Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Επεμβάσεις - ανασκαφές - συντήρηση και ανάδειξη της μονής

Η πρώτη επέμβαση στο μνημείο έγινε γύρω στα τέλη του 13ου - αρχές του 14ου αιώνα εξαιτίας ενός σεισμού που κατέστρεψε τον εξωνάρθηκα του καθολικού της μονής. Οι Κιστερκιανοί μοναχοί τον επισκεύασαν αντικαθιστώντας τα αρχικά βυζαντινά τόξα με οξυκόρυφα γοτθικά. Επίσης προχώρησαν σε στοιχειώδεις υποστηρίξεις τοίχων και θόλων μέσω ανέγερσης τοίχων.Έχει ήδη αναφερθεί ότι μετά την κατάληψη της Αθήνας από τον Μωάμεθ Β' το 1456 η μονή παραδόθηκε και πάλι στους ορθόδοξους, που προχώρησαν σε προσθήκες, στη διαμόρφωση κελιών αλλά και στην επισκευή των κτισμάτων στο δώμα του νάρθηκα (κειμηλιαρχεία, βιβλιοθήκη και κατοικία του ηγούμενου).
Κατά τους επόμενους αιώνες η μονή ερημώθηκε σταδιακά, γεγονός που συνέβαλε στη φθορά των κτηρίων λόγω της έλλειψης συντήρησης. Οι διαδοχικές της χρήσεις ως καταφυγίου και πυριτιδαποθήκης κατά την Επανάσταση του 1821, ως στρατοπέδου για το γαλλικό τάγμα που εγκαταστάθηκε εκεί το 1854 και ως ψυχιατρείου κατά τα έτη 1883-1885 επέφεραν σημαντικότατες ζημιές στο μνημείο. Οι ζημιές αυτές έκαναν τον Γεώργιο Λαμπάκη, που είχε σπουδάσει Χριστιανική Αρχαιολογία στη Γερμανία, να διαμαρτύρεται έντονα μέσω δημοσιευμάτων σε εφημερίδες για την εγκατάλειψή του και να ζητά την ανάληψη έργου για την προστασία της μονής. To πρώτο από τα άρθρα του, που τελικά έπεισαν τον τότε υπουργό Παιδείας Δ. Βουλπιώτη να ενδιαφερθεί για το θέμα, εμφανίστηκε στο φύλλο της 30-9-1884 της εφημερίδας Αιών.


Η πρώτη σελίδα της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων των ερευνών του Γεωργίου Λαμπάκη για τη μονή Δαφνίου. Άνω δεξιά διακρίνεται η υπογραφή του συγγραφέα (Χριστιανική Αρχαιολογία της Μονής Δαφνίου, σελ. 1).

Εξέλιξη αποφασιστικής σημασίας για τη διάσωση του μνημείου ήταν η ίδρυση της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1885 στην Αθήνα. Ο φορέας αυτός ανέθεσε σε τριμελή επιτροπή να εξετάσει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε η μονή Δαφνίου και να προτείνει μέτρα για τη στερέωση του ναού. Η επιτροπή αποτελούνταν από τον Γ. Λαμπάκη, τον αρχιτέκτονα Π. Ζέζο και τον Γ. Βρούτο, καθηγητή γλυπτικής στο Σχολείο των Τεχνών, δηλαδή τη μετέπειτα Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Την ίδια χρονιά ανετέθη στον Λαμπάκη με βασιλικό διάταγμα η διεύθυνση της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Τα πορίσματα της τριμελούς επιτροπής δεν εφαρμόστηκαν, όχι άμεσα τουλάχιστον, ενώ η μονή υπέστη περαιτέρω καταστροφές -κυρίως ο ψηφιδωτός διάκοσμος- λόγω μεγάλου σεισμού το 1886 και της ακόλουθης μετατροπής της σε ποιμνιοστάσιο το 1887. Τον Νοέμβριο του 1888 η Γενική Εφορεία Αρχαιοτήτων εξετέλεσε σειρά μικροεπισκευών, που σύμφωνα με τον Λαμπάκη ήταν εντελώς επιζήμιες. Η πλέον δραστική από τις επεμβάσεις ήταν η ολοκληρωτική αφαίρεση των βυζαντινών κεράμων που κάλυπταν τον τρούλο και τη στέγη του ναού και η αντικατάστασή τους με κοινά, κακής ποιότητος κεραμίδια. Δύο μήνες αργότερα ισχυρότατοι σεισμοί επέφεραν και άλλες ζημιές στο ταλαιπωρημένο μνημείο. Παρουσιάστηκαν βαθιές ρωγμές σε πολλά σημεία του τρούλου, ενώ μεγάλο μέρος του ψηφιδωτού του Παντοκράτορα που τον κοσμούσε κατέπεσε. Ανάλογη ήταν η μοίρα πολλών ψηφιδωτών παραστάσεων σε διάφορα σημεία του ναού. Έτσι το εσωτερικό του ναού γέμισε μικρές ψηφίδες που σκορπίζονταν και χάνονταν λόγω της εγκατάλειψης του χώρου. Σοβαρές ρωγμές προκλήθηκαν σε ολόκληρο το οικοδομικό συγκρότημα. Οι τεράστιες ζημιές κλόνισαν το μνημείο και ώθησαν, επιτέλους, τους υπεύθυνους στην ανάληψη ουσιαστικής δράσης.Έπειτα από πρόταση του Υπουργείου Παιδείας το 1890 συστάθηκε επιτροπή ειδικών, που πρότεινε την κατεδάφιση και την εκ νέου κατασκευή του τυμπάνου του τρούλου και τη στερέωση των σφαιρικών τριγώνων, των ημιχωνίων, των θόλων και των πεσσών που το υποστήριζαν. Επίσης συνέστησαν τη διόρθωση των ψηφιδωτών του τρούλου χωρίς, όμως, να συμπληρωθούν τα μέρη που έλλειπαν.Έτσι, κατά το 1891 ειδικοί ψηφοθέτες από το βενετσιάνικο εργαστήρι Facchina αφαίρεσαν τμηματικά πάνω σε υφάσματα τις κακοπαθημένες παραστάσεις του Παντοκράτορα και των δεκαέξι προφητών από το τύμπανο του τρούλου. Αμέσως μετά η Υπηρεσία ΔημοσίωνΈργων προχώρησε στην κατεδάφιση του τρούλου, καθώς και κάποιων προσθηκών (κωδωνοστάσιο και ομάδα κελιών), που είχαν προστεθεί στο συγκρότημα της μονής επί Τουρκοκρατίας.
Στην ανακατασκευή του τρούλου χρησιμοποιήθηκαν τα αρχικά τούβλα, που είχαν αφαιρεθεί με προσοχή. 


