Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Μετά την πτώση του Μεσολογγίου: ο Κιουταχής στην Αθήνα

Κατά την περίοδο 1821-1827 η Επανάσταση εδραιώθηκε δυναμικά στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου. Η Στερεά Ελλάδα από την άλλη πλευρά αποτέλεσε πεδίο πολλαπλών και ιδιαίτερα σφοδρών συγκρούσεων. Κατά την περίοδο 1821-1824 η μάχη ήταν αμφίρροπη, αλλά σταδιακά οι επαναστατικοί πυρήνες μειώθηκαν. Κατά το 1825 η Επανάσταση περιορίστηκε στο οχυρωμένο Μεσολόγγι και στο κάστρο των Αθηνών. To Μεσολόγγι υπέκυψε στις 10 Απριλίου 1826 έπειτα από πολύμηνη πολιορκία από τις ενωμένες δυνάμεις του Ιμπραήμ και του Κιουταχή. Μετά την κατάληψη του Μεσολογγίου, ο Ιμπραήμ κινήθηκε ταχύτατα προς τον Μοριά, ενώ ο Κιουταχής ανέλαβε να αποκαταστήσει την κυριαρχία του σουλτάνου σε ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα. Η επιχείρηση αυτή ήταν αρκετά εύκολη, αφού οι οπλαρχηγοί στη Ρούμελη δεν ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις του Καραϊσκάκη να συνεχίσουν τον πόλεμο εκεί. Οι περισσότεροι από αυτούς, όπως ο Ανδρέας 'Ισκος, ο Μήτσος Κοντογιάννης, ο Γιάννης Ράγκος, ο Γιάννης Στάικος, οι Γιολσαδαίοι, ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης και άλλοι, ήρθαν σε συμφωνία (καπάκια) με τον Κιουταχή και πήραν τα παλιά αρματολίκια της Στερεάς Ελλάδας. Οι οπλαρχηγοί που δεν έπεσαν σε «καπάκια» με τον Κιουταχή κινήθηκαν προς την Πελοπόννησο και απέφυγαν να έρθουν σε επαφή με τα τουρκικά στρατεύματα, προκειμένου να μην προκαλέσουν αντίποινα εις βάρος των πληθυσμών της Στερεάς. Έτσι, με τα νώτα του προφυλαγμένα ο δαιμόνιος Κιουταχής προχώρησε προς την Αθήνα. «Εκδυθείς την λεοντήν και ενδυθείς την αλωπεκήν» συνθηκολόγησε με τους οπλαρχηγούς και κράτησε ειρηνική στάση απέναντι στους πληθυσμούς, ώστε να επιτευχθεί ταχύτατα και όσο το δυνατόν πιο αναίμακτα ο στόχος του: η κατάληψη του κάστρου των Αθηνών, του τελευταίου οχυρού που παρέμενε στα χέρια των επαναστατών.
Στις 28 Ιουνίου 1826 ο Κιουταχής με τα στρατεύματά του, έξι χιλιάδες στρατιώτες, δύο χιλιάδες ιππείς, είκοσι κανόνια και έξι βομβοβόλα (λουμπάρδες), έφτασε στη θήβα και έστειλε στην Αθήνα την εμπροσθοφυλακή του. Η αντίσταση που αντιμετώπισαν από τους γενναίους άνδρες του Κριεζώτη και του Βάσσου Μαυροβουνιώτη στα Λιόσια τούς ανάγκασε να οπισθοχωρήσουν. Όταν, όμως τα τουρκικά στρατεύματα του Κιουταχή, υποστηριζόμενα από αυτά του Ομέρ πασά της Εύβοιας, μπήκαν στην Αττική, οι κάτοικοι των χωριών έσπευσαν να τον προσκυνήσουν, όντας ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι από τη βαριά φορολογία που τους είχε επιβάλει ο Ιωάννης Γκούρας, ο φρούραρχος της πόλης των Αθηνών. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης αναφέρει στα απομνημονεύματά του:
«Ο Κιτάγιας ήρθε με μεγάλη δύναμη ανθρώπων, με καβαλλαρία, με κανόνια, μ' όλα τ' αναγκαία του πολέμου. Έπιασε τα Πατήσια. Τα χωριά τα περισσότερα της Αθήνας προσκύνησαν, ότι από την δικαιοσύνην μας πολλούς κατοίκους τους ηύρανε φορτωμένους πέτρες και τους ξεφόρτωσαν κι' άλλους τους λευτέρωσαν, οπού τους παιδεύαμεν διά χρήματα».
Οι Αθηναίοι, έχοντας προβλέψει την επίθεση του Κιουταχή, είχαν φροντίσει να στείλουν ένα μεγάλο μέρος των αμάχων στη Σαλαμίνα και την Αίγινα. Στην πόλη είχαν μείνει ο Ιωάννης Γκούρας με διακόσιους πενήντα άνδρες, ο Στάθης Κατσικογιάννης, ο Γεράσιμος Φωκάς και ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος με ογδόντα και γύρω στους οκτακόσιους Αθηναίους υπό τις διαταγές του Μακρυγιάννη, του Κώστα Χορμοβίτη, γνωστού και ως Λαγουμιτζή, του Μπενιζέλου, του Καψοράχη και του Δάβαρη. Επίσης υπήρχαν και πολλές γυναίκες με τα παιδιά τους, που προτίμησαν να μείνουν στην πόλη. Μαζί με τους πολεμιστές οχυρώθηκαν πίσω από το τείχος, το οποίο είχε χτίσει το 1778 ο τυραννικός βοεβόδας Χατζή Αλή Χασεκή με σκοπό να περιορίσει τους κατοίκους, ώστε να εισπράττει με ευκολία τους βαρύτατους φόρους που είχε επιβάλει. To τείχος του Χασεκή, η ανοικοδόμηση του οποίου κράτησε μόλις τρεις μήνες, ήταν προχειροφτιαγμένο, με πάχος που δεν ξεπερνούσε τα 0,8 μέτρα. Η πορεία του συνέπιπτε σε μεγάλο βαθμό με αυτή του θεμιστόκλειου τείχους.


