Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Η αρχιτεκτονική της μονής Δαφνίου

Όπως κάθε μονή, έτσι και αυτή του Δαφνίου είχε χτιστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να ικανοποιεί τις λατρευτικές αλλά και πρακτικές ανάγκες της μοναστικής κοινότητας που θα φιλοξενούσε. Η αποτελεσματική εξυπηρέτηση αυτών των αναγκών υπήρξε και η κατεξοχήν αιτία των ποικίλων προσθηκών, τροποποιήσεων και επισκευών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της μακραίωνης λειτουργίας της. Ειδικότερα, η μονή Δαφνίου αποτελείται από το καθολικό, τον περίβολο, τα κελιά των μοναχών, την τράπεζα, το μαγειρείο, τον λουτρώνα, την κινστέρνα και μία ορθογώνια αίθουσα.
To καθολικό. Είναι σχεδόν αυτονόητο ότι το πλέον σημαντικό κτίσμα ενός μοναστηριού είναι το καθολικό, δηλαδή ο κυρίως ναός, ουσιαστικά το επίκεντρο της πνευματικής ζωής των μοναχών. To καθολικό έχει κατά κανόνα μνημειακή μορφή, τουλάχιστον σε σχέση με τα υπόλοιπα κτίσματα, και καταλαμβάνει το κέντρο του χώρου που περικλείεται από τον περίβολο της μονής. Πράγματι, το καθολικό του Δαφνίου, δεσπόζει στο μέσον της σχεδόν τετράγωνης ευρύχωρης αυλής. To εντυπωσιακό του μέγεθος, ο περίπλοκος αρχιτεκτονικός του τύπος και η εξαιρετικής ποιότητας και ακρίβειας τοιχοδομία του υπογραμμίζουν την ξεχωριστή του λειτουργία.
To καθολικό της μονής Δαφνίου ανήκει στον σύνθετο οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο- αποτελεί μάλιστα ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα του τύπου αυτού στον ελλαδικό χώρο. Εξωτερικά, ο κυρίως ναός δίνει την εντύπωση μεγάλου κύβου, που υποστηρίζει έναν πλατύ αλλά και υψηλό τρούλο. Εσωτερικά, ο βαρύς τρούλος «πατάει» σε οκτώ ισχυρά τετράπλευρα στηρίγματα (πεσσούς), τέσσερα ελεύθερα και τέσσερα ενσωματωμένα στους τοίχους. Ο χαρακτηρισμός οκταγωνικός προκύπτει από την οκταπλή στήριξη του τρούλου. Οι πεσσοί διαταγμένοι ανά ζεύγη σχηματίζουν τέσσερις γωνιακές κόγχες (ημιχώνια), οι οποίες γεφυρώνουν τις γωνίες του τετραγώνου της βάσης και το μετατρέπουν σε οκτάγωνο. Σε αυτό στηρίζεται ο τρούλος μέσω οκτώ μικρών σφαιρικών τριγώνων που σχηματίζονται μεταξύ των τόξων που συνδέουν τα οκτώ στηρίγματα.
Οι οκταγωνικοί ναοί διακρίνονται σε απλούς και σύνθετους. Στους πρώτους τα οκτώ στηρίγματα του τρούλου είναι ενσωματωμένα στους τοίχους (παραστάδες), αφήνοντας εντελώς ελεύθερο τον εσωτερικό χώρο του ναού. Στους σύνθετους οκταγωνικούς ναούς τα στηρίγματα του τρούλου βρίσκονται σε κάποια απόσταση από τους εξωτερικούς τοίχους.Έτσι, ο κεντρικός χώρος πλαισιώνεται στις γωνίες με μικρότερα διαμερίσματα. Οι σύνθετοι οκταγωνικοί ναοί είναι σταυροειδείς εγγεγραμμένοι με διευρυμένο τον χώρο κάτω από τον τρούλο. Αντίθετα από τους απλούς οκταγωνικούς, ο σταυρός διαγράφεται με αρκετή σαφήνεια τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό του ναού.


Κάτοψη της μονής Δαφνίου.


Σχεδιαστική αναπαράσταση της νότιας όψης του καθολικού της μονής Δαφνίου (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1962-1963, σελ. 36, εικ. 15).


Σχεδιαστική αναπαράσταση της δυτικής όψης του καθολικού της μονής Δαφνίου (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταψείας, 1962-1963, σελ. 31, εικ. 11).

Περσικά και αρμενικά πρότυπα έχουν αναγνωριστεί για τους οκταγωνικούς ναούς, που όμως διαδόθηκαν στον ελλαδικό χώρο μέσω της Κωνσταντινούπολης. Εκεί φαίνεται πως η ιδέα της στήριξης του τρούλου σε οκτώ στηρίγματα επιστεφόμενα από ημιχώνια είχε χρησιμοποιηθεί σε αυτοκρατορικά ιδρύματα, κτήρια λατρευτικά αλλά και κοσμικά κατά τον 10ο και τον 11ο αιώνα. Τα κωνσταντινουπολίτικα αρχιτεκτονικά στοιχεία που βρίσκουμε στο καθολικό της μονής του Οσίου Λουκά στη Φωκίδα (αρχές 11ου αιώνα), που αποτελεί και το πρωιμότερο παράδειγμα οκταγωνικού ναού στον ελλαδικό χώρο, ενισχύουν αυτήν την άποψη. Επιπλέον, και η Νέα Μονή Χίου, το καθολικό (1045) της οποίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους οκταγωνικούς ναούς στην Ελλάδα, είναι στενά συνδεδεμένη με την Κωνσταντινούπολη. Παρ’ όλα αυτά τα πλέον σημαντικά παραδείγματα αυτού του αρχιτεκτονικού τύπου προέρχονται από τον ελλαδικό χώρο και αφορούν αποκλειστικά ναϊκά οικοδομήματα. Εκτός από αυτά που αναφέραμε παραπάνω, έχουμε τη Σώτειρα Λυκοδήμου στην Αθήνα (λίγο πριν από το 1031), τη Μεταμόρφωση Χριστιάνου στην Τριφυλλία (12ος αι.), την Αγία Σοφία Μονεμβασίας (1150). Ο σύνθετος οκταγωνικός αρχιτεκτονικός τύπος, στον οποίο εντάσσονται οι παραπάνω ναοί εκτός από αυτόν της Νέας Μονής Χίου, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Ο απλός οκταγωνικός ναός του καθολικού της Νέας Μονής στη Χίο αντιγράφηκε με μικρές παραλλαγές και σε άλλες εκκλησίες του νησιού, ενώ παραλλαγές του απαντούν στην ηπειρωτική Ελλάδα και την Κύπρο.