Κουφικό κόσμημα στο επίκρανο της παραστάδας του εξωνάρθηκα του καθολικού (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1962-1963, πίν. 8, εικ. 1).


Η δυτική όψη του εξωνάρθηκα του καθολικού της μονής Δαφνίου πριν από την αναστήλωση και την αποκατάστασή του από τον Ευστράτιο Στίκα και τον Χαράλαμπο Μπούρα στα τέλη της δεκαετίας του 1950.

Στη βάση του τυμπάνου του τρούλου τοποθετήθηκε σιδερένια στεφάνη διατομής διπλού ταυ, ορατή ακόμα και σήμερα, προκειμένου οι ωθήσεις και τα βάρη του τρούλου να μεταβιβάζονται ομοιόμορφα σε ολόκληρο το οικοδόμημα. 
Ο παθιασμένος για τη διάσωση της μονής Δαφνίου Λαμπάκης διέκρινε σοβαρές αποκλίσεις από την αρχική μορφή του μνημείου και χαρακτήρισε την ανακατασκευή του τρούλου καταστροφική:
«Αί από του 1891 πρό του κ. Τρουμπ διενεργηθείσαι επισκευαί τοσούτο εξήρθρωσαν, παρεμόρφωσαν και κατέστρεψαν την αρχαίαν μορφήν και τό όλον οικοδόμημα τής Μονής Δαφνίου, ώστε κυριολεκτικώς δυνάμεθα νά είπωμεν ότι όση παραμόρφωσιν και καταστροφήν επέφεραν αί επισκευαί αυταί είς τόν Ναόν, δεν έπέφεραν οι δι' 'ολων τών αιώνων δι' αυτού διελθώντες βάρβαροι. Τότε κατεστράφη ό περίκομψος αρχαίος του ναού θόλος και άντ' αυτού υψώθη τό νύν υπάρχον εξόχου αμαθείας άμορφον αρχιτεκτονικόν θολοειδες εξάμβλωμα. Τότε κατεκριμνήσθη τό επί της μεσημβρινής πλευράς του Ναού κωδωνοστάσιον, όπερ ήν τό μόνον έν Αθήναις μνημείον τό διασώζον τά πεταλόσχημα φραγκικά τόξα, τότε κατεστράφησαν τά λαμπρά και γλαφυρά κεραμοπλαστικά του ναού κοσμήματα [...]».


Η δυτική όψη του εξωνάρθηκα μετά την αποκατάσταση (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1962-1963, πίν. 1, εικ. 1 και 2).