Αποψη της Αθήνας από τον Ελαιώνα, λιθογραφία του Ferdinand Stademann (1835).

Μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου ο Ομέρ πασάς είχε καταλάβει τα περίχωρα της πόλης, τη μονή Πετράκη, την περιοχή των Πατησίων, τα Σεπόλια και την Πνύκα, ενώ ο Κιουταχής οργάνωσε το στρατόπεδό του στα Πατήσια στις 3 Ιουλίου. Αμέσως ξεκίνησε τον βομβαρδισμό της πόλης με τα πολυάριθμα κανόνια και βομβοβόλα του. Τα τείχη, σε πολλά σημεία σαθρά, υποχωρούσαν με ευκολία. Οι υπερασπιστές της πόλεως των Αθηνών κατέβαλλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες, προκειμένου να επιδιορθώνουν τις ρωγμές και να αναχαιτίζουν τους εισβολείς. Η άλωση της πόλης πραγματοποιήθηκε στις 3 Αυγούστου μέσω μεγάλου ρήγματος κοντά στη Μενιδιάτικη Πόρτα και άλλων ρηγμάτων. Ο Μακρυγιάννης, ο οποίος πάλεψε με τους άνδρες του στην άμυνα των οχυρώσεων, διηγείται:
«Και με διόριοαν μ' άλλους δύο Αθηναίους τον Συμεών Ζαχαρίτζα και Νερούτζον Μετζέλο και ήμαστε μ' ανθρώπους ε/ς τα τείχη της πόλεως- και ηολεμούσαμεν νύχτα και ημέρα τριάντα τέσσερες ημέρες. Ο Κιτάγιας χάλαγε τα τείχη με κανόνια κ' εμείς ψκειάναμεν. Και καταφανιστήκαμεν ε/ς τον σκοτωμόν και πληγωμόν. Μίαν αυγή, μίαν ώρα να φέξη, αφού γκρέμιοε οε πολλά μέρη της πόλεως τα τείχη και δεν μας άψιναν τα κανόνια τ' ακατάπαυστα να μερεμετίσουμεν τα τείχη, τότε μπήκαν οι Τουρκοι - τους μέθυσε πρώτα με ρούμι και μπήκαν από τρεις μεριές. Κι ανακατωμένοι με τους Τούρκους πήγαμε πολεμώντας ως το κάστρον».
To κάστρο που αναφέρει ο Μακρυγιάννης ήταν η τειχισμένη Ακρόπολη, το ύστατο οχυρό της πόλης των Αθηνών. Εκεί οι Αθηναίοι παρέμειναν πολιορκούμενοι από τον Κιουταχή επί δέκα περίπου μήνες.


Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή, υδατογραφία του Παναγή Ζωγράφου με βάση τη διήγηση του Μακρυγιάννη.