Κοσμήτης με γλυπτή διακόσμηση από το εσωτερικό του καθολικού της μονής Δαφνίου.

Τόσο στους απλούς όσο και στους σύνθετους οκταγωνικούς ναούς ο χώρος κάτω από τον τρούλο είναι ανοικτός και ενιαίος, δημιουργώντας αίσθηση ενότητας και ανάτασης. Στο Δαφνί, η αίσθηση αυτή επιτείνεται από το φως που διαχέεται ομοιόμορφα στον χώρο από τα δεκαέξι μονόλοβα παράθυρα που ανοίγονται στον τρούλο. Εξωτερικά, το κτήριο υψώνεται πυραμιδωτά μέχρι την κορυφή του τρούλου. Είναι χτισμένο κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Δεν υπάρχουν κουφικά διακοσμητικά στοιχεία, ενώ συχνά παραλείπεται και η απλή κατακόρυφη πλίνθος. Στα τύμπανα του νότιου και του δυτικού τοίχου έχει εντοπιστεί ψευδοκουφικός διάκοσμος. Γενικά, ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος είναι αρκετά λιτός και αποτελείται κυρίως από οδοντωτές ταινίες γύρω από τα τόξα των παραθύρων. Περιορισμένος αλλά εξαιρετικά καλοφτιαγμένος ήταν και ο γλυπτός διάκοσμος στο εσωτερικό και το εξωτερικό του ναού. To κάτω μέρος των τοίχων ήταν εσωτερικά καλυμμένο με μαρμάρινες πλάκες (ορθομαρμάρωση). Εξωτερικά, κάτω από τις ποδιές των παραθύρων μεγάλοι δόμοι σχηματίζουν σταυρούς.
Στη δυτική πλευρά του ναού υπήρχε νάρθηκας, όπου προσαρτήθηκε και εξωνάρθηκας με μορφή ανοικτής στοάς με όροφο κατά τον 12ο αιώνα. Εκεί πρέπει να βρίσκονταν τα διαμερίσματα του ηγούμενου και η βιβλιοθήκη. Στον εξωνάρθηκα έχουν εντοπιστεί ίχνη τοιχογραφιών του 12ου και του 13ου αιώνα, ενώ στον ναό έχουν βρεθεί μεταβυζαντινές τοιχογραφίες (17ος αιώνας).


Εσωτερική όψη του βόρειου τμήματος του οχυρωματικού περιβόλου της μονής Δαφνίου.

Ο περίβολος. Η μονή προστατευόταν από ισχυρό περίβολο τετράγωνου σχήματος με πλευρά περίπου 97 μέτρα. Όπως σε όλα τα μοναστήρια, έτσι και στο Δαφνί, ο περίβολος είχε οχυρωματικό χαρακτήρα και μορφολογία, η οποία μπορεί να μελετηθεί λεπτομερώς στη βόρεια πλευρά, όπου το τείχος σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση. Είχε ύψος 8 μέτρα με περίδρομο πλάτους 1,6 μέτρα, δηλαδή εσωτερικό διάδρομο που επέτρεπε την κίνηση κατά μήκος του τείχους, στο ύψος των 6 μέτρων. Ο περίδρομος υποστηριζόταν από τυφλή τοξοστοιχία. To τείχος επιστεφόταν σε ολόκληρο το μήκος του από επάλξεις, ενώ η πορεία του διακοπτόταν κατά τακτά διαστήματα από πύργους τετράγωνης κάτοψης. Τρεις από αυτούς έχουν σωθεί μέχρι τις μέρες μας. Βρίσκονται στη βόρεια πλευρά του περιβόλου και είναι ορατοί όταν περνάει κανείς μπροστά από το μοναστήρι διασχίζοντας την Ιερά Οδό. Στο κτίσιμο του περιβόλου είχαν χρησιμοποιηθεί κροκαλοπαγείς λίθοι κομμένοι σε μεγάλα ορθογώνια κομμάτια μήκους 1,6 μ. και ύψους 0,4-0,6 μ. και συνδεδεμένοι με κονίαμα, ενώ συχνά παρατηρούνται στρώσεις πηλοπλίνθων. Η κύρια πύλη του μοναστηριού βρισκόταν στο μέσον της δυτικής πλευράς του περιβόλου, δηλαδή απέναντι από την είσοδο του καθολικού. Προστατευόταν από οχυρωματικό πύργο, ο οποίος υψωνόταν από πάνω της και ενισχυόταν και από δύο πλευρικούς προμαχώνες. Έτσι, για να εισέλθει κανείς στην αυλή της μονής έπρεπε να περάσει από το διαβατικό, καμαροσκέπαστο διάδρομο μήκους 6 μ. που ανοιγόταν κάτω από τον πύργο. Μικρότερη πύλη υπήρχε και στο μέσο της ανατολικής πλευράς του περιβόλου. Πρόκειται για την είσοδο που χρησιμοποιεί ο σημερινός επισκέπτης, προκειμένου να εισέλθει στον τειχισμένο χώρο. Η ύπαρξη δύο εισόδων στον περίβολο των μοναστηριών δεν ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένο φαινόμενο αλλά επιτρεπόταν από τον νόμο. Πράγματι στις Νεαρές (133, 1) ορίζεται σαφώς ότι οι μονές όφειλαν να έχουν το πολύ δύο πύλες εισόδου. Ο περίβολος ήταν ένα από το πιο βασικά χαρακτηριστικά των βυζαντινών μοναστηριών, που λειτουργούσαν ως μικρογραφίες των πόλεων-κάστρων. Η προστασία των μοναχών και της μοναστικής περιουσίας από ισχυρό οχυρωματικό τείχος ήταν απολύτως αναγκαία, καθώς οι μονές ήταν συνήθως χτισμένες σε απομονωμένες ερημικές τοποθεσίες. Σε περιπτώσεις μοναστηριών που λειτουργούσαν μέσα ή πολύ κοντά σε πόλεις, ο περίβολος κρινόταν απαραίτητος, προκειμένου να απομονώσει τους μοναχούς από τους πειρασμούς της κοσμικής ζωής. Η οχύρωση της μονής Δαφνίου, που ήταν χτισμένη σε απόσταση 10 χλμ. από την Αθήνα, σε κατάφυτη ημιορεινή περιοχή, αλλά εξαιρετικά πολυσύχναστη από ταξιδιώτες, εμπόρους και μικροπωλητές, στρατιώτες αλλά και ληστές και άρπαγες, φαίνεται πως εξυπηρετούσε και τους δύο παραπάνω σκοπούς.