Ο Λαμπάκης συνεχίζει καυτηριάζοντας ποικίλες καταστροφές που επέφερε η συντήρηση-στερέωση του ναού, και καταλήγει ότι
«τοσαύται επί του οικοδομήματος επήλθαν καταστροφαί, ώστε φρίττει τις αναλογιζόμενος ότι, της Ελληνικής κυβερνήσεως χορηγούσης, διά παντός απωλέσθη τό πολύτιμον τούτο του Ελληνικού Χριστιανισμού μνημείον, όπερ οί αιώνες σχεδόν σώον και αβλαβές ημίν περιέσωσαν».
Για την επανατοποθέτηση των ψηφιδωτών στον τρούλο το Υπουργείο Παιδείας κάλεσε τον Βενετσιάνο μωσαϊστή Fransisco Νονο, διότι αυτός του εργαστηρίου Facchina που είχε «κατεβάσει» την παράσταση του Παντοκράτορα και των προφητών ζητούσε υπέρογκη αμοιβή. Ο Νονο ξεκίνησε την εργασία του στο Δαφνί τον Αύγουστο του 1892. Εργάστηκε εκεί επί πέντε χρόνια επικολλώντας τα ψηφιδωτά του τρουλαίου τυμπάνου και άλλα, και καθαρίζοντας και στερεώνοντας την ψηφιδωτή διακόσμηση σε ολόκληρο τον ναό. Τα αποτελέσματα της δουλειάς του Νονο δεν κρίθηκαν ιδιαίτερα ικανοποιητικά. Ο αρχαιολόγος Ευστράτιος Στίκας, ο οποίος εργάστηκε στο Δαφνί από το 1959 και εξής, υποστήριξε:
«Ο Ιταλός ψηφοθέτης Νόβο έκανε πολλά σφάλματα κατά τάς εργασίας επανατοποθετήσεως τών ψηφιδωτών του τρούλλου- διότι ειργάζετο άνευ ουδεμιάς επιστημονικής εποπτείας. Ούτω ετοποθέτησε εσφαλμένως τους προφήτας είς τό τύμπανον του τρούλλου, διότι ήλλαξε τάς θέσεις των, αφού είς την θέσιν του προφήτου Μωϋσέως, όστις ήτο ο πρώτος κατά σειράν, ετοποθέτησε τόν προφήτην Δαυίδ, όστις ήτο ό τελευταίος, και ούτω ήλλαξε διαδοχικώς απάσας τάς αρχικάς θέσεις τών προφητών. Ωσαύτως ό Ίταλός τεχνίτης προέβη είς την διόρθωσιν τών ρήσεων τών προφητών και τών ονομάτων τών άγίων καί, επειδή δεν εγνώριζε την έλληνικην γλώσσαν, παρεμόρφωσε ταύτας, παρήλλαξε δέ και διάφορα γράμματα τών όνομάτων τών άγίων.
»Εκείνο όμως τό οποίο είναι ασυγχώρητο, είναι ότι [...] ό έν λόγω ψηφοθέτης, παρά την ρητήν απόφασιν τής επιτροπής νά μη γίνει ουδεμία συμπλήρωσις τών κενών, έν τούτοις ουτός προέβη είς εύρείας, δυστυχώς, κλίμακος συμπλήρωσιν τών ελλειπόντων μερών τών διαφόρων παραστάσεων».
Εκτός από τις αυθαιρεσίες του Νονο, στο μνημείο του Δαφνίου έγιναν και άλλες λιγότερο ή περισσότερο αυθαίρετες επεμβάσεις. Κατά το 1893 ο μηχανικός Καλλίας τοποθέτησε σιδεροδεσιές στον νάρθηκα αλλά και σε άλλα μέρη του κυρίως ναού που ήταν ετοιμόρροπα και έχρηζαν άμεσης στήριξης. Μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 1894, που προκάλεσαν περαιτέρω φθορές στον τρούλο, δύο ογκώδεις αντιαισθητικές αντηρίδες, που έχουν επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, προσκολλήθηκαν στην εξωτερική πλευρά της βόρειας κεραίας του ναού. Βέβαια, παρά τα αισθητικά προβλήματα που δημιούργησαν, οι εν λόγω αντηρίδες προσέφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν πολύτιμη στήριξη στο μνημείο.
Τον Σεπτέμβριο του 1894 συγκροτήθηκε νέα επιτροπή μελέτης για την αναστήλωση της μονής Δαφνίου, η οποία αποφάσισε ότι έπρεπε να κατεδαφιστεί και να αναστηλωθεί ο ετοιμόρροπος δυτικός τοίχος του νάρθηκα και να αφαιρεθούν οι οποιεσδήποτε μεταγενέστερες προσθήκες. Η εργασία αυτή ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Eugene Troump και έγινε με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα καμία εργασία δεν έγινε στη μονή Δαφνίου, με εξαίρεση κάποιους καθαρισμούς και στερεώσεις περιορισμένης έκτασης. Μια ενδιαφέρουσα περιγραφή του μνημείου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 βρίσκουμε στο μυθιστόρημα Λεμονόδασος (1930) του Κοσμά Πολίτη (1893-1974). Εκεί, ο κεντρικός ήρωας Παύλος Αποστόλου έχει αναλάβει με τον πατέρα του -αρχιτέκτονες και οι δύο στο επάγγελμα- την επιστασία της συμπλήρωσης των ψηφιδωτών του καθολικού που παρουσιάζονται κατεστραμμένα σε μεγάλο βαθμό. Ο Πολίτης βρίσκει ευκαιρία να μας χαρίσει μια σύντομη περιγραφή της μονής όταν ο Παύλος με τη φίλη του Λήδα πηγαίνουν μια σύντομη εκδρομή ως εκεί. Από μια μικρή πορτούλα μπαίνουν στον περίβολο:
«Κατεβαίνομε μπροστά σε κάποια χαμηλή πορτούλα, κι όπως τη διασκελίζομε αφήνω πίσω το χαρούμενο φως της αρχαίας Ελλάδας και κατεβαίνω στο σκοτάδι του μεσαίωνα. Η μεγάλη χορταριασμένη αυλή. Στο βάθος το χτίριο του κοινόβιου με τις βαριές αψίδες. Οι κολόνες της στοάς, χωσμένες μες τη γη ως πάνω, κοντά ως τα κιονόκρανα, δίνουν την εντύπωση πως χώνουνται κάθε στιγμή όλο και πιο βαθιά, πως δε θ' αργήσει να καταπιεί ολόκληρο το χτίριο η γη.
Φωνάζουνε βοήθεια καθώς βουλιάζουν. Η εκκλησία ορθώνεται πάνω στο ζαφειρένιο ουρανό, μετέωρη, σαν ύψωση σε λειτουργία, κάλυκας χρυσός ανάμεσα σε δύο σβησμένες μαύρες λαμπάδες - τα δύο ψηλά ξεγυμνωμένα κυπαρίσσια.
»Ανεβαίνομε τα σκαλιά του πρόναου. Εκεί πλάι χάσκουνε ανοιχτές δυο σαρκοφάγοι, σαν κόκαλα που ασπρίζουνε στον ήλιο. Είμαι πια εξοικειωμένος στην αποσύνθεση αυτή: ένα περιβάλλον που κάθε μέρα πεθαίνει και λίγο πιο πολύ».


Αποψη του καθολικού της μονής Δαφνίου από τα βορειοανατολικά.