Κατά την περίοδο 1821-1827 η Επανάσταση εδραιώθηκε δυναμικά στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου. Η Στερεά Ελλάδα από την άλλη πλευρά αποτέλεσε πεδίο πολλαπλών και ιδιαίτερα σφοδρών συγκρούσεων. Κατά την περίοδο 1821-1824 η μάχη ήταν αμφίρροπη, αλλά σταδιακά οι επαναστατικοί πυρήνες μειώθηκαν. Κατά το 1825 η Επανάσταση περιορίστηκε στο οχυρωμένο Μεσολόγγι και στο κάστρο των Αθηνών. To Μεσολόγγι υπέκυψε στις 10 Απριλίου 1826 έπειτα από πολύμηνη πολιορκία από τις ενωμένες δυνάμεις του Ιμπραήμ και του Κιουταχή. Μετά την κατάληψη του Μεσολογγίου, ο Ιμπραήμ κινήθηκε ταχύτατα προς τον Μοριά, ενώ ο Κιουταχής ανέλαβε να αποκαταστήσει την κυριαρχία του σουλτάνου σε ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα. Η επιχείρηση αυτή ήταν αρκετά εύκολη, αφού οι οπλαρχηγοί στη Ρούμελη δεν ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις του Καραϊσκάκη να συνεχίσουν τον πόλεμο εκεί. Οι περισσότεροι από αυτούς, όπως ο Ανδρέας 'Ισκος, ο Μήτσος Κοντογιάννης, ο Γιάννης Ράγκος, ο Γιάννης Στάικος, οι Γιολσαδαίοι, ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης και άλλοι, ήρθαν σε συμφωνία (καπάκια) με τον Κιουταχή και πήραν τα παλιά αρματολίκια της Στερεάς Ελλάδας. Οι οπλαρχηγοί που δεν έπεσαν σε «καπάκια» με τον Κιουταχή κινήθηκαν προς την Πελοπόννησο και απέφυγαν να έρθουν σε επαφή με τα τουρκικά στρατεύματα, προκειμένου να μην προκαλέσουν αντίποινα εις βάρος των πληθυσμών της Στερεάς. Έτσι, με τα νώτα του προφυλαγμένα ο δαιμόνιος Κιουταχής προχώρησε προς την Αθήνα. «Εκδυθείς την λεοντήν και ενδυθείς την αλωπεκήν» συνθηκολόγησε με τους οπλαρχηγούς και κράτησε ειρηνική στάση απέναντι στους πληθυσμούς, ώστε να επιτευχθεί ταχύτατα και όσο το δυνατόν πιο αναίμακτα ο στόχος του: η κατάληψη του κάστρου των Αθηνών, του τελευταίου οχυρού που παρέμενε στα χέρια των επαναστατών.
Στις 28 Ιουνίου 1826 ο Κιουταχής με τα στρατεύματά του, έξι χιλιάδες στρατιώτες, δύο χιλιάδες ιππείς, είκοσι κανόνια και έξι βομβοβόλα (λουμπάρδες), έφτασε στη θήβα και έστειλε στην Αθήνα την εμπροσθοφυλακή του. Η αντίσταση που αντιμετώπισαν από τους γενναίους άνδρες του Κριεζώτη και του Βάσσου Μαυροβουνιώτη στα Λιόσια τούς ανάγκασε να οπισθοχωρήσουν. Όταν, όμως τα τουρκικά στρατεύματα του Κιουταχή, υποστηριζόμενα από αυτά του Ομέρ πασά της Εύβοιας, μπήκαν στην Αττική, οι κάτοικοι των χωριών έσπευσαν να τον προσκυνήσουν, όντας ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι από τη βαριά φορολογία που τους είχε επιβάλει ο Ιωάννης Γκούρας, ο φρούραρχος της πόλης των Αθηνών. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης αναφέρει στα απομνημονεύματά του:
«Ο Κιτάγιας ήρθε με μεγάλη δύναμη ανθρώπων, με καβαλλαρία, με κανόνια, μ' όλα τ' αναγκαία του πολέμου. Έπιασε τα Πατήσια. Τα χωριά τα περισσότερα της Αθήνας προσκύνησαν, ότι από την δικαιοσύνην μας πολλούς κατοίκους τους ηύρανε φορτωμένους πέτρες και τους ξεφόρτωσαν κι' άλλους τους λευτέρωσαν, οπού τους παιδεύαμεν διά χρήματα».
Οι Αθηναίοι, έχοντας προβλέψει την επίθεση του Κιουταχή, είχαν φροντίσει να στείλουν ένα μεγάλο μέρος των αμάχων στη Σαλαμίνα και την Αίγινα. Στην πόλη είχαν μείνει ο Ιωάννης Γκούρας με διακόσιους πενήντα άνδρες, ο Στάθης Κατσικογιάννης, ο Γεράσιμος Φωκάς και ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος με ογδόντα και γύρω στους οκτακόσιους Αθηναίους υπό τις διαταγές του Μακρυγιάννη, του Κώστα Χορμοβίτη, γνωστού και ως Λαγουμιτζή, του Μπενιζέλου, του Καψοράχη και του Δάβαρη. Επίσης υπήρχαν και πολλές γυναίκες με τα παιδιά τους, που προτίμησαν να μείνουν στην πόλη. Μαζί με τους πολεμιστές οχυρώθηκαν πίσω από το τείχος, το οποίο είχε χτίσει το 1778 ο τυραννικός βοεβόδας Χατζή Αλή Χασεκή με σκοπό να περιορίσει τους κατοίκους, ώστε να εισπράττει με ευκολία τους βαρύτατους φόρους που είχε επιβάλει. To τείχος του Χασεκή, η ανοικοδόμηση του οποίου κράτησε μόλις τρεις μήνες, ήταν προχειροφτιαγμένο, με πάχος που δεν ξεπερνούσε τα 0,8 μέτρα. Η πορεία του συνέπιπτε σε μεγάλο βαθμό με αυτή του θεμιστόκλειου τείχους.