Σχεδιαστική απόδοση του κωδωνοστασίου της μονής Δαφνίου.

Τα κελιά των μοναχών. Τα κελιά όπου ξεκουράζονταν οι μοναχοί κατασκευάζονταν συνήθως προσκολλημένα στην εσωτερική πλευρά του περιβόλου, προκειμένου να εξοικονομηθεί χώρος και να ενισχυθεί ο αμυντικός χαρακτήρας του. Συνήθως διατάσσονταν σε δύο ορόφους, αν και έχουμε παραδείγματα όπου τα κελιά είχαν φτάσει τους τέσσερις ορόφους. Οι χαμηλές πόρτες των κελιών άνοιγαν κατά κανόνα σε σκεπαστές στοές, τους ηλιακούς ή έμβολους. Εσωτερικά, τα μοναστικά κελιά είχαν τις κλίνες και μικρές κόγχες για τα ρούχα, τα βιβλία και τα προσωπικά αντικείμενα των μοναχών.
Στο βόρειο τείχος του μοναστηριού του Δαφνίου έχουν εντοπιστεί ίχνη που προδίδουν τη σαφή ύπαρξη κελιών: υποδοχές για τα δοκάρια που στήριζαν το ξύλινο δάπεδο του άνω ορόφου και κόγχες για τα προσωπικά είδη των μοναχών. Στη δυτική πλευρά του περιβόλου τα κελιά δεν ήταν προσκολλημένα στον περίβολο, αλλά βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από αυτόν.Έτσι, σχηματιζόταν ένας στενός διάδρομος. Στα νότια του καθολικού υπάρχει ομάδα κελιών με στοές, τα οποία είναι χτισμένα γύρω από μικρή τετράγωνη αυλή. Αυτά τα κατασκεύασαν οι Κιστερκιανοί μοναχοί και τα αναδιαμόρφωσαν οι ορθόδοξοι κατά τον 16ο αιώνα.


Πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας στον νότιο τοίχο του καθολικού της μονής Δαφνίου (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1962-1963, πίν.9, εικ. 3 και 4).


Σχεδιαστική αναπαράσταση κελιών μοναχών στη μονή Κουτλουμουσίου, Αγιον Όρος (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, σελ. 33, εικ. 31).


Κάτοψη της τράπεζας της μονής Δαφνίου (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, εικ. 297).


Σχεδιαστική αναπαράσταση της μονής του Οσίου Λουκά, Φωκίδα (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, σελ. 54, εικ. 69).

Η τράπεζα και το μαγειρείο. Μία από τις πιο σημαντικές στιγμές στην καθημερινή ζωή των μοναχών ήταν το ομαδικό λιτό γεύμα στην τράπεζα του μοναστηριού. Οι τράπεζες είναι ευρύχωρες ορθογώνιες αίθουσες με αψιδωτή απόληξη στη μία από τις δύο στενές πλευρές. Οι μοναχοί κάθονταν σε στενόμακρα κτιστά τραπέζια ή πάγκους τοποθετημένους σε παράλληλες σειρές κατά μήκος των τοίχων, ενώ ο ηγούμενος έτρωγε σε ξεχωριστό τραπέζι στην κόγχη. Οι τοίχοι των τραπεζών ήταν συνήθως διακοσμημένοι με συμβολικές παραστάσεις όπως η Φιλοξενία του Αβραάμ, ο Πολλαπλασιασμός των Άρτων και το Δείπνο στους Εμμαούς.

 

 

 

 

 

 

 

 




Τομή και κάτοψη της εστίας του Μεγάλου Μετεώρου (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, σελ. 62, εικ. 83).