Η ορθή τοπογραφία της περιγραφής του Πολίτη μάς πείθει ότι αποτελεί αποτέλεσμα επίσκεψης του συγγραφέα στον χώρο και όχι γέννημα της δημιουργικής του φαντασίας. Δυστυχώς, δεν συνέχισε την περιγραφή και στο εσωτερικό του καθολικού, το οποίο η μυθοπλασία του ήθελε γεμάτο σκαλωσιές, που εμπόδισαν τους επισκέπτες να θαυμάσουν τα ψηφιδωτά.
Κατά τα έτη 1936-1939 ο αρχαιολόγος Ιωάννης Τραυλός πραγματοποίησε συστηματική ανασκαφική έρευνα στον χώρο του μοναστηριού, προκειμένου να εντοπίσει και να μελετήσει τα κατάλοιπα του ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική αρχαιολογική έρευνα στο Δαφνί, αφού η ανασκαφική δραστηριότητα του Γάλλου στρατηγού de Vasoignes στην Ιερά Οδό το 1854, αλλά και αυτή του Δημήτριου Καμπούρογλου στον χώρο γύρω από τη μονή τη δεκαετία του 1890 είχαν εντελώς ερασιτεχνικό χαρακτήρα.
Κατά το β' ήμισυ της δεκαετίας του 1950 έγιναν εκτεταμένες εργασίες συντήρησης στον ναό και στερέωσης του ψηφιδωτού διακόσμου του από τη Διεύθυνση Αναστηλώσεως του Υπουργείου Πολιτισμού. Επικεφαλής της όλης επιχείρησης ήταν ο τότε διευθυντής Αναστηλώσεων, καθηγητής Αναστάσιος Ορλάνδος (1887-1979), ο οποίος σε συνεργασία με τον τότε έφορο Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Μανώλη Χατζηδάκη άνοιξε αρκετές ανασκαφικές τομές σε διάφορα σημεία της μονής. To έργο χρηματοδοτήθηκε από την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο αρχαιολόγος Ευστράτιος Στίκας με τον αρχιτέκτονα Χαράλαμπο Μπούρα εργάστηκαν στη στερέωση και στην αποκατάσταση του εξωνάρθηκα του καθολικού, ενώ το 1968 καθαρίστηκε η δυτική πύλη της μονής. 
To 1990 η μονή Δαφνίου εγγράφηκε στον Παγκόσμιο Κατάλογο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Έτσι, η προστασία του μνημείου εξασφαλίστηκε όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Σύμφωνα με τους κανονισμούς της UNESCO, όλες οι χώρες στις οποίες βρίσκονται τα μνημεία του παραπάνω καταλόγου, έχουν δεσμευτεί να τα συντηρούν και να τα αναδεικνύουν.Έτσι, η Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, η Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαιοτήτων, η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων και η 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, όπου υπάγεται η μονή Δαφνίου, εκπόνησαν ένα μακρόπνοο σχέδιο ολοκληρωμένης προστασίας και ανάδειξης του μνημείου. Παράλληλα προωθήθηκε η αξιοποίησή του για διδακτικούς σκοπούς μέσω της διοργάνωσης στον χώρο εκπαιδευτικών προγραμμάτων για μαθητές. Οι σοβαρές ζημιές που υπέστη το μοναστήρι μετά τον πρόσφατο ισχυρό σεισμό του 1999 ανάγκασαν τους επιστήμονες και την πολιτεία να εντατικοποιήσουν τη δράση τους, προκειμένου να επιτύχουν την αποτελεσματική στήριξη και προστασία του μνημείου. Ο αρχαιολογικός χώρος έκλεισε για το κοινό, καθώς εκτελούνται συστηματικές εργασίες από την 1η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Η υποστύλωση του καθολικού της μονής Δαφνίου υπήρξε το πρωταρχικό μέλημα. Προς το παρόν ο ναός υποστηρίζεται από μεταλλικά στηρίγματα σύγχρονης σχεδίασης και τεχνολογίας σχεδόν σε ολόκληρο το ύψος του εσωτερικά και εξωτερικά. Παράλληλα, διενεργούνται μελέτες που θα επιτρέψουν την οριστική απομάκρυνση των μεταλλικών υποστυλώσεων και την αρχιτεκτονική αποκατάσταση και ανάδειξη του μνημείου. Στο εσωτερικό του ναού πραγματοποιείται συστηματική συντήρηση του ψηφιδωτού διάκοσμου. Έχει, ακόμα, προγραμματιστεί μελέτη μέσω ανασκαφικής έρευνας σε διάφορα σημεία της μονής, η δημιουργία μικρού μουσείου με εποπτικό υλικό, η αναστήλωση και η ανάδειξη κάποιων οικοδομημάτων γύρω από το καθολικό και η διαμόρφωση και η προστασία του περιβάλλοντος χώρου. Πρόκειται για ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα, που στοχεύει στην οριστική αποκατάσταση του Δαφνίου.
Έτσι, οι αισιόδοξες προβλέψεις για το λαμπρό μέλλον του μοναστηριού που έκανε ο Hans Christian Andersen το 1841 μέσα στη χορταριασμένη αυλή του μοναστηριού, μπροστά στον ερειπωμένο ναό, θα πραγματοποιηθούν στις αρχές του 21ου αιώνα:
«Μα είμαι σίγουρος πως τα καντήλια θα καίνε, και τότε θα 'ναι ασημένια. Τριαντάφυλλα θα ανθίζουν στον τόπο που σκεπάζουν οι τσουκνίδες. Τώρα δα μας το 'λεγε ψιθυριστά το καλό πνεύμα της Ελλάδας. To Δαφνί θα ξανασηκωθείμεσ' από τα ερείπια και στο δρόμο εδώ της Ελευσίνας, όπως στην Ιταλία, θα οδοιπορούν και πάλι οι ξένοι. θα ξανανθίσει το Δαφνί! Σε τούτη την αυλή, που μόνο γαϊδουράγκαθα βλασταίνουν, θα πρασινίσει η δάφνη, θα μοσκοβολήσει το λιβάνι και τα γονατισμένα παιδιά θα βλέπουν μια ιερή πληγή στο μάτι του Χριστού, στο στόμα και τη δόξα του, εκείπου πέτυχε το τούρκικο βόλι». 

