Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Η ψηφιδωτή διακόσμηση της μονής Δαφνίου

Η μονή Δαφνίου χρωστά τη μεγάλη φήμη της σε πανελλήνιο αλλά και παγκόσμιο επίπεδο στα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τους τοίχους του καθολικού της. Όπως θα δούμε παρακάτω, τόσο η τεχνοτροπία όσο και η τεχνική κατασκευής τους είναι εξαιρετικής ποιότητας και καθιστούν το καθολικό του Δαφνίου ένα από τα πλέον σημαντικά βυζαντινά μνημεία του ελλαδικού χώρου, εφάμιλλο των μνημειακών ναών της Κωνσταντινούπολης.
To μεγαλείο των ψηφιδωτών διατηρείται μέχρι τις μέρες μας, παρά τις επάλληλες ζημιές που έχουν υποστεί από σεισμούς το 1889, το 1894, και πιο πρόσφατα το 1981 και το 1999. Επίσης, οι στερεωτικές εργασίες του ψηφοθέτη Fransisco Novo αμέσως μετά τον πρώτο σεισμό (1892-1897) προκάλεσαν σημαντικές αλλοιώσεις στο εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού, καθώς ορισμένες παραστάσεις, κυρίως μορφές αγίων, τοποθετήθηκαν σε θέση διαφορετική από αυτήν που είχαν αρχικά. Επιπλέον, ο Νονο προχώρησε σε συμπληρώσεις και προσθήκες, οι οποίες σήμερα κρίνονται κακότεχνες και ιδιαιτέρως αυθαίρετες, με άλλα λόγια ανεπίτρεπτες. Πάντως στις υψηλότερες επιφάνειες των τοίχων του ναού τα ψηφιδωτά σώζονται σε αρκετά καλή κατάσταση. Παρά τα παραπάνω προβλήματα οι αρχαιολόγοι, με τη βοήθεια των περιγραφών των περιηγητών, έχουν κατορθώσει να αποκαταστήσουν την εικόνα που είχε η ψηφιδωτή διακόσμηση του καθολικού της μονής Δαφνίου αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της. Βάσει της στυλιστικής αποτίμησης των απεικονιζόμενων συνθέσεων, αυτή τοποθετείται στις τελευταίες δεκαετίες του 11ου αιώνα. To εικονογραφικό πρόγραμμα ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τα πρότυπα που είχαν καθιερωθεί στην Κωνσταντινούπολη μετά τη λήξη της Εικονομαχίας (726-787 και 815-843). Αυτό σημαίνει ότι στον τρούλο δεσπόζει η μορφή του Χριστού Παντοκράτορα πλαισιωμένη από διάφορους προφήτες, ενώ στα ημιχώνια και τα υψηλότερα μέρη του ναού έχουμε ευαγγελικές σκηνές, δηλαδή επεισόδια από τη ζωή του Χριστού.


Ο τρούλος του καθολικού της μονής Δαφνίου.

Αυτό το εικονογραφικό πρόγραμμα συμβολίζει τις νέες δογματικές αντιλήψεις που προέκυψαν από τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας και την οριστική αποκατάσταση των εικόνων το 843. Η ιδέα της ενσάρκωσης του θείου υπήρξε το βασικό επιχείρημα της εικονόφιλης ομάδας, καθώς χάρη στην πραγμάτωσή της οι άνθρωποι απέκτησαν τη δυνατότητα να βλέπουν και συνακόλουθα να απεικονίζουν το θείο. Έτσι, η θεϊκή ενσάρκωση αποτέλεσε τον βασικό άξονα γύρω από τον οποίο διαμορφώθηκε το νέο εικονογραφικό πρόγραμμα. Τώρα, λοιπόν, ο ναός αντιμετωπίζεται σαν μια μικρογραφία του σύμπαντος. Πιο αναλυτικά, ο τρούλος και η αψίδα που δεσπόζουν στον κατακόρυφο και τον κατά μήκος άξονα του ναϊκού οικοδομήματος συμβολίζουν την ουράνια σφαίρα, ενώ οι κατώτερες ζώνες τη γήινη.Έτσι, ο τρούλος καταλαμβάνεται από παράσταση του Χριστού Παντοκράτορα, η οποία αποτελεί στην ουσία έκφραση του δόγματος του ομοούσιου. Ο Παντοκράτωρ περιστοιχίζεται από αγγελικές δυνάμεις και προφήτες. Στα σφαιρικά τρίγωνα παριστάνονται οι τέσσερις ευαγγελιστές που κατέγραψαν τη θεία ενσάρκωση και έδρασαν ως σύνδεσμοι μεταξύ γήινης και ουράνιας σφαίρας. Η πραγματοποίηση της ενσάρκωσης, δηλαδή διάφορα περιστατικά και γεγονότα από την επίγεια ζωή του Χριστού (χριστολογικές σκηνές), τοποθετείται στην αμέσως κατώτερη ζώνη του ναού, δηλαδή τις καμάρες, τα τύμπανα των κεραιών του σταυρού και τα ανώτερα μέρη των τοίχων. Στην κατώτερη ζώνη των τοίχων απεικονίζονται οι άγιοι, που απολαμβάνουν μαζί με τους πιστούς που έχουν προσέλθει στον ναό τη θέαση του θείου.


Ο Παντοκράτορας-«Δίκαιος Κριτής» στο μετάλλιο του τρούλου του καθολικού της μονής Δαφνίου. Η αυστηρότητα και η ένταση του βλέμματος οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στα ισχυρά τοξωτά φρύδια και τις σκούρες σκιές γύρω από τα μάτια. Η σχετικά σχηματική και επίπεδη απόδοση των πλαστικών αξιών του προσώπου, απομακρύνει τη μορφή του Παντοκράτορα από την κλασικιστική τεχνοτροπία με την οποία έχουν εκτελεστεί όλες οι άλλες μορφές. Η σκουρόχρωμη, πυκνή γενειάδα επιτείνει την εντύπωση της αυστηρότητας. Η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τον δείκτη από το μεσαίο δάκτυλο πάνω στο ευαγγέλιο προσδίδει ένταση στη χειρονομία, που βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τον όλο δυναμισμό της μορφής.

Στην αψίδα του ιερού τοποθετείται η Παναγία-Πλατυτέρα. Η θεοτόκος, ο φορέας της θεϊκής ενσάρκωσης, δέεται για τη σωτηρία των ανθρώπων και μεσολαβεί ως σύνδεσμος μεταξύ της ουράνιας και της γήινης σφαίρας, μεταξύ του θεού και των ανθρώπων. Στο ημικυλινδρικό τμήμα της αψίδας έχουμε θέματα σχετικά με τη θεία Λειτουργία συνήθως περιλαμβάνουν την Κοινωνία των Αποστόλων (μετάδοση-μετάληψη) καθώς και διάφορους Πατέρες της Εκκλησίας.
Στο καθολικό της μονής Δαφνίου, που είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της θεοτόκου, το παραπάνω τυπικό ακολουθείται εμπλουτισμένο με σκηνές από τον βίο της Παναγίας (μαριολογικές σκηνές). Η έμφαση στην Παναγία προκύπτει από τον πρωταρχικό της ρόλο στην ενσάρκωση του θείου και είναι αρκετά συχνό φαινόμενο στα μετα-εικονομαχικά εικονογραφικά προγράμματα. 
Ο υποβλητικός Παντοκράτορας που καταλαμβάνει το μετάλλιο του τρούλου στο Δαφνί εικονίζεται ως απόλυτος «Δίκαιος Κριτής». Κοιτάζει τον θεατή με πλάγιο, διαπεραστικό και αυστηρό βλέμμα. Ο Παύλος Αποστόλου, ο συντηρητής των ψηφιδωτών του τρούλου στο Λεμονόδασος του Κοσμά Πολίτη, έμεινε έκπληκτος και μάλλον μπερδεμένος με την αυστηρότητα της μορφής:
«Πρίν αρχίσω την εργασία [στο ψηφιδωτό του Παντοκράτορα], έμεινα εκεί ώρες ολόκληρες, μονάχος με τον εαυτό μου, προσπάθησα να καταλάβω. Άδικα όμως. 
»Αλήθεια, ένιωσα μόνο ένα ενδιαφέρον αρχαιολογικό. Δεν μπορώ να προσωποποιήσω έτσι το θεό μου, συνοφρυωμένο και εκδικητικό. Μέσα στο δεξίμάτι του Παντοκράτορα βρήκα μπηγμένη την αιχμή από ένα βέλος. Βέβαια ένα βέλος σαρακηνό ή κάποιου σταυροφόρου. Δοκίμασα τη χαρά του συλλέχτη που αποχτά ένα πολύτιμο κομμάτι. Δε θα 'πρεπε να φρίξω για την ιεροσυλία;».
Η αυστηρότητα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα ισχυρά τοξωτά φρύδια και τις σκούρες σκιές κάτω από αυτά, αλλά και κάτω από τα μάτια. Η σκουρόχρωμη, πυκνή γενειάδα επιτείνει την εντύπωση της αυστηρότητας. Η σχετικά σχηματική και επίπεδη απόδοση των πλαστικών αξιών του προσώπου του Παντοκράτορα, τον απομακρύνει από την κλασικιστική τεχνοτροπία με την οποία έχουν εκτελεστεί όλες οι άλλες μορφές. Η μορφή πλαισιώνεται από πλούσια καστανή κυματιστή κόμη. Με το δεξί χέρι ευλογεί, ενώ στο αριστερό κρατά ογκώδες χρυσόδετο (χρυσή στάχωση) ευαγγέλιο. Η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τον δείκτη από το μεσαίο δάκτυλο πάνω στο ευαγγέλιο προσδίδει ένταση στη χειρονομία, που βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τον όλο δυναμισμό της μορφής. Στο τύμπανο του τρούλου είχαν τοποθετηθεί οι μορφές δεκαέξι μετωπικά ιστάμενων προφητών. Οι ήρεμες στάσεις τους θυμίζουν αρχαίους φιλοσόφους και ρήτορες. Η κλασικιστική αντίληψη είναι ιδιαίτερα εμφανής στο ανάγλυφο πλάσιμο κάποιων μορφών καθώς και στη στοχαστική έκφραση των ματιών τους. Κάποιοι, όμως, από τους εικονιζόμενους προφήτες έχουν βλέμματα και πρόσωπα αυστηρά, έντονα σκιασμένα, που θυμίζουν τον Παντοκράτορα. Η σημερινή τοποθέτηση κάποιων μορφών δεν είναι η αρχική.


