάσουμε.
- Ναι, το γυρεύει! Αποκρίνεται ο Καραϊσκάκης και ρίχνεται στην αγκαλιά του Ζαΐμη˙ φιλήθηκαν και ξέχασαν τα περασμένα.
Σε τούτη τη σκηνή έλαχε να βρίσκεται κι ο Υδραίος μεγαλονοικοκύρης Βασίλης Μπουντούρης.
- Καραϊσκάκη, δεν έκαμες ως τώρα όσο έπρεπε το χρέος σου στην πατρίδα, του λέει- ο θεός να σε φωτίσει να το κάμεις από δω κι εμπρός...
- Δεν το αρνούμαι! Απαντάει ο μεγαλόκαρδος άντρας. Όταν θέλω γίνουμαι άγγελος κι όταν πάλι θέλω γίνουμε διάβολος. Από τώρα έχω σκοπό να γίνω άγγελος».


Μεχμέτ-Ρεσίτ πασάς (1780-1839), γνωστός και ως Κιουταχής.

Ο νέος σερασκέρης δεν ζήτησε ούτε άνδρες, ούτε χρήματα από τη Διοίκηση. To μόνο που αξίωσε ήταν η δυνατότητα να διορίζει στα διάφορα στρατιωτικά αξιώματα άτομα της δικής του επιλογής. Όταν το αίτημά του έγινε αποδεκτό, ξεκίνησε πυρετωδώς την προετοιμασία για την εκστρατεία του στην Αττική. Παρά την προσπάθεια που κατέβαλε, η επίτευξη του κύριου στόχου του, δηλαδή η συνένωση των διαφόρων ομάδων αγωνιστών, στάθηκε εντελώς αδύνατη. Έτσι ξεκίνησε στις 19 Ιουλίου για την πολιορκούμενη Αθήνα μαζί με λιγοστούς καπεταναίους, τον Νάκο Πανουργιά, τον Κωνσταντίνο Βέρη, τον Γιαννάκη Φραγκίστα και τον αδελφό του Οδυσσέα Ανδρούτσου Γιαννάκη, και περί τους εξακόσιους πενήντα άνδρες.