Η πρώτη επέμβαση στο μνημείο έγινε γύρω στα τέλη του 13ου - αρχές του 14ου αιώνα εξαιτίας ενός σεισμού που κατέστρεψε τον εξωνάρθηκα του καθολικού της μονής. Οι Κιστερκιανοί μοναχοί τον επισκεύασαν αντικαθιστώντας τα αρχικά βυζαντινά τόξα με οξυκόρυφα γοτθικά. Επίσης προχώρησαν σε στοιχειώδεις υποστηρίξεις τοίχων και θόλων μέσω ανέγερσης τοίχων.Έχει ήδη αναφερθεί ότι μετά την κατάληψη της Αθήνας από τον Μωάμεθ Β' το 1456 η μονή παραδόθηκε και πάλι στους ορθόδοξους, που προχώρησαν σε προσθήκες, στη διαμόρφωση κελιών αλλά και στην επισκευή των κτισμάτων στο δώμα του νάρθηκα (κειμηλιαρχεία, βιβλιοθήκη και κατοικία του ηγούμενου).
Κατά τους επόμενους αιώνες η μονή ερημώθηκε σταδιακά, γεγονός που συνέβαλε στη φθορά των κτηρίων λόγω της έλλειψης συντήρησης. Οι διαδοχικές της χρήσεις ως καταφυγίου και πυριτιδαποθήκης κατά την Επανάσταση του 1821, ως στρατοπέδου για το γαλλικό τάγμα που εγκαταστάθηκε εκεί το 1854 και ως ψυχιατρείου κατά τα έτη 1883-1885 επέφεραν σημαντικότατες ζημιές στο μνημείο. Οι ζημιές αυτές έκαναν τον Γεώργιο Λαμπάκη, που είχε σπουδάσει Χριστιανική Αρχαιολογία στη Γερμανία, να διαμαρτύρεται έντονα μέσω δημοσιευμάτων σε εφημερίδες για την εγκατάλειψή του και να ζητά την ανάληψη έργου για την προστασία της μονής. To πρώτο από τα άρθρα του, που τελικά έπεισαν τον τότε υπουργό Παιδείας Δ. Βουλπιώτη να ενδιαφερθεί για το θέμα, εμφανίστηκε στο φύλλο της 30-9-1884 της εφημερίδας Αιών.


Η πρώτη σελίδα της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων των ερευνών του Γεωργίου Λαμπάκη για τη μονή Δαφνίου. Άνω δεξιά διακρίνεται η υπογραφή του συγγραφέα (Χριστιανική Αρχαιολογία της Μονής Δαφνίου, σελ. 1).

Εξέλιξη αποφασιστικής σημασίας για τη διάσωση του μνημείου ήταν η ίδρυση της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1885 στην Αθήνα. Ο φορέας αυτός ανέθεσε σε τριμελή επιτροπή να εξετάσει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε η μονή Δαφνίου και να προτείνει μέτρα για τη στερέωση του ναού. Η επιτροπή αποτελούνταν από τον Γ. Λαμπάκη, τον αρχιτέκτονα Π. Ζέζο και τον Γ. Βρούτο, καθηγητή γλυπτικής στο Σχολείο των Τεχνών, δηλαδή τη μετέπειτα Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Την ίδια χρονιά ανετέθη στον Λαμπάκη με βασιλικό διάταγμα η διεύθυνση της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Τα πορίσματα της τριμελούς επιτροπής δεν εφαρμόστηκαν, όχι άμεσα τουλάχιστον, ενώ η μονή υπέστη περαιτέρω καταστροφές -κυρίως ο ψηφιδωτός διάκοσμος- λόγω μεγάλου σεισμού το 1886 και της ακόλουθης μετατροπής της σε ποιμνιοστάσιο το 1887. Τον Νοέμβριο του 1888 η Γενική Εφορεία Αρχαιοτήτων εξετέλεσε σειρά μικροεπισκευών, που σύμφωνα με τον Λαμπάκη ήταν εντελώς επιζήμιες. Η πλέον δραστική από τις επεμβάσεις ήταν η ολοκληρωτική αφαίρεση των βυζαντινών κεράμων που κάλυπταν τον τρούλο και τη στέγη του ναού και η αντικατάστασή τους με κοινά, κακής ποιότητος κεραμίδια. Δύο μήνες αργότερα ισχυρότατοι σεισμοί επέφεραν και άλλες ζημιές στο ταλαιπωρημένο μνημείο. Παρουσιάστηκαν βαθιές ρωγμές σε πολλά σημεία του τρούλου, ενώ μεγάλο μέρος του ψηφιδωτού του Παντοκράτορα που τον κοσμούσε κατέπεσε. Ανάλογη ήταν η μοίρα πολλών ψηφιδωτών παραστάσεων σε διάφορα σημεία του ναού. Έτσι το εσωτερικό του ναού γέμισε μικρές ψηφίδες που σκορπίζονταν και χάνονταν λόγω της εγκατάλειψης του χώρου. Σοβαρές ρωγμές προκλήθηκαν σε ολόκληρο το οικοδομικό συγκρότημα. Οι τεράστιες ζημιές κλόνισαν το μνημείο και ώθησαν, επιτέλους, τους υπεύθυνους στην ανάληψη ουσιαστικής δράσης.Έπειτα από πρόταση του Υπουργείου Παιδείας το 1890 συστάθηκε επιτροπή ειδικών, που πρότεινε την κατεδάφιση και την εκ νέου κατασκευή του τυμπάνου του τρούλου και τη στερέωση των σφαιρικών τριγώνων, των ημιχωνίων, των θόλων και των πεσσών που το υποστήριζαν. Επίσης συνέστησαν τη διόρθωση των ψηφιδωτών του τρούλου χωρίς, όμως, να συμπληρωθούν τα μέρη που έλλειπαν.Έτσι, κατά το 1891 ειδικοί ψηφοθέτες από το βενετσιάνικο εργαστήρι Facchina αφαίρεσαν τμηματικά πάνω σε υφάσματα τις κακοπαθημένες παραστάσεις του Παντοκράτορα και των δεκαέξι προφητών από το τύμπανο του τρούλου. Αμέσως μετά η Υπηρεσία ΔημοσίωνΈργων προχώρησε στην κατεδάφιση του τρούλου, καθώς και κάποιων προσθηκών (κωδωνοστάσιο και ομάδα κελιών), που είχαν προστεθεί στο συγκρότημα της μονής επί Τουρκοκρατίας.
Στην ανακατασκευή του τρούλου χρησιμοποιήθηκαν τα αρχικά τούβλα, που είχαν αφαιρεθεί με προσοχή. 