Η Γέννηση στο νοτιοανατολικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου. Η παράσταση χαρακτηρίζεται από έντονο κλασικισμό, ο οποίος είναι εμφανής στην απόδοση του τοπίου, στα γαλήνια και με έντονη πλαστικότητα πρόσωπα των εικονιζόμενων μορφών, στην ήρεμη πτυχολογία των ενδυμάτων και στις αρμονικές κινήσεις τους.

Στα τέσσερα ημιχώνια που ανοίγονται κάτω από το τύμπανο του τρούλου, οι Βυζαντινοί ψηφοθέτες είχαν απεικονίσει τις πλέον σημαντικές ευαγγελικές σκηνές πριν από το Πάθος, δηλαδή τον Ευαγγελισμό (βορειοανατολικό ημιχώνιο), τη Γέννηση (νοτιοανατολικό ημιχώνιο), τη Βάπτιση (νοτιοδυτικό ημιχώνιο) και τη Μεταμόρφωση (βορειοδυτικό ημιχώνιο). Και οι τέσσερις παραστάσεις σώζονται λιγότερο ή περισσότερο αποσπασματικά. Η πρώτη από αυτές λαμβάνει χώρα σε ενιαίο χρυσό κάμπο (βάθος) χωρίς την παραμικρή δήλωση τοπίου. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ πλησιάζει με ήρεμη, αρμονική κίνηση την Παναγία, θυμίζοντας αρχαιοελληνική παράσταση Νίκης. Τα ενδύματά του -λευκό ιμάτιο πάνω από σκούρο γαλάζιο χιτώνα- είναι ελαφρώς πτυχωμένα και ακολουθούν τις κινήσεις του σώματος. Η Παναγία στα δεξιά, εικονίζεται μετωπικά, να στέκεται μπροστά σε θρόνο με το κεφάλι στραμμένο ελάχιστα προς τα δεξιά. Η έκφραση και των δύο μορφών είναι ευγενική και γαλήνια. Τα φτερά του αρχάγγελου και τα ενδύματα και των δύο μορφών έχουν στολιστεί κατά τόπους με χρυσές ψηφίδες.
Η σκηνή της Γέννησης διαδραματίζεται σε σχεδόν ειδυλλιακό τοπίο. To βραχώδες σπήλαιο που φιλοξενεί την Παναγία και τον νεογέννητο Χριστό, με χρυσές ανταύγειες στην κορυφή του από τη λάμψη του αστεριού, περιβάλλεται από χαμηλούς λόφους με περιορισμένη βλάστηση, ενώ κάτω δεξιά ομάδα προβάτων πίνει νερό από ένα ρυάκι. Ο κλασικισμός που χαρακτηρίζει την απόδοση του τοπίου βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τις γαλήνιες μορφές της Παναγίας και του Ιωσήφ, καθώς και των τεσσάρων αγγέλων και των δύο βοσκών που γεμίζουν την ανώτερη ζώνη της παράστασης. Και εδώ οι πτυχολογίες είναι ήρεμες και ακολουθούν την κίνηση των σωμάτων, οι κινήσεις είναι αρμονικές και το πλάσιμο των προσώπων χαρακτηρίζεται από έντονη πλαστικότητα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η μορφή της Παναγίας από την έντονα κλασικιστική παράσταση της Σταύρωσης. To ψυχικό πάθος της Παναγίας δηλώνεται από τη βαθιά μελαγχολική έκφραση και την ευγενική χειρονομία της. Η αρμονική σωματική διάπλαση και η στάση τόσο της Παναγίας όσο και του ωάννη (απέναντι) ανάγονται σε πρότυπα της κλασικής αρχαιότητας.

Στο κέντρο της ιδιαίτερα συμμετρικής σκηνής της Βάπτισης κυριαρχεί η γυμνή μορφή του Ιησού, εμβαπτισμένου μέχρι το στήθος στα νερά του Ιορδάνη. To γυμνό σώμα, που διακρίνεται ξεκάθαρα μέσα στο ανοιχτό γαλάζιο νερό του ποταμού, έχει πλαστεί με αβρότητα μέσω της χρήσης μικρότατων λευκών και ρόδινων ψηφίδων. To ίδιο ισχύει για το πρόσωπο του Χριστού αλλά και των υπόλοιπων μορφών της σύνθεσης. Οι σωστές αναλογίες του γυμνού σώματος καθώς και η ελαφρά κίνησή του σε στροφή προς τον Πρόδρομο στα αριστερά, θυμίζουν κλασικό άγαλμα. Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες παραστάσεις Βαπτίσεως όπου ο Χριστός εικονίζεται εντελώς γυμνός. Στα δεξιά έχουν τοποθετηθεί δύο άγγελοι με τα χέρια σκεπασμένα με λέντια (προσόψια), προκειμένου να σκουπίσουν το σώμα του Χριστού μετά την ολοκλήρωση της βάπτισης. To χέρι και το πόδι που διακρίνονται κάτω δεξιά ανήκουν σε ανδρική γεροντική μορφή, την προσωποποίηση του ποταμού Ιορδάνη. Τέλος, στη σκηνή της Μεταμόρφωσης έχουμε τον Χριστό μέσα σε ελλειψοειδή γαλανόλευκη δόξα, πλαισιωμένη από πλατιά ταινία από ασημένιες ψηφίδες, να δεσπόζει σε χαλαρή μετωπική στάση αρχαίου ρήτορα στο όρος θαβώρ. Με το δεξί χέρι ευλογεί, ενώ στο αριστερό κρατά τυλιγμένο ειλητάριο. Όπως οι προφήτες στο τύμπανο του τρούλου, η μορφή αντλεί τα πρότυπά της από τη γλυπτική των κλασικών χρόνων. To θαβώρ αποδίδεται ως σειρά χαμηλών λόφων στο κατώτατο μέρος της σύνθεσης, όπου βρίσκονται και οι απόστολοι Πέτρος, Ιωάννης και Ιάκωβος, γονατισμένοι και θαμπωμένοι από τη θεϊκή λάμψη. Αριστερά και δεξιά του Ιησού βρίσκονται οι δεόμενοι προφήτες Ηλίας και Μωυσής αντίστοιχα. Και εδώ, παρά τον έντονα μεταφυσικό χαρακτήρα της σκηνής, οι κινήσεις των μορφών χαρακτηρίζονται από χάρη, η πτυχολογία εναρμονίζεται με τη συγκρατημένη κίνηση των σωμάτων και οι σωματικοί όγκοι και οι πλαστικές αξίες των προσώπων αποδίδονται με ανάγλυφο τρόπο. Στις μικρές κόγχες κάτω από τα ημιχώνια έχουν τοποθετηθεί σε στηθάρια ο προφήτης Ααρών (βορειοανατολικό ημιχώνιο, Ευαγγελισμός), ο άγιος Γρηγόριος ο Ακραγαντίνος (νοτιοανατολικό ημιχώνιο, Γέννηση), ο άγιος Γρηγόριος ο θαυματουργός (νοτιοδυτικό ημιχώνιο, Βάπτιση) και ο προφήτης Ζαχαρίας (βορειοδυτικό ημιχώνιο, Μεταμόρφωση). Την αψίδα του ιερού καταλαμβάνει η Παναγία που έχει απεικονιστεί ένθρονη και βρεφοκρατούσα Η μορφή είναι κατεστραμμένη σε μεγάλο βαθμό, καθώς σώζεται μόνο το κάτω μέρος της. Τη συνόδευε η ελάχιστα σωζόμενη επιγραφή «Μεγάλη η δόξα του οίκου τούτου η εσχάτη υπέρ την πρώτην, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (προφητεία Αγγαίου 2, 9). Η Πλατυτέρα των Ουρανών πλαισιώνεται από τους επιβλητικούς αρχάγγελους Μιχαήλ και Γαβριήλ, που στέκονται μετωπικοί στις δύο πλάγιες κόγχες. Φορούν βαρύτιμα, χρυσοποικιλμένα ενδύματα και πατούν σε πολυτελή υποπόδια. Τα πρόσωπά τους είναι γαλήνια και σοβαρά Στον θόλο του Ιερού Βήματος είχε τοποθετηθεί η αποκαλυπτική σκηνή της Ετοιμασίας του θρόνου, η οποία συμβολίζει τη Δεύτερη Παρουσία. Δυστυχώς, η παράσταση αυτή είναι σχεδόν ολοκληρωτικά κατεστραμμένη. Στα μέτωπα των τοίχων που χωρίζουν το ιερό από τα παραβήματα είχαν απεικονιστεί ολόσωμοι η Βρεφοκρατούσα Παναγία (βόρειος τοίχος) και ο Χριστός (νότιος τοίχος). Αυτές οι δύο παραστάσεις, που περιβάλλονταν από προσκυνητάρια εν είδει δεσποτικών εικόνων, ελάχιστα σώζονται σήμερα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Η μορφή του Ιωάννη από την παράσταση της Σταύρωσης.
Η μορφή, όπως και αυτή της Παναγίας (απέναντι), χαρακτηρίζεται από ανάγλυφη πλαστικότητα και είναι δομημένη με σωστές αναλογίες.