Στο Δαφνί ο χώρος αυτός εντοπίζεται σε μακρόστενο αψιδωτό οικοδόμημα μήκους 28,7 μ. στα βόρεια του καθολικού. Ο προσανατολισμός του ήταν ίδιος με αυτόν του καθολικού. Οι τοίχοι, που σώζονταν σε ύψος περίπου 1,7 μ., είχαν χτιστεί με τρόπο και υλικά ανάλογα με αυτά που είχαν χρησιμοποιηθεί στην ανέγερση του καθολικού, γεγονός που τοποθετεί την ανοικοδόμηση της τράπεζας στον προχωρημένο 11ο αιώνα.
Οι μοναχοί έμπαιναν στον χώρο από τρεις διπλές θύρες στη δυτική πλευρά του. Η ανατολική πλευρά καταλαμβανόταν από αψίδα, ημικυκλική εσωτερικά και ημιεξαγωνική εξωτερικά. Η αίθουσα στεγαζόταν από καμαροσκεπή, που στηριζόταν σε ενισχυτικά τόξα κατά μήκος των μακρών πλευρών. Όσο υπήρχε φως, ο χώρος φωτιζόταν από φυσικό φως που έμπαινε από σειρές παραθύρων που είχαν ανοιχτεί στις μακρές πλευρές της αίθουσας, ενώ το βράδυ άναβαν λύχνους. To κυκλικό κτίσμα που έχει εντοπιστεί προσκολλημένο στη βόρεια πλευρά της τράπεζας ήταν κατά πάσα πιθανότητα το μαγειρείο της μονής. Τα μοναστηριακά μαγειρεία είχαν κεντρική εστία με εσχάρα για το μαγείρεμα και στεγάζονταν από χαμηλούς θόλους με κεντρικό οπαίο-καπνοδόχο. Στους τοίχους ανοίγονταν κόγχες ποικίλων μεγεθών και σχημάτων για την τοποθέτηση των διαφόρων σκευών.
Ο λουτρώνας. Η ύπαρξη λουτρικού συγκροτήματος σε ένα μοναστήρι δεν ήταν σύνηθες φαινόμενο και υποδήλωνε ακμή και ευημερία. Αν και ο αριθμός των μοναστηριακών λουτρών που έχουν διασωθεί είναι αρκετά περιορισμένος, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι τόσο η αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση, όσο και η τεχνολογία θέρμανσης και κυκλοφορίας του νερού ήταν ανάλογες με αυτές των λουτρών των λαϊκών, που συνέχιζαν τις ρωμαϊκές παραδόσεις.Έτσι, τα λουτρά στις μονές αποτελούνταν από τέσσερις αίθουσες. Η πρώτη ήταν ο προθάλαμος, όπου οι λουόμενοι άφηναν τα ρούχα τους. Ακολουθούσαν οι δύο αίθουσες εφίδρωσης, το χλιαρόν ή χλιαροψύχριον και το θερμόν. To λουτρό ολοκληρωνόταν στην τέταρτη αίθουσα, όπου υπήρχαν δεξαμενές-πισίνες για κολύμπι σε θερμό ή κρύο νερό. To νερό στο θερμόν και τη ζεστή δεξαμενή ζεσταινόταν από θερμό αέρα, ο οποίος παραγόταν από φωτιά που έκαιγε κάτω από το δάπεδο, στο υπόκαυστο, και διαχεόταν μέσω εντοιχισμένων πήλινων αγωγών. Από τα λουτρά του Δαφνίου έχουν σωθεί μόνο τα υπόκαυστα, που εντοπίστηκαν στα νοτιοδυτικά του καθολικού. Η ανοδομή είναι πλήρως κατεδαφισμένη. Η είσοδος στον χώρο γινόταν από τα δυτικά.

 

 

 

 

 

 



Αξονομετρική αναπαράσταση των λουτρών στη μονή της Παναγίας στο Δερβενοσάλεσι (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, σελ. 102, εικ. 113).

Η κινστέρνα. Στα νοτιοδυτικά του καθολικού έχει εντοπιστεί ορθογώνια υπόγεια δεξαμενή με διαστάσεις 13,3x4,95 μ. για τη συλλογή του βρόχινου νερού. Βρίσκεται κάτω από τα κελιά του 16ου αιώνα. Ο κατά μήκος άξονας της κινστέρνας έχει προσανατολισμό ΝΑ-ΒΔ και βρίσκεται στη συμβολή (μισγάγκειαν) δύο κλιτύων. Η χωρητικότητά της έχει υπολογιστεί στα 300 κυβικά μέτρα, ενώ ο πυθμένας της βρίσκεται σε βάθος περίπου 7 μ. από το σημερινό δάπεδο της αυλής στα νότια του ναού. To εσωτερικό ήταν χωρισμένο σε δύο καμαροσκεπή κλίτη που έβαιναν σε τρεις κίονες και οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με υδραυλικό κονίαμα. Η συλλογή του νερού γινόταν μέσω κυκλικών ανοιγμάτων με μαρμάρινη επένδυση στην κορυφή των καμαρών. Στο χαμηλότερο σημείο της άνω επιφάνειας της κινστέρνας είχε ανοιχτεί φρεάτιο καθαρισμού ορθογώνιας διατομής. Παρόμοιες δίκλιτες κινστέρνες έχουν εντοπιστεί στη μονή του Οσίου Λουκά και στην Αγία Σοφία του Μυστρά. Μ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλιζόταν η επάρκεια νερού.
Η ορθογώνια αίθουσα. Στα νότια του καθολικού βρίσκονται τα ερείπια μιας στενόμακρης ορθογώνιας αίθουσας διαστάσεων 23x6,5 μ. με προσανατολισμό Α-Δ, τυπική μεσοβυζαντινή τοιχοδομία και δάπεδο στρωμένο με πήλινες πλάκες. Κατά μήκος του βόρειου και του νότιου τοίχου υπήρχαν κίονες. Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν τον καθορισμό της χρήσης τής εν λόγω αίθουσας.

 

 

 

 

 

 



Σχεδιαστική αναπαράσταση της κρύπτης του ταφικού ναού του Αγίου Νικολάου στη μονή Δαφνίου (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, σελ. 147, εικ. 177).

Ο κοιμητηριακός ναός του Αγίου Νικολάου.
Μέσα στο δάσος που απλώνεται στα ανατολικά του περιβόλου της μονής Δαφνίου έχει εντοπιστεί το ερειπωμένο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου. Είχε χτιστεί την ίδια εποχή με το καθολικό και φαίνεται ότι αποτελούσε τον κοιμητηριακό ναό της μονής. Τα νεκροταφεία των μονών τοποθετούνταν κατά κανόνα εκτός του περιβόλου για λόγους υγιεινής. Ο Άγιος Νικόλαος είναι μια μικρή θολωτή βασιλική χτισμένη κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοδομίας. Κάτω από τον ναΐσκο εντοπίστηκε υπόγεια κρύπτη σκαμμένη στον μαλακό πωρόλιθο του υπεδάφους. Εκεί είχαν κατασκευαστεί γύρω από κεντρικό διάδρομο τρία τετράγωνα οστεοφυλάκια επιστεφόμενα με καμάρες (αρκοσόλια) και σκεπασμένα με λίθινες πλάκες. Ο ναός του Αγίου Νικολάου σώζεται σήμερα και βρίσκεται σε απόσταση 20 μέτρων από το κτήριο του Τουριστικού Περιπτέρου. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



Άνοψη του καθολικού της μονής Δαφνίου, όπου σημειώνεται το εικονογραφικό πρόγραμμα (Μεσαιωνικά Μνημεία της πεδιάδας των Αθηνών και των κλιτύων Υμηττού-Πεντελικού, Πάρνηθος και Αιγάλεω, σελ. 221). 