Κουφικό κόσμημα στο επίκρανο της παραστάδας του εξωνάρθηκα του καθολικού (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1962-1963, πίν. 8, εικ. 1).


Η δυτική όψη του εξωνάρθηκα του καθολικού της μονής Δαφνίου πριν από την αναστήλωση και την αποκατάστασή του από τον Ευστράτιο Στίκα και τον Χαράλαμπο Μπούρα στα τέλη της δεκαετίας του 1950.

Στη βάση του τυμπάνου του τρούλου τοποθετήθηκε σιδερένια στεφάνη διατομής διπλού ταυ, ορατή ακόμα και σήμερα, προκειμένου οι ωθήσεις και τα βάρη του τρούλου να μεταβιβάζονται ομοιόμορφα σε ολόκληρο το οικοδόμημα. 
Ο παθιασμένος για τη διάσωση της μονής Δαφνίου Λαμπάκης διέκρινε σοβαρές αποκλίσεις από την αρχική μορφή του μνημείου και χαρακτήρισε την ανακατασκευή του τρούλου καταστροφική:
«Αί από του 1891 πρό του κ. Τρουμπ διενεργηθείσαι επισκευαί τοσούτο εξήρθρωσαν, παρεμόρφωσαν και κατέστρεψαν την αρχαίαν μορφήν και τό όλον οικοδόμημα τής Μονής Δαφνίου, ώστε κυριολεκτικώς δυνάμεθα νά είπωμεν ότι όση παραμόρφωσιν και καταστροφήν επέφεραν αί επισκευαί αυταί είς τόν Ναόν, δεν έπέφεραν οι δι' 'ολων τών αιώνων δι' αυτού διελθώντες βάρβαροι. Τότε κατεστράφη ό περίκομψος αρχαίος του ναού θόλος και άντ' αυτού υψώθη τό νύν υπάρχον εξόχου αμαθείας άμορφον αρχιτεκτονικόν θολοειδες εξάμβλωμα. Τότε κατεκριμνήσθη τό επί της μεσημβρινής πλευράς του Ναού κωδωνοστάσιον, όπερ ήν τό μόνον έν Αθήναις μνημείον τό διασώζον τά πεταλόσχημα φραγκικά τόξα, τότε κατεστράφησαν τά λαμπρά και γλαφυρά κεραμοπλαστικά του ναού κοσμήματα [...]».


Η δυτική όψη του εξωνάρθηκα μετά την αποκατάσταση (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1962-1963, πίν. 1, εικ. 1 και 2).