To διακονικό, στα νότια του Ιερού Βήματος, έχει κοσμηθεί με τις μορφές των αγίων Ελευθερίου, Αβέρκου, Λαυρεντίου και Εύπλου, που είναι διαταγμένοι ανά ζεύγη στα τόξα που πλαισιώνουν το σταυροθόλιο της οροφής. To τελευταίο είναι διακοσμημένο με χριστόγραμμα. Στην κόγχη του διακονικού δεσπόζει η μορφή του αγίου Νικολάου. Η όλη σύνθεση «πατάει» σε χρυσό βάθος. Ανάλογη διαμόρφωση υπάρχει και στην οροφή της πρόθεσης, όπου συναντάμε τους αγίους Σιλβέστρο, Άνθιμο, Στέφανο και Ρουφίνο, ενώ την κόγχη καταλαμβάνει ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Ο άγιος Νικόλαος και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος αποτελούν τις πλέον σημαντικές μετά την Παναγία μεσολαβητικές-συνδετικές με το θείο μορφές της χριστιανικής Εκκλησίας. Τα αυστηρά πρόσωπα του Προδρόμου και του αγίου Νικολάου, με το διαπεραστικό βλέμμα, τα τοξωτά φρύδια και τις σκούρες σκιές γύρω από τα μάτια, θυμίζουν έντονα τον Παντοκράτορα, καθώς και κάποιες από τις προφητικές μορφές στον τρούλο. Πρόκειται για τα μοναδικά παραδείγματα σε ολόκληρο το ψηφιδωτό εικονογραφικό πρόγραμμα του καθολικού, που δεν ακολουθούν κλασικιστικά πρότυπα.


Η παράσταση της Γέννησης της Θεοτόκου από το καθολικό της μονής Δαφνίου.

Στις υπόλοιπες επιφάνειες των τοίχων του κυρίως ναού έχουν απεικονιστεί ποικίλες σκηνές από τη ζωή του Χριστού, αλλά και της Παναγίας, στην οποία είναι αφιερωμένος ο ναός. Οι κατώτερες ζώνες φιλοξενούν μονές μορφές, δηλαδή διάφορους αγίους και μάρτυρες. Η αντιπαράθεση και η διασύνδεση των χριστολογικών με τις μαριολογικές παραστάσεις ή με χριστολογικές σκηνές όπου η Παναγία παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, έχει γίνει με τρόπο ισορροπημένο και ιδιαίτερα μελετημένο. Έτσι στην άνω ζώνη του ανατολικού τμήματος του ναού, όπου δέσποζε η ένθρονη Πλατυτέρα της αψίδας, βρίσκουμε παραστάσεις όπου πρωταγωνιστεί η θεοτόκος: Γενέσιο της θεοτόκου στον ανατολικό τοίχο της βόρειας κεραίας και Προσκύνηση των Μάγων στον ανατολικό τοίχο της νότιας κεραίας. Σε αυτές έρχονται να προστεθούν η Γέννηση και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στα ανατολικά ημιχώνια, που εξετάσαμε αναλυτικά παραπάνω. Κάτω από το Γενέσιο της Θεοτόκου βρίσκουμε τη Σταύρωση, ενώ κάτω από την Προσκύνηση των Μάγων την Κάθοδο στον Άδη, σκηνές θεμελιώδεις στον χριστολογικό κύκλο. Στο δυτικό τμήμα, από την άλλη πλευρά, κυριαρχούν παραστάσεις με επεισόδια από τον βίο του Χριστού: στην άνω ζώνη του δυτικού τοίχου της βόρειας κεραίας έχουμε τηνΈγερση του Λαζάρου (πλήρως όμως κατεστραμμένη) και στην κάτω τη σκηνή της Εισόδου στα Ιεροσόλυμα (Βαϊοφόρος). Αντίστοιχα, στον δυτικό τοίχο της νότιας κεραίας εικονίζεται η Απιστία του Θωμά και η Ανάσταση. Οι παραστάσεις στα δυτικά ημιχώνια περιλαμβάνουν, όπως ήδη έχει αναφερθεί, τη Βάπτιση και τη Μεταμόρφωση. Στον δυτικό τοίχο, ακριβώς πάνω από την είσοδο, δεσπόζει η σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένη σήμερα παράσταση της Κοίμησης της θεοτόκου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Η μορφή της Παναγίας από την παράσταση του Ευαγγελισμού στο βορειοανατολικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου.


Η μορφή του αρχάγγελου Γαβριήλ, που με την ήρεμη, αρμονική κίνησή του θυμίζει αρχαιοελληνική Νίκη, από την παράσταση του Ευαγγελισμού στο βορειοανατολικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου.


Αγγελοι από την παράσταση της Βάπτισης στο νοτιοδυτικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου.

Η μελετημένη αντιπαράθεση χριστολογικών και μαριολογικών σκηνών χαρακτηρίζει και τη διακόσμηση του εσωνάρθηκα.Έτσι, στο βόρειο τμήμα έχουμε σκηνές από το πάθος του Χριστού: Νιπτήρας (κατεστραμμένη σε μεγάλο βαθμό), Μυστικός Δείπνος (κατεστραμμένη σε πολύ μεγάλο βαθμό) και Προδοσία του Ιούδα. To νότιο τμήμα του εσωνάρθηκα φιλοξενεί σκηνές όπου πρωταγωνιστεί η Παναγία: η Προσευχή της αγίας Άννας με τον Ευαγγελισμό του Ιωακείμ, η Ευλογία των Ιερέων και τα Εισόδια της θεοτόκου. Ομοίως με τα ψηφιδωτά του τρούλου και του Ιερού Βήματος, που συζητήσαμε πριν, οι ευαγγελικές σκηνές που προαναφέρθηκαν ακολουθούν κλασικιστικά πρότυπα στην απόδοση τόσο των μορφών, όσο και των τοπίων ή των σκηνικών μέσα στα οποία λαμβάνουν χώρα. Έτσι, στην παράσταση της Προσκύνησης των Μάγων αλλά και στην Προσευχή της αγίας Άννας ζωντανεύει η επίσημη ατμόσφαιρα και η πολυτέλεια του παλατιού. Στην πρώτη η Παναγία, ένθρονη και κρατώντας στα χέρια της τον μικρό Χριστό, υποδέχεται τους τρεις Μάγους, που είναι ντυμένοι με καταστόλιστα ανατολίτικα ενδύματα. Η Προσευχή της αγίας Άννας εξελίσσεται σε ανθισμένο κήπο με πλούσια βλάστηση και μια καλοφτιαγμένη βρύση που επιστέφεται από σιντριβάνι. Πίσω από την πρωταγωνίστρια της σκηνής υπάρχει μικρή θεραπαινίδα, που ξεπροβάλλει από πόρτα φραγμένη με παραπέτασμα.