Όπως κάθε μονή, έτσι και αυτή του Δαφνίου είχε χτιστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να ικανοποιεί τις λατρευτικές αλλά και πρακτικές ανάγκες της μοναστικής κοινότητας που θα φιλοξενούσε. Η αποτελεσματική εξυπηρέτηση αυτών των αναγκών υπήρξε και η κατεξοχήν αιτία των ποικίλων προσθηκών, τροποποιήσεων και επισκευών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της μακραίωνης λειτουργίας της. Ειδικότερα, η μονή Δαφνίου αποτελείται από το καθολικό, τον περίβολο, τα κελιά των μοναχών, την τράπεζα, το μαγειρείο, τον λουτρώνα, την κινστέρνα και μία ορθογώνια αίθουσα.
To καθολικό. Είναι σχεδόν αυτονόητο ότι το πλέον σημαντικό κτίσμα ενός μοναστηριού είναι το καθολικό, δηλαδή ο κυρίως ναός, ουσιαστικά το επίκεντρο της πνευματικής ζωής των μοναχών. To καθολικό έχει κατά κανόνα μνημειακή μορφή, τουλάχιστον σε σχέση με τα υπόλοιπα κτίσματα, και καταλαμβάνει το κέντρο του χώρου που περικλείεται από τον περίβολο της μονής. Πράγματι, το καθολικό του Δαφνίου, δεσπόζει στο μέσον της σχεδόν τετράγωνης ευρύχωρης αυλής. To εντυπωσιακό του μέγεθος, ο περίπλοκος αρχιτεκτονικός του τύπος και η εξαιρετικής ποιότητας και ακρίβειας τοιχοδομία του υπογραμμίζουν την ξεχωριστή του λειτουργία.
To καθολικό της μονής Δαφνίου ανήκει στον σύνθετο οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο- αποτελεί μάλιστα ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα του τύπου αυτού στον ελλαδικό χώρο. Εξωτερικά, ο κυρίως ναός δίνει την εντύπωση μεγάλου κύβου, που υποστηρίζει έναν πλατύ αλλά και υψηλό τρούλο. Εσωτερικά, ο βαρύς τρούλος «πατάει» σε οκτώ ισχυρά τετράπλευρα στηρίγματα (πεσσούς), τέσσερα ελεύθερα και τέσσερα ενσωματωμένα στους τοίχους. Ο χαρακτηρισμός οκταγωνικός προκύπτει από την οκταπλή στήριξη του τρούλου. Οι πεσσοί διαταγμένοι ανά ζεύγη σχηματίζουν τέσσερις γωνιακές κόγχες (ημιχώνια), οι οποίες γεφυρώνουν τις γωνίες του τετραγώνου της βάσης και το μετατρέπουν σε οκτάγωνο. Σε αυτό στηρίζεται ο τρούλος μέσω οκτώ μικρών σφαιρικών τριγώνων που σχηματίζονται μεταξύ των τόξων που συνδέουν τα οκτώ στηρίγματα.
Οι οκταγωνικοί ναοί διακρίνονται σε απλούς και σύνθετους. Στους πρώτους τα οκτώ στηρίγματα του τρούλου είναι ενσωματωμένα στους τοίχους (παραστάδες), αφήνοντας εντελώς ελεύθερο τον εσωτερικό χώρο του ναού. Στους σύνθετους οκταγωνικούς ναούς τα στηρίγματα του τρούλου βρίσκονται σε κάποια απόσταση από τους εξωτερικούς τοίχους.Έτσι, ο κεντρικός χώρος πλαισιώνεται στις γωνίες με μικρότερα διαμερίσματα. Οι σύνθετοι οκταγωνικοί ναοί είναι σταυροειδείς εγγεγραμμένοι με διευρυμένο τον χώρο κάτω από τον τρούλο. Αντίθετα από τους απλούς οκταγωνικούς, ο σταυρός διαγράφεται με αρκετή σαφήνεια τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό του ναού.


Κάτοψη της μονής Δαφνίου.


Σχεδιαστική αναπαράσταση της νότιας όψης του καθολικού της μονής Δαφνίου (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1962-1963, σελ. 36, εικ. 15).


Σχεδιαστική αναπαράσταση της δυτικής όψης του καθολικού της μονής Δαφνίου (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταψείας, 1962-1963, σελ. 31, εικ. 11).

Περσικά και αρμενικά πρότυπα έχουν αναγνωριστεί για τους οκταγωνικούς ναούς, που όμως διαδόθηκαν στον ελλαδικό χώρο μέσω της Κωνσταντινούπολης. Εκεί φαίνεται πως η ιδέα της στήριξης του τρούλου σε οκτώ στηρίγματα επιστεφόμενα από ημιχώνια είχε χρησιμοποιηθεί σε αυτοκρατορικά ιδρύματα, κτήρια λατρευτικά αλλά και κοσμικά κατά τον 10ο και τον 11ο αιώνα. Τα κωνσταντινουπολίτικα αρχιτεκτονικά στοιχεία που βρίσκουμε στο καθολικό της μονής του Οσίου Λουκά στη Φωκίδα (αρχές 11ου αιώνα), που αποτελεί και το πρωιμότερο παράδειγμα οκταγωνικού ναού στον ελλαδικό χώρο, ενισχύουν αυτήν την άποψη. Επιπλέον, και η Νέα Μονή Χίου, το καθολικό (1045) της οποίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους οκταγωνικούς ναούς στην Ελλάδα, είναι στενά συνδεδεμένη με την Κωνσταντινούπολη. Παρ’ όλα αυτά τα πλέον σημαντικά παραδείγματα αυτού του αρχιτεκτονικού τύπου προέρχονται από τον ελλαδικό χώρο και αφορούν αποκλειστικά ναϊκά οικοδομήματα. Εκτός από αυτά που αναφέραμε παραπάνω, έχουμε τη Σώτειρα Λυκοδήμου στην Αθήνα (λίγο πριν από το 1031), τη Μεταμόρφωση Χριστιάνου στην Τριφυλλία (12ος αι.), την Αγία Σοφία Μονεμβασίας (1150). Ο σύνθετος οκταγωνικός αρχιτεκτονικός τύπος, στον οποίο εντάσσονται οι παραπάνω ναοί εκτός από αυτόν της Νέας Μονής Χίου, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Ο απλός οκταγωνικός ναός του καθολικού της Νέας Μονής στη Χίο αντιγράφηκε με μικρές παραλλαγές και σε άλλες εκκλησίες του νησιού, ενώ παραλλαγές του απαντούν στην ηπειρωτική Ελλάδα και την Κύπρο.