Η είδηση της πτώσης του Μεσολογγίου προκάλεσε μεγάλη απελπισία στους Έλληνες. Στην Επίδαυρο, όπου μόλις είχε αρχίσει τις εργασίες της η Γ Εθνοσυνέλευση (6-16 Απριλίου 1926), οι πληρεξούσιοι κλονίστηκαν σοβαρά με τα δυσάρεστα νέα, τα οποία έφεραν την Επανάσταση σε μια από τις πιο κρίσιμες φάσεις της. Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει:
«Εβάλαμε τα μαυρα όλοι. Μισή ώρα εστάθη σιωπή που δεν έκρενε κανένας, αλλ’ εμέτραε καθένας με το νου του τον αφανισμό μας. Βλέποντας εγώ τη σιωπή, εσηκώθηκα εις το πόδι, και τους ομίλησα λόγια διά να εμψυχωθούν. Τους είπα ότι το Μεσολόγγι εχάθη ενδόξως, και θα μείνει αιώνας αιώνων η ανδρεία. Εάν βάλομε τα μαύρα και οκνεύσομε, θα πάρομε το ανάθεμα και θα πάρομε το αμάρτημα των αδυνάτων όλων. Με απεκρίθηκαν: "Τι να κάμομε τώρα, Κολοκοτρώνη;". "Τι να κάμομε"; τους λέγω. Την αυγή να κάμομε συνέλευση, να αποφασίσουμε κυβέρνηση πέντε, έξη, οκτώ άτομα διά να μας κυβερνήσουν [...] και ημείς οι άλλοι να σκορπίσομε εις τες επαρχίες και να πιάσομε γενικώς τα άρματα, ως τα πρωτοπιάσαμε στην επανάσταση».
Η Εθνοσυνέλευση διέκοψε τις εργασίες της στις 16 Απριλίου 1826, αφού ανέστειλε τη λειτουργία της Βουλής και του Εκτελεστικού. Παύοντας την προβληματική κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη εξέλεξε δωδεκαμελή διοικητική επιτροπή με πρόεδρο τον Ανδρέα Ζαΐμη.
Η ανάγκη για ανασυγκρότηση και δυναμικό αγώνα είναι φανερή στη διακήρυξη που εξέδωσε η νέα κυβέρνηση όταν έφτασε στο Ναύπλιο δύο ημέρες μετά τη λήξη των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης. Ακόμα πιο δυναμική, ένα πραγματικό προσκλητήριο μάχης για τον υπέρ πάντων αγώνα, ήταν αυτή που έβγαλε ο Κολοκοτρώνης στις 20 Απριλίου, όταν διορίστηκε αρχιστράτηγος του Μοριά. Η ανεμπόδιστη προέλαση του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα και η προοπτική της απώλειας της πόλης των Αθηνών αλλά και ολόκληρης της Ρούμελης, που έθεταν σε σημαντικότατο κίνδυνο το μέλλον της Επανάστασης, απαιτούσαν τη λήψη άμεσων και δραστικών μέτρων.
Στο κέντρο των επιχειρήσεων, το Ναύπλιο, επικρατούσε γενική αναταραχή και αναβρασμός. Στις 16 Μαΐου έφτασαν όσοι είχαν απομείνει από τη φρουρά του Μεσολογγίου. Ο κόσμος τούς υποδέχτηκε με μεγάλη συγκίνηση, δάκρυα στα μάτια και κανονιοβολισμούς από το Παλαμήδι και την Ακροναυπλία. Αργότερα έφτασαν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και οι καπεταναίοι της Ρούμελης, ζητώντας να βρουν με ποιο τρόπο θα αντιμετωπίσουν τον Κιουταχή. Όμως ο οξύς ανταγωνισμός που επικρατούσε μεταξύ των οπλαρχηγών αλλά και των πολιτικών, οι διάφορες έριδες και οι παλιές βεντέτες, δεν επέτρεπαν την εκπόνηση και προώθηση οργανωμένου σχεδίου δράσης. Ο Καραϊσκάκης, εκτιμώντας την κρισιμότητα της κατάστασης και έχοντας μεγάλη πεποίθηση στις δυνάμεις του, ζήτησε δυναμικά από τη Διοίκηση την αρχιστρατηγία της Ρούμελης. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, ο Ζαΐμης τον διόρισε αρχιστράτηγο της Στερεάς Ελλάδας, αφήνοντας στην άκρη την προσωπική του έχθρα, καθώς ο Καραϊσκάκης κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου είχε λεηλατήσει με το ασκέρι του το σπίτι του και ολόκληρο το χωριό του, την Κερπινή, κοντά στα Καλάβρυτα. Ο βιογράφος του μεγάλου οπλαρχηγού Δημήτρης Φωτιάδης περιγράφει παραστατικά τη στιγμή της ύψιστης δικαίωσης:
«Τον φωνάζουνε στο Μπούρτζι. Κι όταν ο Καραϊσκάκης άκουσε από το στόμα του Ζαΐμη, του παλιού του οχτρού από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, πως τον κάνουν αρχιστράτηγο της Ρούμελης, τα μάτια του βούρκωσαν και δύο χοντρά δάκρυα κύλησαν στα βαθουλωμένα μάγουλά του.
- Η πατρίδα, του λέει ο Ζαΐμης, γυρεύει σήμερα από μας να μονοιάσουμε.
- Ναι, το γυρεύει! Αποκρίνεται ο Καραϊσκάκης και ρίχνεται στην αγκαλιά του Ζαΐμη˙ φιλήθηκαν και ξέχασαν τα περασμένα.
Σε τούτη τη σκηνή έλαχε να βρίσκεται κι ο Υδραίος μεγαλονοικοκύρης Βασίλης Μπουντούρης.
- Καραϊσκάκη, δεν έκαμες ως τώρα όσο έπρεπε το χρέος σου στην πατρίδα, του λέει- ο θεός να σε φωτίσει να το κάμεις από δω κι εμπρός...
- Δεν το αρνούμαι! Απαντάει ο μεγαλόκαρδος άντρας. Όταν θέλω γίνουμαι άγγελος κι όταν πάλι θέλω γίνουμε διάβολος. Από τώρα έχω σκοπό να γίνω άγγελος».


Μεχμέτ-Ρεσίτ πασάς (1780-1839), γνωστός και ως Κιουταχής.

Ο νέος σερασκέρης δεν ζήτησε ούτε άνδρες, ούτε χρήματα από τη Διοίκηση. To μόνο που αξίωσε ήταν η δυνατότητα να διορίζει στα διάφορα στρατιωτικά αξιώματα άτομα της δικής του επιλογής. Όταν το αίτημά του έγινε αποδεκτό, ξεκίνησε πυρετωδώς την προετοιμασία για την εκστρατεία του στην Αττική. Παρά την προσπάθεια που κατέβαλε, η επίτευξη του κύριου στόχου του, δηλαδή η συνένωση των διαφόρων ομάδων αγωνιστών, στάθηκε εντελώς αδύνατη. Έτσι ξεκίνησε στις 19 Ιουλίου για την πολιορκούμενη Αθήνα μαζί με λιγοστούς καπεταναίους, τον Νάκο Πανουργιά, τον Κωνσταντίνο Βέρη, τον Γιαννάκη Φραγκίστα και τον αδελφό του Οδυσσέα Ανδρούτσου Γιαννάκη, και περί τους εξακόσιους πενήντα άνδρες.