Η παράσταση της Ανάστασης από το καθολικό της μονής Δαφνίου.


Η παράσταση της Προσκύνησης των Μάγων. Εδώ αναπαριστάνονται η επίσημη ατμόσφαιρα και η πολυτέλεια του παλατιού, που είναι ιδιαίτερα εμφανείς στον θρόνο της Παναγίας και στα βαρύτιμα ενδύματα των Μάγων.

Η κλασικιστική λιτότητα και η ήρεμη, συγκρατημένη θλίψη της Σταύρωσης προκαλούν συγκίνηση στον θεατή ακόμη και σήμερα. Η Παναγία και ο Ιωάννης στέκονται εκατέρωθεν του Εσταυρωμένου, η αρμονική σωματική διάπλαση του οποίου αντικατοπτρίζει κλασικά πρότυπα. To ψυχικό τους πάθος δηλώνεται από τη βαθιά μελαγχολική έκφραση και τις ευγενικές χειρονομίες τους, που ανάγονται σε επιτύμβια γλυπτά της κλασικής αρχαιότητας: η Παναγία, στα αριστερά, δείχνει προς τον Χριστό με το δεξί χέρι, ενώ φέρνει το αριστερό κάτω από το πηγούνι, κρατώντας ένα μικρό μαντίλι. Ο Ιωάννης, στα δεξιά, κλίνει την κεφαλή προς τον Χριστό, αν και στρέφει το βλέμμα του στην αντίθετη κατεύθυνση, σηκώνοντας προς τα πάνω το δεξί του χέρι. Τα ενδύματα παρουσιάζουν ήρεμη πτυχολογία. Οι μορφές είναι δομημένες με πολύ σωστές αναλογίες, ενώ η ανάγλυφη πλαστικότητά τους προκύπτει από τους μαλακούς χρωματικούς τόνους και την αποφυγή έντονων φωτοσκιάσεων. Στην Ανάσταση ο θριαμβευτής Χριστός, ολόφωτος, με λευκόχρυσο ιμάτιο και χιτώνα, κινείται δυναμικά προς τα αριστερά κρατώντας τον σταυρό. Μέσα από μια λάρνακα στα αριστερά ξεπροβάλλουν ο Αδάμ και η Εύα, ενώ πίσω τους διακρίνονται οι δίκαιοι Δαβίδ και Σολομών με πολυτελή ενδύματα και χρυσά στέμματα κοσμημένα με μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους. Στα δεξιά έχουμε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και ομάδα δικαίων. Στα πόδια του νικητή σφαδάζει ηττημένος ο Άδης σε στάση όμοια με αυτή του υστερορωμαϊκού θνήσκοντος Γαλάτη, που μαρτυρά την ιδιαίτερη εξοικείωση με τα κλασικά πρότυπα και τη δημιουργική αφομοίωσή τους.
Στο σύνολο των ψηφιδωτών του Δαφνίου παρατηρείται η έντονη διάθεση για αναβίωση του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα της κλασικής τέχνης. Αυτή είναι ιδιαίτερα φανερή στη θαυμαστή ισορροπία που χαρακτηρίζει τη διάταξη των συνθέσεων, στην πλαστική - τρισδιάστατη αντίληψη των μορφών αλλά και του περιβάλλοντος χώρου, στη φωτεινότητα των τόνων και την ηπιότητα των χρωματισμών. Φαίνεται πως οι ψηφοθέτες του Δαφνίου έκαναν συνειδητή προσπάθεια να αποδώσουν την ιδανική ομορφιά. Αυτό οδήγησε σε μορφές αγαλματικές με εξαιρετική ευγένεια στις κινήσεις, καλυμμένες με ενδύματα που πτυχώνονται άνετα ακολουθώντας τις κινήσεις των σωμάτων. Τα συναισθήματα εικονίζονται συγκρατημένα και οι εκφράσεις των ματιών μοιάζουν ιδιαίτερα στοχαστικές. Επίσης παρατηρείται ιδιαίτερη αγάπη για τη λεπτομερή απόδοση του φυσικού περιβάλλοντος και τη σύνθεση ειδυλλιακών τοπίων. Ο ουμανιστικός χαρακτήρας των ψηφιδωτών που κοσμούν τον κυρίως ναό του καθολικού της μονής Δαφνίου βρίσκει τα πιο κοντινά του παράλληλα στις μικρογραφίες της μακεδονικής αναγέννησης.


Ο άγιος Ευστράτιος από το καθολικό της μονής Δαφνίου.

Η αναδρομή στα κλασικά πρότυπα ξεκίνησε από τους φωτισμένους κύκλους της Εκκλησίας και του παλατιού στην Κωνσταντινούπολη κατά τα χρόνια που ακολουθούν τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας και ιδίως κατά την περίοδο της δυναστείας των Μακεδόνων. Τότε παρατηρήθηκε μια ουσιαστική αναγέννηση της τέχνης, με άμεση ή έμμεση αναδρομή στις αρχαίες παραδόσεις. Φορείς των τελευταίων ήταν τα έργα της προεικονομαχικής περιόδου που στήριζαν την αυτοκρατορική ιδεολογία της Νέας Ρώμης. Εξάλλου η αναγέννηση του αρχαίου πνεύματος εναρμονίζεται πλήρως με το πνεύμα της θριαμβεύουσας Εκκλησίας και με το κλίμα σεβασμού προς τις παραδόσεις, που προκύπτει από τον συντηρητισμό - αντίδραση προς την Εικονομαχία και τα κατάλοιπά της. Η ανθρωποκεντρική τέχνη του Δαφνίου τοποθετεί τα ψηφιδωτά της μονής στον αντίποδα της εξίσου λαμπρής ψηφιδωτής διακόσμησης του καθολικού της μονής του Όσιου Λουκά στη Φωκίδα, που χρονολογούνται στην τέταρτη δεκαετία του 11ου αιώνα. Η τεχνοτροπία στον Όσιο Λουκά είναι έντονα αντικλασική: οι αναλογίες των μορφών είναι συχνά παραμορφωμένες, η πτυχολογία νευρική και τα πρόσωπα σχηματοποιημένα, με γραμμικά χαρακτηριστικά και επίπεδο πλάσιμο. Ο αντικλασικισμός που είδαμε στον Παντοκράτορα, σε κάποιες από τις μορφές των προφητών στον τρούλο και τον άγιο Νικόλαο και τον Ιωάννη τον Πρόδρομο στο διακονικό και την πρόθεση αντίστοιχα, θυμίζει έντονα την τέχνη του Όσιου Λουκά. Από την άλλη πλευρά, στα εξαιρετικά ψηφιδωτά του καθολικού της Νέας Μονής Χίου, που χρονολογούνται γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα, παρατηρείται ένας ισορροπημένος συνδυασμός της κλασικής και της γραμμικής εικονογραφικής παράδοσης. To Δαφνί μαζί με τα δύο μνημεία που μόλις προαναφέραμε αποτελούν τα λαμπρότερα δείγματα ψηφιδωτής τέχνης στον ελλαδικό χώρο κατά τον 11ο αιώνα και πρέπει οπωσδήποτε να αποδοθούν σε Κωνσταντινουπολίτες τεχνίτες, χάρη στην εξαιρετική τεχνική κατασκευής και την άψογη αισθητική ποιότητα που τα χαρακτηρίζει. Πριν κλείσουμε την τεχνοτροπική αποτίμηση των ψηφιδωτών της μονής Δαφνίου, οφείλουμε να αναφέρουμε πως η τεχνοτροπία των παραστάσεων του νάρθηκα διαφοροποιείται ελαφρώς από αυτή του κυρίως ναού- οι μορφές είναι πιο ψιλόλιγνες, η πτυχολογία πιο σχηματοποιημένη και οι κινήσεις και οι εκφράσεις πολύ πιο ζωηρές. Όλα αυτά μας δίνουν μια πρόγευση των καλλιτεχνικών εξελίξεων της κομνήνειας περιόδου, τα κύρια χαρακτηριστικά της οποίας είναι η έκφραση του ανθρώπινου πάθους και η έντονη δραματικότητα. Έτσι, η διακόσμηση του νάρθηκα τοποθετείται λίγο αργότερα από αυτή του κυρίως ναού, δηλαδή στο μεταίχμιο του 11ου προς τον 12ο αιώνα.