Κοσμήτης με γλυπτή διακόσμηση από το εσωτερικό του καθολικού της μονής Δαφνίου.

Τόσο στους απλούς όσο και στους σύνθετους οκταγωνικούς ναούς ο χώρος κάτω από τον τρούλο είναι ανοικτός και ενιαίος, δημιουργώντας αίσθηση ενότητας και ανάτασης. Στο Δαφνί, η αίσθηση αυτή επιτείνεται από το φως που διαχέεται ομοιόμορφα στον χώρο από τα δεκαέξι μονόλοβα παράθυρα που ανοίγονται στον τρούλο. Εξωτερικά, το κτήριο υψώνεται πυραμιδωτά μέχρι την κορυφή του τρούλου. Είναι χτισμένο κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Δεν υπάρχουν κουφικά διακοσμητικά στοιχεία, ενώ συχνά παραλείπεται και η απλή κατακόρυφη πλίνθος. Στα τύμπανα του νότιου και του δυτικού τοίχου έχει εντοπιστεί ψευδοκουφικός διάκοσμος. Γενικά, ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος είναι αρκετά λιτός και αποτελείται κυρίως από οδοντωτές ταινίες γύρω από τα τόξα των παραθύρων. Περιορισμένος αλλά εξαιρετικά καλοφτιαγμένος ήταν και ο γλυπτός διάκοσμος στο εσωτερικό και το εξωτερικό του ναού. To κάτω μέρος των τοίχων ήταν εσωτερικά καλυμμένο με μαρμάρινες πλάκες (ορθομαρμάρωση). Εξωτερικά, κάτω από τις ποδιές των παραθύρων μεγάλοι δόμοι σχηματίζουν σταυρούς.
Στη δυτική πλευρά του ναού υπήρχε νάρθηκας, όπου προσαρτήθηκε και εξωνάρθηκας με μορφή ανοικτής στοάς με όροφο κατά τον 12ο αιώνα. Εκεί πρέπει να βρίσκονταν τα διαμερίσματα του ηγούμενου και η βιβλιοθήκη. Στον εξωνάρθηκα έχουν εντοπιστεί ίχνη τοιχογραφιών του 12ου και του 13ου αιώνα, ενώ στον ναό έχουν βρεθεί μεταβυζαντινές τοιχογραφίες (17ος αιώνας).


Εσωτερική όψη του βόρειου τμήματος του οχυρωματικού περιβόλου της μονής Δαφνίου.

Ο περίβολος. Η μονή προστατευόταν από ισχυρό περίβολο τετράγωνου σχήματος με πλευρά περίπου 97 μέτρα. Όπως σε όλα τα μοναστήρια, έτσι και στο Δαφνί, ο περίβολος είχε οχυρωματικό χαρακτήρα και μορφολογία, η οποία μπορεί να μελετηθεί λεπτομερώς στη βόρεια πλευρά, όπου το τείχος σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση. Είχε ύψος 8 μέτρα με περίδρομο πλάτους 1,6 μέτρα, δηλαδή εσωτερικό διάδρομο που επέτρεπε την κίνηση κατά μήκος του τείχους, στο ύψος των 6 μέτρων. Ο περίδρομος υποστηριζόταν από τυφλή τοξοστοιχία. To τείχος επιστεφόταν σε ολόκληρο το μήκος του από επάλξεις, ενώ η πορεία του διακοπτόταν κατά τακτά διαστήματα από πύργους τετράγωνης κάτοψης. Τρεις από αυτούς έχουν σωθεί μέχρι τις μέρες μας. Βρίσκονται στη βόρεια πλευρά του περιβόλου και είναι ορατοί όταν περνάει κανείς μπροστά από το μοναστήρι διασχίζοντας την Ιερά Οδό. Στο κτίσιμο του περιβόλου είχαν χρησιμοποιηθεί κροκαλοπαγείς λίθοι κομμένοι σε μεγάλα ορθογώνια κομμάτια μήκους 1,6 μ. και ύψους 0,4-0,6 μ. και συνδεδεμένοι με κονίαμα, ενώ συχνά παρατηρούνται στρώσεις πηλοπλίνθων. Η κύρια πύλη του μοναστηριού βρισκόταν στο μέσον της δυτικής πλευράς του περιβόλου, δηλαδή απέναντι από την είσοδο του καθολικού. Προστατευόταν από οχυρωματικό πύργο, ο οποίος υψωνόταν από πάνω της και ενισχυόταν και από δύο πλευρικούς προμαχώνες. Έτσι, για να εισέλθει κανείς στην αυλή της μονής έπρεπε να περάσει από το διαβατικό, καμαροσκέπαστο διάδρομο μήκους 6 μ. που ανοιγόταν κάτω από τον πύργο. Μικρότερη πύλη υπήρχε και στο μέσο της ανατολικής πλευράς του περιβόλου. Πρόκειται για την είσοδο που χρησιμοποιεί ο σημερινός επισκέπτης, προκειμένου να εισέλθει στον τειχισμένο χώρο. Η ύπαρξη δύο εισόδων στον περίβολο των μοναστηριών δεν ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένο φαινόμενο αλλά επιτρεπόταν από τον νόμο. Πράγματι στις Νεαρές (133, 1) ορίζεται σαφώς ότι οι μονές όφειλαν να έχουν το πολύ δύο πύλες εισόδου. Ο περίβολος ήταν ένα από το πιο βασικά χαρακτηριστικά των βυζαντινών μοναστηριών, που λειτουργούσαν ως μικρογραφίες των πόλεων-κάστρων. Η προστασία των μοναχών και της μοναστικής περιουσίας από ισχυρό οχυρωματικό τείχος ήταν απολύτως αναγκαία, καθώς οι μονές ήταν συνήθως χτισμένες σε απομονωμένες ερημικές τοποθεσίες. Σε περιπτώσεις μοναστηριών που λειτουργούσαν μέσα ή πολύ κοντά σε πόλεις, ο περίβολος κρινόταν απαραίτητος, προκειμένου να απομονώσει τους μοναχούς από τους πειρασμούς της κοσμικής ζωής. Η οχύρωση της μονής Δαφνίου, που ήταν χτισμένη σε απόσταση 10 χλμ. από την Αθήνα, σε κατάφυτη ημιορεινή περιοχή, αλλά εξαιρετικά πολυσύχναστη από ταξιδιώτες, εμπόρους και μικροπωλητές, στρατιώτες αλλά και ληστές και άρπαγες, φαίνεται πως εξυπηρετούσε και τους δύο παραπάνω σκοπούς.