Αποψη της Αθήνας από τον Ελαιώνα, λιθογραφία του Ferdinand Stademann (1835).

Μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου ο Ομέρ πασάς είχε καταλάβει τα περίχωρα της πόλης, τη μονή Πετράκη, την περιοχή των Πατησίων, τα Σεπόλια και την Πνύκα, ενώ ο Κιουταχής οργάνωσε το στρατόπεδό του στα Πατήσια στις 3 Ιουλίου. Αμέσως ξεκίνησε τον βομβαρδισμό της πόλης με τα πολυάριθμα κανόνια και βομβοβόλα του. Τα τείχη, σε πολλά σημεία σαθρά, υποχωρούσαν με ευκολία. Οι υπερασπιστές της πόλεως των Αθηνών κατέβαλλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες, προκειμένου να επιδιορθώνουν τις ρωγμές και να αναχαιτίζουν τους εισβολείς. Η άλωση της πόλης πραγματοποιήθηκε στις 3 Αυγούστου μέσω μεγάλου ρήγματος κοντά στη Μενιδιάτικη Πόρτα και άλλων ρηγμάτων. Ο Μακρυγιάννης, ο οποίος πάλεψε με τους άνδρες του στην άμυνα των οχυρώσεων, διηγείται:
«Και με διόριοαν μ' άλλους δύο Αθηναίους τον Συμεών Ζαχαρίτζα και Νερούτζον Μετζέλο και ήμαστε μ' ανθρώπους ε/ς τα τείχη της πόλεως- και ηολεμούσαμεν νύχτα και ημέρα τριάντα τέσσερες ημέρες. Ο Κιτάγιας χάλαγε τα τείχη με κανόνια κ' εμείς ψκειάναμεν. Και καταφανιστήκαμεν ε/ς τον σκοτωμόν και πληγωμόν. Μίαν αυγή, μίαν ώρα να φέξη, αφού γκρέμιοε οε πολλά μέρη της πόλεως τα τείχη και δεν μας άψιναν τα κανόνια τ' ακατάπαυστα να μερεμετίσουμεν τα τείχη, τότε μπήκαν οι Τουρκοι - τους μέθυσε πρώτα με ρούμι και μπήκαν από τρεις μεριές. Κι ανακατωμένοι με τους Τούρκους πήγαμε πολεμώντας ως το κάστρον».
To κάστρο που αναφέρει ο Μακρυγιάννης ήταν η τειχισμένη Ακρόπολη, το ύστατο οχυρό της πόλης των Αθηνών. Εκεί οι Αθηναίοι παρέμειναν πολιορκούμενοι από τον Κιουταχή επί δέκα περίπου μήνες.


Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή, υδατογραφία του Παναγή Ζωγράφου με βάση τη διήγηση του Μακρυγιάννη.