Η μονή Δαφνίου χρωστά τη μεγάλη φήμη της σε πανελλήνιο αλλά και παγκόσμιο επίπεδο στα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τους τοίχους του καθολικού της. Όπως θα δούμε παρακάτω, τόσο η τεχνοτροπία όσο και η τεχνική κατασκευής τους είναι εξαιρετικής ποιότητας και καθιστούν το καθολικό του Δαφνίου ένα από τα πλέον σημαντικά βυζαντινά μνημεία του ελλαδικού χώρου, εφάμιλλο των μνημειακών ναών της Κωνσταντινούπολης.
To μεγαλείο των ψηφιδωτών διατηρείται μέχρι τις μέρες μας, παρά τις επάλληλες ζημιές που έχουν υποστεί από σεισμούς το 1889, το 1894, και πιο πρόσφατα το 1981 και το 1999. Επίσης, οι στερεωτικές εργασίες του ψηφοθέτη Fransisco Novo αμέσως μετά τον πρώτο σεισμό (1892-1897) προκάλεσαν σημαντικές αλλοιώσεις στο εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού, καθώς ορισμένες παραστάσεις, κυρίως μορφές αγίων, τοποθετήθηκαν σε θέση διαφορετική από αυτήν που είχαν αρχικά. Επιπλέον, ο Νονο προχώρησε σε συμπληρώσεις και προσθήκες, οι οποίες σήμερα κρίνονται κακότεχνες και ιδιαιτέρως αυθαίρετες, με άλλα λόγια ανεπίτρεπτες. Πάντως στις υψηλότερες επιφάνειες των τοίχων του ναού τα ψηφιδωτά σώζονται σε αρκετά καλή κατάσταση. Παρά τα παραπάνω προβλήματα οι αρχαιολόγοι, με τη βοήθεια των περιγραφών των περιηγητών, έχουν κατορθώσει να αποκαταστήσουν την εικόνα που είχε η ψηφιδωτή διακόσμηση του καθολικού της μονής Δαφνίου αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της. Βάσει της στυλιστικής αποτίμησης των απεικονιζόμενων συνθέσεων, αυτή τοποθετείται στις τελευταίες δεκαετίες του 11ου αιώνα. To εικονογραφικό πρόγραμμα ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τα πρότυπα που είχαν καθιερωθεί στην Κωνσταντινούπολη μετά τη λήξη της Εικονομαχίας (726-787 και 815-843). Αυτό σημαίνει ότι στον τρούλο δεσπόζει η μορφή του Χριστού Παντοκράτορα πλαισιωμένη από διάφορους προφήτες, ενώ στα ημιχώνια και τα υψηλότερα μέρη του ναού έχουμε ευαγγελικές σκηνές, δηλαδή επεισόδια από τη ζωή του Χριστού.


Ο τρούλος του καθολικού της μονής Δαφνίου.

Αυτό το εικονογραφικό πρόγραμμα συμβολίζει τις νέες δογματικές αντιλήψεις που προέκυψαν από τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας και την οριστική αποκατάσταση των εικόνων το 843. Η ιδέα της ενσάρκωσης του θείου υπήρξε το βασικό επιχείρημα της εικονόφιλης ομάδας, καθώς χάρη στην πραγμάτωσή της οι άνθρωποι απέκτησαν τη δυνατότητα να βλέπουν και συνακόλουθα να απεικονίζουν το θείο. Έτσι, η θεϊκή ενσάρκωση αποτέλεσε τον βασικό άξονα γύρω από τον οποίο διαμορφώθηκε το νέο εικονογραφικό πρόγραμμα. Τώρα, λοιπόν, ο ναός αντιμετωπίζεται σαν μια μικρογραφία του σύμπαντος. Πιο αναλυτικά, ο τρούλος και η αψίδα που δεσπόζουν στον κατακόρυφο και τον κατά μήκος άξονα του ναϊκού οικοδομήματος συμβολίζουν την ουράνια σφαίρα, ενώ οι κατώτερες ζώνες τη γήινη.Έτσι, ο τρούλος καταλαμβάνεται από παράσταση του Χριστού Παντοκράτορα, η οποία αποτελεί στην ουσία έκφραση του δόγματος του ομοούσιου. Ο Παντοκράτωρ περιστοιχίζεται από αγγελικές δυνάμεις και προφήτες. Στα σφαιρικά τρίγωνα παριστάνονται οι τέσσερις ευαγγελιστές που κατέγραψαν τη θεία ενσάρκωση και έδρασαν ως σύνδεσμοι μεταξύ γήινης και ουράνιας σφαίρας. Η πραγματοποίηση της ενσάρκωσης, δηλαδή διάφορα περιστατικά και γεγονότα από την επίγεια ζωή του Χριστού (χριστολογικές σκηνές), τοποθετείται στην αμέσως κατώτερη ζώνη του ναού, δηλαδή τις καμάρες, τα τύμπανα των κεραιών του σταυρού και τα ανώτερα μέρη των τοίχων. Στην κατώτερη ζώνη των τοίχων απεικονίζονται οι άγιοι, που απολαμβάνουν μαζί με τους πιστούς που έχουν προσέλθει στον ναό τη θέαση του θείου.


Ο Παντοκράτορας-«Δίκαιος Κριτής» στο μετάλλιο του τρούλου του καθολικού της μονής Δαφνίου. Η αυστηρότητα και η ένταση του βλέμματος οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στα ισχυρά τοξωτά φρύδια και τις σκούρες σκιές γύρω από τα μάτια. Η σχετικά σχηματική και επίπεδη απόδοση των πλαστικών αξιών του προσώπου, απομακρύνει τη μορφή του Παντοκράτορα από την κλασικιστική τεχνοτροπία με την οποία έχουν εκτελεστεί όλες οι άλλες μορφές. Η σκουρόχρωμη, πυκνή γενειάδα επιτείνει την εντύπωση της αυστηρότητας. Η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τον δείκτη από το μεσαίο δάκτυλο πάνω στο ευαγγέλιο προσδίδει ένταση στη χειρονομία, που βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τον όλο δυναμισμό της μορφής.

Στην αψίδα του ιερού τοποθετείται η Παναγία-Πλατυτέρα. Η θεοτόκος, ο φορέας της θεϊκής ενσάρκωσης, δέεται για τη σωτηρία των ανθρώπων και μεσολαβεί ως σύνδεσμος μεταξύ της ουράνιας και της γήινης σφαίρας, μεταξύ του θεού και των ανθρώπων. Στο ημικυλινδρικό τμήμα της αψίδας έχουμε θέματα σχετικά με τη θεία Λειτουργία συνήθως περιλαμβάνουν την Κοινωνία των Αποστόλων (μετάδοση-μετάληψη) καθώς και διάφορους Πατέρες της Εκκλησίας.
Στο καθολικό της μονής Δαφνίου, που είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της θεοτόκου, το παραπάνω τυπικό ακολουθείται εμπλουτισμένο με σκηνές από τον βίο της Παναγίας (μαριολογικές σκηνές). Η έμφαση στην Παναγία προκύπτει από τον πρωταρχικό της ρόλο στην ενσάρκωση του θείου και είναι αρκετά συχνό φαινόμενο στα μετα-εικονομαχικά εικονογραφικά προγράμματα. 
Ο υποβλητικός Παντοκράτορας που καταλαμβάνει το μετάλλιο του τρούλου στο Δαφνί εικονίζεται ως απόλυτος «Δίκαιος Κριτής». Κοιτάζει τον θεατή με πλάγιο, διαπεραστικό και αυστηρό βλέμμα. Ο Παύλος Αποστόλου, ο συντηρητής των ψηφιδωτών του τρούλου στο Λεμονόδασος του Κοσμά Πολίτη, έμεινε έκπληκτος και μάλλον μπερδεμένος με την αυστηρότητα της μορφής:
«Πρίν αρχίσω την εργασία [στο ψηφιδωτό του Παντοκράτορα], έμεινα εκεί ώρες ολόκληρες, μονάχος με τον εαυτό μου, προσπάθησα να καταλάβω. Άδικα όμως. 
»Αλήθεια, ένιωσα μόνο ένα ενδιαφέρον αρχαιολογικό. Δεν μπορώ να προσωποποιήσω έτσι το θεό μου, συνοφρυωμένο και εκδικητικό. Μέσα στο δεξίμάτι του Παντοκράτορα βρήκα μπηγμένη την αιχμή από ένα βέλος. Βέβαια ένα βέλος σαρακηνό ή κάποιου σταυροφόρου. Δοκίμασα τη χαρά του συλλέχτη που αποχτά ένα πολύτιμο κομμάτι. Δε θα 'πρεπε να φρίξω για την ιεροσυλία;».
Η αυστηρότητα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα ισχυρά τοξωτά φρύδια και τις σκούρες σκιές κάτω από αυτά, αλλά και κάτω από τα μάτια. Η σκουρόχρωμη, πυκνή γενειάδα επιτείνει την εντύπωση της αυστηρότητας. Η σχετικά σχηματική και επίπεδη απόδοση των πλαστικών αξιών του προσώπου του Παντοκράτορα, τον απομακρύνει από την κλασικιστική τεχνοτροπία με την οποία έχουν εκτελεστεί όλες οι άλλες μορφές. Η μορφή πλαισιώνεται από πλούσια καστανή κυματιστή κόμη. Με το δεξί χέρι ευλογεί, ενώ στο αριστερό κρατά ογκώδες χρυσόδετο (χρυσή στάχωση) ευαγγέλιο. Η μεγάλη απόσταση που χωρίζει τον δείκτη από το μεσαίο δάκτυλο πάνω στο ευαγγέλιο προσδίδει ένταση στη χειρονομία, που βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τον όλο δυναμισμό της μορφής. Στο τύμπανο του τρούλου είχαν τοποθετηθεί οι μορφές δεκαέξι μετωπικά ιστάμενων προφητών. Οι ήρεμες στάσεις τους θυμίζουν αρχαίους φιλοσόφους και ρήτορες. Η κλασικιστική αντίληψη είναι ιδιαίτερα εμφανής στο ανάγλυφο πλάσιμο κάποιων μορφών καθώς και στη στοχαστική έκφραση των ματιών τους. Κάποιοι, όμως, από τους εικονιζόμενους προφήτες έχουν βλέμματα και πρόσωπα αυστηρά, έντονα σκιασμένα, που θυμίζουν τον Παντοκράτορα. Η σημερινή τοποθέτηση κάποιων μορφών δεν είναι η αρχική.