Σχεδιαστική απόδοση του κωδωνοστασίου της μονής Δαφνίου.

Τα κελιά των μοναχών. Τα κελιά όπου ξεκουράζονταν οι μοναχοί κατασκευάζονταν συνήθως προσκολλημένα στην εσωτερική πλευρά του περιβόλου, προκειμένου να εξοικονομηθεί χώρος και να ενισχυθεί ο αμυντικός χαρακτήρας του. Συνήθως διατάσσονταν σε δύο ορόφους, αν και έχουμε παραδείγματα όπου τα κελιά είχαν φτάσει τους τέσσερις ορόφους. Οι χαμηλές πόρτες των κελιών άνοιγαν κατά κανόνα σε σκεπαστές στοές, τους ηλιακούς ή έμβολους. Εσωτερικά, τα μοναστικά κελιά είχαν τις κλίνες και μικρές κόγχες για τα ρούχα, τα βιβλία και τα προσωπικά αντικείμενα των μοναχών.
Στο βόρειο τείχος του μοναστηριού του Δαφνίου έχουν εντοπιστεί ίχνη που προδίδουν τη σαφή ύπαρξη κελιών: υποδοχές για τα δοκάρια που στήριζαν το ξύλινο δάπεδο του άνω ορόφου και κόγχες για τα προσωπικά είδη των μοναχών. Στη δυτική πλευρά του περιβόλου τα κελιά δεν ήταν προσκολλημένα στον περίβολο, αλλά βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από αυτόν.Έτσι, σχηματιζόταν ένας στενός διάδρομος. Στα νότια του καθολικού υπάρχει ομάδα κελιών με στοές, τα οποία είναι χτισμένα γύρω από μικρή τετράγωνη αυλή. Αυτά τα κατασκεύασαν οι Κιστερκιανοί μοναχοί και τα αναδιαμόρφωσαν οι ορθόδοξοι κατά τον 16ο αιώνα.


Πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας στον νότιο τοίχο του καθολικού της μονής Δαφνίου (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1962-1963, πίν.9, εικ. 3 και 4).


Σχεδιαστική αναπαράσταση κελιών μοναχών στη μονή Κουτλουμουσίου, Αγιον Όρος (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, σελ. 33, εικ. 31).


Κάτοψη της τράπεζας της μονής Δαφνίου (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, εικ. 297).


Σχεδιαστική αναπαράσταση της μονής του Οσίου Λουκά, Φωκίδα (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, σελ. 54, εικ. 69).

Η τράπεζα και το μαγειρείο. Μία από τις πιο σημαντικές στιγμές στην καθημερινή ζωή των μοναχών ήταν το ομαδικό λιτό γεύμα στην τράπεζα του μοναστηριού. Οι τράπεζες είναι ευρύχωρες ορθογώνιες αίθουσες με αψιδωτή απόληξη στη μία από τις δύο στενές πλευρές. Οι μοναχοί κάθονταν σε στενόμακρα κτιστά τραπέζια ή πάγκους τοποθετημένους σε παράλληλες σειρές κατά μήκος των τοίχων, ενώ ο ηγούμενος έτρωγε σε ξεχωριστό τραπέζι στην κόγχη. Οι τοίχοι των τραπεζών ήταν συνήθως διακοσμημένοι με συμβολικές παραστάσεις όπως η Φιλοξενία του Αβραάμ, ο Πολλαπλασιασμός των Άρτων και το Δείπνο στους Εμμαούς.

 

 

 

 

 

 

 

 




Τομή και κάτοψη της εστίας του Μεγάλου Μετεώρου (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, σελ. 62, εικ. 83).