Ο Λαμπάκης συνεχίζει καυτηριάζοντας ποικίλες καταστροφές που επέφερε η συντήρηση-στερέωση του ναού, και καταλήγει ότι
«τοσαύται επί του οικοδομήματος επήλθαν καταστροφαί, ώστε φρίττει τις αναλογιζόμενος ότι, της Ελληνικής κυβερνήσεως χορηγούσης, διά παντός απωλέσθη τό πολύτιμον τούτο του Ελληνικού Χριστιανισμού μνημείον, όπερ οί αιώνες σχεδόν σώον και αβλαβές ημίν περιέσωσαν».
Για την επανατοποθέτηση των ψηφιδωτών στον τρούλο το Υπουργείο Παιδείας κάλεσε τον Βενετσιάνο μωσαϊστή Fransisco Νονο, διότι αυτός του εργαστηρίου Facchina που είχε «κατεβάσει» την παράσταση του Παντοκράτορα και των προφητών ζητούσε υπέρογκη αμοιβή. Ο Νονο ξεκίνησε την εργασία του στο Δαφνί τον Αύγουστο του 1892. Εργάστηκε εκεί επί πέντε χρόνια επικολλώντας τα ψηφιδωτά του τρουλαίου τυμπάνου και άλλα, και καθαρίζοντας και στερεώνοντας την ψηφιδωτή διακόσμηση σε ολόκληρο τον ναό. Τα αποτελέσματα της δουλειάς του Νονο δεν κρίθηκαν ιδιαίτερα ικανοποιητικά. Ο αρχαιολόγος Ευστράτιος Στίκας, ο οποίος εργάστηκε στο Δαφνί από το 1959 και εξής, υποστήριξε:
«Ο Ιταλός ψηφοθέτης Νόβο έκανε πολλά σφάλματα κατά τάς εργασίας επανατοποθετήσεως τών ψηφιδωτών του τρούλλου- διότι ειργάζετο άνευ ουδεμιάς επιστημονικής εποπτείας. Ούτω ετοποθέτησε εσφαλμένως τους προφήτας είς τό τύμπανον του τρούλλου, διότι ήλλαξε τάς θέσεις των, αφού είς την θέσιν του προφήτου Μωϋσέως, όστις ήτο ο πρώτος κατά σειράν, ετοποθέτησε τόν προφήτην Δαυίδ, όστις ήτο ό τελευταίος, και ούτω ήλλαξε διαδοχικώς απάσας τάς αρχικάς θέσεις τών προφητών. Ωσαύτως ό Ίταλός τεχνίτης προέβη είς την διόρθωσιν τών ρήσεων τών προφητών και τών ονομάτων τών άγίων καί, επειδή δεν εγνώριζε την έλληνικην γλώσσαν, παρεμόρφωσε ταύτας, παρήλλαξε δέ και διάφορα γράμματα τών όνομάτων τών άγίων.
»Εκείνο όμως τό οποίο είναι ασυγχώρητο, είναι ότι [...] ό έν λόγω ψηφοθέτης, παρά την ρητήν απόφασιν τής επιτροπής νά μη γίνει ουδεμία συμπλήρωσις τών κενών, έν τούτοις ουτός προέβη είς εύρείας, δυστυχώς, κλίμακος συμπλήρωσιν τών ελλειπόντων μερών τών διαφόρων παραστάσεων».
Εκτός από τις αυθαιρεσίες του Νονο, στο μνημείο του Δαφνίου έγιναν και άλλες λιγότερο ή περισσότερο αυθαίρετες επεμβάσεις. Κατά το 1893 ο μηχανικός Καλλίας τοποθέτησε σιδεροδεσιές στον νάρθηκα αλλά και σε άλλα μέρη του κυρίως ναού που ήταν ετοιμόρροπα και έχρηζαν άμεσης στήριξης. Μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 1894, που προκάλεσαν περαιτέρω φθορές στον τρούλο, δύο ογκώδεις αντιαισθητικές αντηρίδες, που έχουν επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, προσκολλήθηκαν στην εξωτερική πλευρά της βόρειας κεραίας του ναού. Βέβαια, παρά τα αισθητικά προβλήματα που δημιούργησαν, οι εν λόγω αντηρίδες προσέφεραν και συνεχίζουν να προσφέρουν πολύτιμη στήριξη στο μνημείο.
Τον Σεπτέμβριο του 1894 συγκροτήθηκε νέα επιτροπή μελέτης για την αναστήλωση της μονής Δαφνίου, η οποία αποφάσισε ότι έπρεπε να κατεδαφιστεί και να αναστηλωθεί ο ετοιμόρροπος δυτικός τοίχος του νάρθηκα και να αφαιρεθούν οι οποιεσδήποτε μεταγενέστερες προσθήκες. Η εργασία αυτή ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Eugene Troump και έγινε με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα καμία εργασία δεν έγινε στη μονή Δαφνίου, με εξαίρεση κάποιους καθαρισμούς και στερεώσεις περιορισμένης έκτασης. Μια ενδιαφέρουσα περιγραφή του μνημείου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 βρίσκουμε στο μυθιστόρημα Λεμονόδασος (1930) του Κοσμά Πολίτη (1893-1974). Εκεί, ο κεντρικός ήρωας Παύλος Αποστόλου έχει αναλάβει με τον πατέρα του -αρχιτέκτονες και οι δύο στο επάγγελμα- την επιστασία της συμπλήρωσης των ψηφιδωτών του καθολικού που παρουσιάζονται κατεστραμμένα σε μεγάλο βαθμό. Ο Πολίτης βρίσκει ευκαιρία να μας χαρίσει μια σύντομη περιγραφή της μονής όταν ο Παύλος με τη φίλη του Λήδα πηγαίνουν μια σύντομη εκδρομή ως εκεί. Από μια μικρή πορτούλα μπαίνουν στον περίβολο:
«Κατεβαίνομε μπροστά σε κάποια χαμηλή πορτούλα, κι όπως τη διασκελίζομε αφήνω πίσω το χαρούμενο φως της αρχαίας Ελλάδας και κατεβαίνω στο σκοτάδι του μεσαίωνα. Η μεγάλη χορταριασμένη αυλή. Στο βάθος το χτίριο του κοινόβιου με τις βαριές αψίδες. Οι κολόνες της στοάς, χωσμένες μες τη γη ως πάνω, κοντά ως τα κιονόκρανα, δίνουν την εντύπωση πως χώνουνται κάθε στιγμή όλο και πιο βαθιά, πως δε θ' αργήσει να καταπιεί ολόκληρο το χτίριο η γη.
Φωνάζουνε βοήθεια καθώς βουλιάζουν. Η εκκλησία ορθώνεται πάνω στο ζαφειρένιο ουρανό, μετέωρη, σαν ύψωση σε λειτουργία, κάλυκας χρυσός ανάμεσα σε δύο σβησμένες μαύρες λαμπάδες - τα δύο ψηλά ξεγυμνωμένα κυπαρίσσια.
»Ανεβαίνομε τα σκαλιά του πρόναου. Εκεί πλάι χάσκουνε ανοιχτές δυο σαρκοφάγοι, σαν κόκαλα που ασπρίζουνε στον ήλιο. Είμαι πια εξοικειωμένος στην αποσύνθεση αυτή: ένα περιβάλλον που κάθε μέρα πεθαίνει και λίγο πιο πολύ».