Η Γέννηση στο νοτιοανατολικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου. Η παράσταση χαρακτηρίζεται από έντονο κλασικισμό, ο οποίος είναι εμφανής στην απόδοση του τοπίου, στα γαλήνια και με έντονη πλαστικότητα πρόσωπα των εικονιζόμενων μορφών, στην ήρεμη πτυχολογία των ενδυμάτων και στις αρμονικές κινήσεις τους.

Στα τέσσερα ημιχώνια που ανοίγονται κάτω από το τύμπανο του τρούλου, οι Βυζαντινοί ψηφοθέτες είχαν απεικονίσει τις πλέον σημαντικές ευαγγελικές σκηνές πριν από το Πάθος, δηλαδή τον Ευαγγελισμό (βορειοανατολικό ημιχώνιο), τη Γέννηση (νοτιοανατολικό ημιχώνιο), τη Βάπτιση (νοτιοδυτικό ημιχώνιο) και τη Μεταμόρφωση (βορειοδυτικό ημιχώνιο). Και οι τέσσερις παραστάσεις σώζονται λιγότερο ή περισσότερο αποσπασματικά. Η πρώτη από αυτές λαμβάνει χώρα σε ενιαίο χρυσό κάμπο (βάθος) χωρίς την παραμικρή δήλωση τοπίου. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ πλησιάζει με ήρεμη, αρμονική κίνηση την Παναγία, θυμίζοντας αρχαιοελληνική παράσταση Νίκης. Τα ενδύματά του -λευκό ιμάτιο πάνω από σκούρο γαλάζιο χιτώνα- είναι ελαφρώς πτυχωμένα και ακολουθούν τις κινήσεις του σώματος. Η Παναγία στα δεξιά, εικονίζεται μετωπικά, να στέκεται μπροστά σε θρόνο με το κεφάλι στραμμένο ελάχιστα προς τα δεξιά. Η έκφραση και των δύο μορφών είναι ευγενική και γαλήνια. Τα φτερά του αρχάγγελου και τα ενδύματα και των δύο μορφών έχουν στολιστεί κατά τόπους με χρυσές ψηφίδες.
Η σκηνή της Γέννησης διαδραματίζεται σε σχεδόν ειδυλλιακό τοπίο. To βραχώδες σπήλαιο που φιλοξενεί την Παναγία και τον νεογέννητο Χριστό, με χρυσές ανταύγειες στην κορυφή του από τη λάμψη του αστεριού, περιβάλλεται από χαμηλούς λόφους με περιορισμένη βλάστηση, ενώ κάτω δεξιά ομάδα προβάτων πίνει νερό από ένα ρυάκι. Ο κλασικισμός που χαρακτηρίζει την απόδοση του τοπίου βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τις γαλήνιες μορφές της Παναγίας και του Ιωσήφ, καθώς και των τεσσάρων αγγέλων και των δύο βοσκών που γεμίζουν την ανώτερη ζώνη της παράστασης. Και εδώ οι πτυχολογίες είναι ήρεμες και ακολουθούν την κίνηση των σωμάτων, οι κινήσεις είναι αρμονικές και το πλάσιμο των προσώπων χαρακτηρίζεται από έντονη πλαστικότητα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η μορφή της Παναγίας από την έντονα κλασικιστική παράσταση της Σταύρωσης. To ψυχικό πάθος της Παναγίας δηλώνεται από τη βαθιά μελαγχολική έκφραση και την ευγενική χειρονομία της. Η αρμονική σωματική διάπλαση και η στάση τόσο της Παναγίας όσο και του ωάννη (απέναντι) ανάγονται σε πρότυπα της κλασικής αρχαιότητας.

Στο κέντρο της ιδιαίτερα συμμετρικής σκηνής της Βάπτισης κυριαρχεί η γυμνή μορφή του Ιησού, εμβαπτισμένου μέχρι το στήθος στα νερά του Ιορδάνη. To γυμνό σώμα, που διακρίνεται ξεκάθαρα μέσα στο ανοιχτό γαλάζιο νερό του ποταμού, έχει πλαστεί με αβρότητα μέσω της χρήσης μικρότατων λευκών και ρόδινων ψηφίδων. To ίδιο ισχύει για το πρόσωπο του Χριστού αλλά και των υπόλοιπων μορφών της σύνθεσης. Οι σωστές αναλογίες του γυμνού σώματος καθώς και η ελαφρά κίνησή του σε στροφή προς τον Πρόδρομο στα αριστερά, θυμίζουν κλασικό άγαλμα. Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες παραστάσεις Βαπτίσεως όπου ο Χριστός εικονίζεται εντελώς γυμνός. Στα δεξιά έχουν τοποθετηθεί δύο άγγελοι με τα χέρια σκεπασμένα με λέντια (προσόψια), προκειμένου να σκουπίσουν το σώμα του Χριστού μετά την ολοκλήρωση της βάπτισης. To χέρι και το πόδι που διακρίνονται κάτω δεξιά ανήκουν σε ανδρική γεροντική μορφή, την προσωποποίηση του ποταμού Ιορδάνη. Τέλος, στη σκηνή της Μεταμόρφωσης έχουμε τον Χριστό μέσα σε ελλειψοειδή γαλανόλευκη δόξα, πλαισιωμένη από πλατιά ταινία από ασημένιες ψηφίδες, να δεσπόζει σε χαλαρή μετωπική στάση αρχαίου ρήτορα στο όρος θαβώρ. Με το δεξί χέρι ευλογεί, ενώ στο αριστερό κρατά τυλιγμένο ειλητάριο. Όπως οι προφήτες στο τύμπανο του τρούλου, η μορφή αντλεί τα πρότυπά της από τη γλυπτική των κλασικών χρόνων. To θαβώρ αποδίδεται ως σειρά χαμηλών λόφων στο κατώτατο μέρος της σύνθεσης, όπου βρίσκονται και οι απόστολοι Πέτρος, Ιωάννης και Ιάκωβος, γονατισμένοι και θαμπωμένοι από τη θεϊκή λάμψη. Αριστερά και δεξιά του Ιησού βρίσκονται οι δεόμενοι προφήτες Ηλίας και Μωυσής αντίστοιχα. Και εδώ, παρά τον έντονα μεταφυσικό χαρακτήρα της σκηνής, οι κινήσεις των μορφών χαρακτηρίζονται από χάρη, η πτυχολογία εναρμονίζεται με τη συγκρατημένη κίνηση των σωμάτων και οι σωματικοί όγκοι και οι πλαστικές αξίες των προσώπων αποδίδονται με ανάγλυφο τρόπο. Στις μικρές κόγχες κάτω από τα ημιχώνια έχουν τοποθετηθεί σε στηθάρια ο προφήτης Ααρών (βορειοανατολικό ημιχώνιο, Ευαγγελισμός), ο άγιος Γρηγόριος ο Ακραγαντίνος (νοτιοανατολικό ημιχώνιο, Γέννηση), ο άγιος Γρηγόριος ο θαυματουργός (νοτιοδυτικό ημιχώνιο, Βάπτιση) και ο προφήτης Ζαχαρίας (βορειοδυτικό ημιχώνιο, Μεταμόρφωση). Την αψίδα του ιερού καταλαμβάνει η Παναγία που έχει απεικονιστεί ένθρονη και βρεφοκρατούσα Η μορφή είναι κατεστραμμένη σε μεγάλο βαθμό, καθώς σώζεται μόνο το κάτω μέρος της. Τη συνόδευε η ελάχιστα σωζόμενη επιγραφή «Μεγάλη η δόξα του οίκου τούτου η εσχάτη υπέρ την πρώτην, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (προφητεία Αγγαίου 2, 9). Η Πλατυτέρα των Ουρανών πλαισιώνεται από τους επιβλητικούς αρχάγγελους Μιχαήλ και Γαβριήλ, που στέκονται μετωπικοί στις δύο πλάγιες κόγχες. Φορούν βαρύτιμα, χρυσοποικιλμένα ενδύματα και πατούν σε πολυτελή υποπόδια. Τα πρόσωπά τους είναι γαλήνια και σοβαρά Στον θόλο του Ιερού Βήματος είχε τοποθετηθεί η αποκαλυπτική σκηνή της Ετοιμασίας του θρόνου, η οποία συμβολίζει τη Δεύτερη Παρουσία. Δυστυχώς, η παράσταση αυτή είναι σχεδόν ολοκληρωτικά κατεστραμμένη. Στα μέτωπα των τοίχων που χωρίζουν το ιερό από τα παραβήματα είχαν απεικονιστεί ολόσωμοι η Βρεφοκρατούσα Παναγία (βόρειος τοίχος) και ο Χριστός (νότιος τοίχος). Αυτές οι δύο παραστάσεις, που περιβάλλονταν από προσκυνητάρια εν είδει δεσποτικών εικόνων, ελάχιστα σώζονται σήμερα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Η μορφή του Ιωάννη από την παράσταση της Σταύρωσης.
Η μορφή, όπως και αυτή της Παναγίας (απέναντι), χαρακτηρίζεται από ανάγλυφη πλαστικότητα και είναι δομημένη με σωστές αναλογίες.