Στο Δαφνί ο χώρος αυτός εντοπίζεται σε μακρόστενο αψιδωτό οικοδόμημα μήκους 28,7 μ. στα βόρεια του καθολικού. Ο προσανατολισμός του ήταν ίδιος με αυτόν του καθολικού. Οι τοίχοι, που σώζονταν σε ύψος περίπου 1,7 μ., είχαν χτιστεί με τρόπο και υλικά ανάλογα με αυτά που είχαν χρησιμοποιηθεί στην ανέγερση του καθολικού, γεγονός που τοποθετεί την ανοικοδόμηση της τράπεζας στον προχωρημένο 11ο αιώνα.
Οι μοναχοί έμπαιναν στον χώρο από τρεις διπλές θύρες στη δυτική πλευρά του. Η ανατολική πλευρά καταλαμβανόταν από αψίδα, ημικυκλική εσωτερικά και ημιεξαγωνική εξωτερικά. Η αίθουσα στεγαζόταν από καμαροσκεπή, που στηριζόταν σε ενισχυτικά τόξα κατά μήκος των μακρών πλευρών. Όσο υπήρχε φως, ο χώρος φωτιζόταν από φυσικό φως που έμπαινε από σειρές παραθύρων που είχαν ανοιχτεί στις μακρές πλευρές της αίθουσας, ενώ το βράδυ άναβαν λύχνους. To κυκλικό κτίσμα που έχει εντοπιστεί προσκολλημένο στη βόρεια πλευρά της τράπεζας ήταν κατά πάσα πιθανότητα το μαγειρείο της μονής. Τα μοναστηριακά μαγειρεία είχαν κεντρική εστία με εσχάρα για το μαγείρεμα και στεγάζονταν από χαμηλούς θόλους με κεντρικό οπαίο-καπνοδόχο. Στους τοίχους ανοίγονταν κόγχες ποικίλων μεγεθών και σχημάτων για την τοποθέτηση των διαφόρων σκευών.
Ο λουτρώνας. Η ύπαρξη λουτρικού συγκροτήματος σε ένα μοναστήρι δεν ήταν σύνηθες φαινόμενο και υποδήλωνε ακμή και ευημερία. Αν και ο αριθμός των μοναστηριακών λουτρών που έχουν διασωθεί είναι αρκετά περιορισμένος, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι τόσο η αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση, όσο και η τεχνολογία θέρμανσης και κυκλοφορίας του νερού ήταν ανάλογες με αυτές των λουτρών των λαϊκών, που συνέχιζαν τις ρωμαϊκές παραδόσεις.Έτσι, τα λουτρά στις μονές αποτελούνταν από τέσσερις αίθουσες. Η πρώτη ήταν ο προθάλαμος, όπου οι λουόμενοι άφηναν τα ρούχα τους. Ακολουθούσαν οι δύο αίθουσες εφίδρωσης, το χλιαρόν ή χλιαροψύχριον και το θερμόν. To λουτρό ολοκληρωνόταν στην τέταρτη αίθουσα, όπου υπήρχαν δεξαμενές-πισίνες για κολύμπι σε θερμό ή κρύο νερό. To νερό στο θερμόν και τη ζεστή δεξαμενή ζεσταινόταν από θερμό αέρα, ο οποίος παραγόταν από φωτιά που έκαιγε κάτω από το δάπεδο, στο υπόκαυστο, και διαχεόταν μέσω εντοιχισμένων πήλινων αγωγών. Από τα λουτρά του Δαφνίου έχουν σωθεί μόνο τα υπόκαυστα, που εντοπίστηκαν στα νοτιοδυτικά του καθολικού. Η ανοδομή είναι πλήρως κατεδαφισμένη. Η είσοδος στον χώρο γινόταν από τα δυτικά.

 

 

 

 

 

 



Αξονομετρική αναπαράσταση των λουτρών στη μονή της Παναγίας στο Δερβενοσάλεσι (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, σελ. 102, εικ. 113).

Η κινστέρνα. Στα νοτιοδυτικά του καθολικού έχει εντοπιστεί ορθογώνια υπόγεια δεξαμενή με διαστάσεις 13,3x4,95 μ. για τη συλλογή του βρόχινου νερού. Βρίσκεται κάτω από τα κελιά του 16ου αιώνα. Ο κατά μήκος άξονας της κινστέρνας έχει προσανατολισμό ΝΑ-ΒΔ και βρίσκεται στη συμβολή (μισγάγκειαν) δύο κλιτύων. Η χωρητικότητά της έχει υπολογιστεί στα 300 κυβικά μέτρα, ενώ ο πυθμένας της βρίσκεται σε βάθος περίπου 7 μ. από το σημερινό δάπεδο της αυλής στα νότια του ναού. To εσωτερικό ήταν χωρισμένο σε δύο καμαροσκεπή κλίτη που έβαιναν σε τρεις κίονες και οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με υδραυλικό κονίαμα. Η συλλογή του νερού γινόταν μέσω κυκλικών ανοιγμάτων με μαρμάρινη επένδυση στην κορυφή των καμαρών. Στο χαμηλότερο σημείο της άνω επιφάνειας της κινστέρνας είχε ανοιχτεί φρεάτιο καθαρισμού ορθογώνιας διατομής. Παρόμοιες δίκλιτες κινστέρνες έχουν εντοπιστεί στη μονή του Οσίου Λουκά και στην Αγία Σοφία του Μυστρά. Μ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλιζόταν η επάρκεια νερού.
Η ορθογώνια αίθουσα. Στα νότια του καθολικού βρίσκονται τα ερείπια μιας στενόμακρης ορθογώνιας αίθουσας διαστάσεων 23x6,5 μ. με προσανατολισμό Α-Δ, τυπική μεσοβυζαντινή τοιχοδομία και δάπεδο στρωμένο με πήλινες πλάκες. Κατά μήκος του βόρειου και του νότιου τοίχου υπήρχαν κίονες. Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν τον καθορισμό της χρήσης τής εν λόγω αίθουσας.

 

 

 

 

 

 



Σχεδιαστική αναπαράσταση της κρύπτης του ταφικού ναού του Αγίου Νικολάου στη μονή Δαφνίου (Μοναστηριακή αρχιτεκτονική, σελ. 147, εικ. 177).

Ο κοιμητηριακός ναός του Αγίου Νικολάου.
Μέσα στο δάσος που απλώνεται στα ανατολικά του περιβόλου της μονής Δαφνίου έχει εντοπιστεί το ερειπωμένο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου. Είχε χτιστεί την ίδια εποχή με το καθολικό και φαίνεται ότι αποτελούσε τον κοιμητηριακό ναό της μονής. Τα νεκροταφεία των μονών τοποθετούνταν κατά κανόνα εκτός του περιβόλου για λόγους υγιεινής. Ο Άγιος Νικόλαος είναι μια μικρή θολωτή βασιλική χτισμένη κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοδομίας. Κάτω από τον ναΐσκο εντοπίστηκε υπόγεια κρύπτη σκαμμένη στον μαλακό πωρόλιθο του υπεδάφους. Εκεί είχαν κατασκευαστεί γύρω από κεντρικό διάδρομο τρία τετράγωνα οστεοφυλάκια επιστεφόμενα με καμάρες (αρκοσόλια) και σκεπασμένα με λίθινες πλάκες. Ο ναός του Αγίου Νικολάου σώζεται σήμερα και βρίσκεται σε απόσταση 20 μέτρων από το κτήριο του Τουριστικού Περιπτέρου. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



Άνοψη του καθολικού της μονής Δαφνίου, όπου σημειώνεται το εικονογραφικό πρόγραμμα (Μεσαιωνικά Μνημεία της πεδιάδας των Αθηνών και των κλιτύων Υμηττού-Πεντελικού, Πάρνηθος και Αιγάλεω, σελ. 221).