To διακονικό, στα νότια του Ιερού Βήματος, έχει κοσμηθεί με τις μορφές των αγίων Ελευθερίου, Αβέρκου, Λαυρεντίου και Εύπλου, που είναι διαταγμένοι ανά ζεύγη στα τόξα που πλαισιώνουν το σταυροθόλιο της οροφής. To τελευταίο είναι διακοσμημένο με χριστόγραμμα. Στην κόγχη του διακονικού δεσπόζει η μορφή του αγίου Νικολάου. Η όλη σύνθεση «πατάει» σε χρυσό βάθος. Ανάλογη διαμόρφωση υπάρχει και στην οροφή της πρόθεσης, όπου συναντάμε τους αγίους Σιλβέστρο, Άνθιμο, Στέφανο και Ρουφίνο, ενώ την κόγχη καταλαμβάνει ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Ο άγιος Νικόλαος και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος αποτελούν τις πλέον σημαντικές μετά την Παναγία μεσολαβητικές-συνδετικές με το θείο μορφές της χριστιανικής Εκκλησίας. Τα αυστηρά πρόσωπα του Προδρόμου και του αγίου Νικολάου, με το διαπεραστικό βλέμμα, τα τοξωτά φρύδια και τις σκούρες σκιές γύρω από τα μάτια, θυμίζουν έντονα τον Παντοκράτορα, καθώς και κάποιες από τις προφητικές μορφές στον τρούλο. Πρόκειται για τα μοναδικά παραδείγματα σε ολόκληρο το ψηφιδωτό εικονογραφικό πρόγραμμα του καθολικού, που δεν ακολουθούν κλασικιστικά πρότυπα.


Η παράσταση της Γέννησης της Θεοτόκου από το καθολικό της μονής Δαφνίου.

Στις υπόλοιπες επιφάνειες των τοίχων του κυρίως ναού έχουν απεικονιστεί ποικίλες σκηνές από τη ζωή του Χριστού, αλλά και της Παναγίας, στην οποία είναι αφιερωμένος ο ναός. Οι κατώτερες ζώνες φιλοξενούν μονές μορφές, δηλαδή διάφορους αγίους και μάρτυρες. Η αντιπαράθεση και η διασύνδεση των χριστολογικών με τις μαριολογικές παραστάσεις ή με χριστολογικές σκηνές όπου η Παναγία παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, έχει γίνει με τρόπο ισορροπημένο και ιδιαίτερα μελετημένο. Έτσι στην άνω ζώνη του ανατολικού τμήματος του ναού, όπου δέσποζε η ένθρονη Πλατυτέρα της αψίδας, βρίσκουμε παραστάσεις όπου πρωταγωνιστεί η θεοτόκος: Γενέσιο της θεοτόκου στον ανατολικό τοίχο της βόρειας κεραίας και Προσκύνηση των Μάγων στον ανατολικό τοίχο της νότιας κεραίας. Σε αυτές έρχονται να προστεθούν η Γέννηση και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στα ανατολικά ημιχώνια, που εξετάσαμε αναλυτικά παραπάνω. Κάτω από το Γενέσιο της Θεοτόκου βρίσκουμε τη Σταύρωση, ενώ κάτω από την Προσκύνηση των Μάγων την Κάθοδο στον Άδη, σκηνές θεμελιώδεις στον χριστολογικό κύκλο. Στο δυτικό τμήμα, από την άλλη πλευρά, κυριαρχούν παραστάσεις με επεισόδια από τον βίο του Χριστού: στην άνω ζώνη του δυτικού τοίχου της βόρειας κεραίας έχουμε τηνΈγερση του Λαζάρου (πλήρως όμως κατεστραμμένη) και στην κάτω τη σκηνή της Εισόδου στα Ιεροσόλυμα (Βαϊοφόρος). Αντίστοιχα, στον δυτικό τοίχο της νότιας κεραίας εικονίζεται η Απιστία του Θωμά και η Ανάσταση. Οι παραστάσεις στα δυτικά ημιχώνια περιλαμβάνουν, όπως ήδη έχει αναφερθεί, τη Βάπτιση και τη Μεταμόρφωση. Στον δυτικό τοίχο, ακριβώς πάνω από την είσοδο, δεσπόζει η σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένη σήμερα παράσταση της Κοίμησης της θεοτόκου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Η μορφή της Παναγίας από την παράσταση του Ευαγγελισμού στο βορειοανατολικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου.


Η μορφή του αρχάγγελου Γαβριήλ, που με την ήρεμη, αρμονική κίνησή του θυμίζει αρχαιοελληνική Νίκη, από την παράσταση του Ευαγγελισμού στο βορειοανατολικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου.


Αγγελοι από την παράσταση της Βάπτισης στο νοτιοδυτικό ημιχώνιο του καθολικού της μονής Δαφνίου.

Η μελετημένη αντιπαράθεση χριστολογικών και μαριολογικών σκηνών χαρακτηρίζει και τη διακόσμηση του εσωνάρθηκα.Έτσι, στο βόρειο τμήμα έχουμε σκηνές από το πάθος του Χριστού: Νιπτήρας (κατεστραμμένη σε μεγάλο βαθμό), Μυστικός Δείπνος (κατεστραμμένη σε πολύ μεγάλο βαθμό) και Προδοσία του Ιούδα. To νότιο τμήμα του εσωνάρθηκα φιλοξενεί σκηνές όπου πρωταγωνιστεί η Παναγία: η Προσευχή της αγίας Άννας με τον Ευαγγελισμό του Ιωακείμ, η Ευλογία των Ιερέων και τα Εισόδια της θεοτόκου. Ομοίως με τα ψηφιδωτά του τρούλου και του Ιερού Βήματος, που συζητήσαμε πριν, οι ευαγγελικές σκηνές που προαναφέρθηκαν ακολουθούν κλασικιστικά πρότυπα στην απόδοση τόσο των μορφών, όσο και των τοπίων ή των σκηνικών μέσα στα οποία λαμβάνουν χώρα. Έτσι, στην παράσταση της Προσκύνησης των Μάγων αλλά και στην Προσευχή της αγίας Άννας ζωντανεύει η επίσημη ατμόσφαιρα και η πολυτέλεια του παλατιού. Στην πρώτη η Παναγία, ένθρονη και κρατώντας στα χέρια της τον μικρό Χριστό, υποδέχεται τους τρεις Μάγους, που είναι ντυμένοι με καταστόλιστα ανατολίτικα ενδύματα. Η Προσευχή της αγίας Άννας εξελίσσεται σε ανθισμένο κήπο με πλούσια βλάστηση και μια καλοφτιαγμένη βρύση που επιστέφεται από σιντριβάνι. Πίσω από την πρωταγωνίστρια της σκηνής υπάρχει μικρή θεραπαινίδα, που ξεπροβάλλει από πόρτα φραγμένη με παραπέτασμα.


Η παράσταση της Ανάστασης από το καθολικό της μονής Δαφνίου.


Η παράσταση της Προσκύνησης των Μάγων. Εδώ αναπαριστάνονται η επίσημη ατμόσφαιρα και η πολυτέλεια του παλατιού, που είναι ιδιαίτερα εμφανείς στον θρόνο της Παναγίας και στα βαρύτιμα ενδύματα των Μάγων.

Η κλασικιστική λιτότητα και η ήρεμη, συγκρατημένη θλίψη της Σταύρωσης προκαλούν συγκίνηση στον θεατή ακόμη και σήμερα. Η Παναγία και ο Ιωάννης στέκονται εκατέρωθεν του Εσταυρωμένου, η αρμονική σωματική διάπλαση του οποίου αντικατοπτρίζει κλασικά πρότυπα. To ψυχικό τους πάθος δηλώνεται από τη βαθιά μελαγχολική έκφραση και τις ευγενικές χειρονομίες τους, που ανάγονται σε επιτύμβια γλυπτά της κλασικής αρχαιότητας: η Παναγία, στα αριστερά, δείχνει προς τον Χριστό με το δεξί χέρι, ενώ φέρνει το αριστερό κάτω από το πηγούνι, κρατώντας ένα μικρό μαντίλι. Ο Ιωάννης, στα δεξιά, κλίνει την κεφαλή προς τον Χριστό, αν και στρέφει το βλέμμα του στην αντίθετη κατεύθυνση, σηκώνοντας προς τα πάνω το δεξί του χέρι. Τα ενδύματα παρουσιάζουν ήρεμη πτυχολογία. Οι μορφές είναι δομημένες με πολύ σωστές αναλογίες, ενώ η ανάγλυφη πλαστικότητά τους προκύπτει από τους μαλακούς χρωματικούς τόνους και την αποφυγή έντονων φωτοσκιάσεων. Στην Ανάσταση ο θριαμβευτής Χριστός, ολόφωτος, με λευκόχρυσο ιμάτιο και χιτώνα, κινείται δυναμικά προς τα αριστερά κρατώντας τον σταυρό. Μέσα από μια λάρνακα στα αριστερά ξεπροβάλλουν ο Αδάμ και η Εύα, ενώ πίσω τους διακρίνονται οι δίκαιοι Δαβίδ και Σολομών με πολυτελή ενδύματα και χρυσά στέμματα κοσμημένα με μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους. Στα δεξιά έχουμε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και ομάδα δικαίων. Στα πόδια του νικητή σφαδάζει ηττημένος ο Άδης σε στάση όμοια με αυτή του υστερορωμαϊκού θνήσκοντος Γαλάτη, που μαρτυρά την ιδιαίτερη εξοικείωση με τα κλασικά πρότυπα και τη δημιουργική αφομοίωσή τους.
Στο σύνολο των ψηφιδωτών του Δαφνίου παρατηρείται η έντονη διάθεση για αναβίωση του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα της κλασικής τέχνης. Αυτή είναι ιδιαίτερα φανερή στη θαυμαστή ισορροπία που χαρακτηρίζει τη διάταξη των συνθέσεων, στην πλαστική - τρισδιάστατη αντίληψη των μορφών αλλά και του περιβάλλοντος χώρου, στη φωτεινότητα των τόνων και την ηπιότητα των χρωματισμών. Φαίνεται πως οι ψηφοθέτες του Δαφνίου έκαναν συνειδητή προσπάθεια να αποδώσουν την ιδανική ομορφιά. Αυτό οδήγησε σε μορφές αγαλματικές με εξαιρετική ευγένεια στις κινήσεις, καλυμμένες με ενδύματα που πτυχώνονται άνετα ακολουθώντας τις κινήσεις των σωμάτων. Τα συναισθήματα εικονίζονται συγκρατημένα και οι εκφράσεις των ματιών μοιάζουν ιδιαίτερα στοχαστικές. Επίσης παρατηρείται ιδιαίτερη αγάπη για τη λεπτομερή απόδοση του φυσικού περιβάλλοντος και τη σύνθεση ειδυλλιακών τοπίων. Ο ουμανιστικός χαρακτήρας των ψηφιδωτών που κοσμούν τον κυρίως ναό του καθολικού της μονής Δαφνίου βρίσκει τα πιο κοντινά του παράλληλα στις μικρογραφίες της μακεδονικής αναγέννησης.


Ο άγιος Ευστράτιος από το καθολικό της μονής Δαφνίου.

Η αναδρομή στα κλασικά πρότυπα ξεκίνησε από τους φωτισμένους κύκλους της Εκκλησίας και του παλατιού στην Κωνσταντινούπολη κατά τα χρόνια που ακολουθούν τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας και ιδίως κατά την περίοδο της δυναστείας των Μακεδόνων. Τότε παρατηρήθηκε μια ουσιαστική αναγέννηση της τέχνης, με άμεση ή έμμεση αναδρομή στις αρχαίες παραδόσεις. Φορείς των τελευταίων ήταν τα έργα της προεικονομαχικής περιόδου που στήριζαν την αυτοκρατορική ιδεολογία της Νέας Ρώμης. Εξάλλου η αναγέννηση του αρχαίου πνεύματος εναρμονίζεται πλήρως με το πνεύμα της θριαμβεύουσας Εκκλησίας και με το κλίμα σεβασμού προς τις παραδόσεις, που προκύπτει από τον συντηρητισμό - αντίδραση προς την Εικονομαχία και τα κατάλοιπά της. Η ανθρωποκεντρική τέχνη του Δαφνίου τοποθετεί τα ψηφιδωτά της μονής στον αντίποδα της εξίσου λαμπρής ψηφιδωτής διακόσμησης του καθολικού της μονής του Όσιου Λουκά στη Φωκίδα, που χρονολογούνται στην τέταρτη δεκαετία του 11ου αιώνα. Η τεχνοτροπία στον Όσιο Λουκά είναι έντονα αντικλασική: οι αναλογίες των μορφών είναι συχνά παραμορφωμένες, η πτυχολογία νευρική και τα πρόσωπα σχηματοποιημένα, με γραμμικά χαρακτηριστικά και επίπεδο πλάσιμο. Ο αντικλασικισμός που είδαμε στον Παντοκράτορα, σε κάποιες από τις μορφές των προφητών στον τρούλο και τον άγιο Νικόλαο και τον Ιωάννη τον Πρόδρομο στο διακονικό και την πρόθεση αντίστοιχα, θυμίζει έντονα την τέχνη του Όσιου Λουκά. Από την άλλη πλευρά, στα εξαιρετικά ψηφιδωτά του καθολικού της Νέας Μονής Χίου, που χρονολογούνται γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα, παρατηρείται ένας ισορροπημένος συνδυασμός της κλασικής και της γραμμικής εικονογραφικής παράδοσης. To Δαφνί μαζί με τα δύο μνημεία που μόλις προαναφέραμε αποτελούν τα λαμπρότερα δείγματα ψηφιδωτής τέχνης στον ελλαδικό χώρο κατά τον 11ο αιώνα και πρέπει οπωσδήποτε να αποδοθούν σε Κωνσταντινουπολίτες τεχνίτες, χάρη στην εξαιρετική τεχνική κατασκευής και την άψογη αισθητική ποιότητα που τα χαρακτηρίζει. Πριν κλείσουμε την τεχνοτροπική αποτίμηση των ψηφιδωτών της μονής Δαφνίου, οφείλουμε να αναφέρουμε πως η τεχνοτροπία των παραστάσεων του νάρθηκα διαφοροποιείται ελαφρώς από αυτή του κυρίως ναού- οι μορφές είναι πιο ψιλόλιγνες, η πτυχολογία πιο σχηματοποιημένη και οι κινήσεις και οι εκφράσεις πολύ πιο ζωηρές. Όλα αυτά μας δίνουν μια πρόγευση των καλλιτεχνικών εξελίξεων της κομνήνειας περιόδου, τα κύρια χαρακτηριστικά της οποίας είναι η έκφραση του ανθρώπινου πάθους και η έντονη δραματικότητα. Έτσι, η διακόσμηση του νάρθηκα τοποθετείται λίγο αργότερα από αυτή του κυρίως ναού, δηλαδή στο μεταίχμιο του 11ου προς τον 12ο αιώνα.