Αποψη του καθολικού της μονής Δαφνίου από τα βορειοανατολικά.

Η ορθή τοπογραφία της περιγραφής του Πολίτη μάς πείθει ότι αποτελεί αποτέλεσμα επίσκεψης του συγγραφέα στον χώρο και όχι γέννημα της δημιουργικής του φαντασίας. Δυστυχώς, δεν συνέχισε την περιγραφή και στο εσωτερικό του καθολικού, το οποίο η μυθοπλασία του ήθελε γεμάτο σκαλωσιές, που εμπόδισαν τους επισκέπτες να θαυμάσουν τα ψηφιδωτά.
Κατά τα έτη 1936-1939 ο αρχαιολόγος Ιωάννης Τραυλός πραγματοποίησε συστηματική ανασκαφική έρευνα στον χώρο του μοναστηριού, προκειμένου να εντοπίσει και να μελετήσει τα κατάλοιπα του ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική αρχαιολογική έρευνα στο Δαφνί, αφού η ανασκαφική δραστηριότητα του Γάλλου στρατηγού de Vasoignes στην Ιερά Οδό το 1854, αλλά και αυτή του Δημήτριου Καμπούρογλου στον χώρο γύρω από τη μονή τη δεκαετία του 1890 είχαν εντελώς ερασιτεχνικό χαρακτήρα.
Κατά το β' ήμισυ της δεκαετίας του 1950 έγιναν εκτεταμένες εργασίες συντήρησης στον ναό και στερέωσης του ψηφιδωτού διακόσμου του από τη Διεύθυνση Αναστηλώσεως του Υπουργείου Πολιτισμού. Επικεφαλής της όλης επιχείρησης ήταν ο τότε διευθυντής Αναστηλώσεων, καθηγητής Αναστάσιος Ορλάνδος (1887-1979), ο οποίος σε συνεργασία με τον τότε έφορο Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Μανώλη Χατζηδάκη άνοιξε αρκετές ανασκαφικές τομές σε διάφορα σημεία της μονής. To έργο χρηματοδοτήθηκε από την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο αρχαιολόγος Ευστράτιος Στίκας με τον αρχιτέκτονα Χαράλαμπο Μπούρα εργάστηκαν στη στερέωση και στην αποκατάσταση του εξωνάρθηκα του καθολικού, ενώ το 1968 καθαρίστηκε η δυτική πύλη της μονής. 
To 1990 η μονή Δαφνίου εγγράφηκε στον Παγκόσμιο Κατάλογο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Έτσι, η προστασία του μνημείου εξασφαλίστηκε όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Σύμφωνα με τους κανονισμούς της UNESCO, όλες οι χώρες στις οποίες βρίσκονται τα μνημεία του παραπάνω καταλόγου, έχουν δεσμευτεί να τα συντηρούν και να τα αναδεικνύουν.Έτσι, η Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, η Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαιοτήτων, η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων και η 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, όπου υπάγεται η μονή Δαφνίου, εκπόνησαν ένα μακρόπνοο σχέδιο ολοκληρωμένης προστασίας και ανάδειξης του μνημείου. Παράλληλα προωθήθηκε η αξιοποίησή του για διδακτικούς σκοπούς μέσω της διοργάνωσης στον χώρο εκπαιδευτικών προγραμμάτων για μαθητές. Οι σοβαρές ζημιές που υπέστη το μοναστήρι μετά τον πρόσφατο ισχυρό σεισμό του 1999 ανάγκασαν τους επιστήμονες και την πολιτεία να εντατικοποιήσουν τη δράση τους, προκειμένου να επιτύχουν την αποτελεσματική στήριξη και προστασία του μνημείου. Ο αρχαιολογικός χώρος έκλεισε για το κοινό, καθώς εκτελούνται συστηματικές εργασίες από την 1η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Η υποστύλωση του καθολικού της μονής Δαφνίου υπήρξε το πρωταρχικό μέλημα. Προς το παρόν ο ναός υποστηρίζεται από μεταλλικά στηρίγματα σύγχρονης σχεδίασης και τεχνολογίας σχεδόν σε ολόκληρο το ύψος του εσωτερικά και εξωτερικά. Παράλληλα, διενεργούνται μελέτες που θα επιτρέψουν την οριστική απομάκρυνση των μεταλλικών υποστυλώσεων και την αρχιτεκτονική αποκατάσταση και ανάδειξη του μνημείου. Στο εσωτερικό του ναού πραγματοποιείται συστηματική συντήρηση του ψηφιδωτού διάκοσμου. Έχει, ακόμα, προγραμματιστεί μελέτη μέσω ανασκαφικής έρευνας σε διάφορα σημεία της μονής, η δημιουργία μικρού μουσείου με εποπτικό υλικό, η αναστήλωση και η ανάδειξη κάποιων οικοδομημάτων γύρω από το καθολικό και η διαμόρφωση και η προστασία του περιβάλλοντος χώρου. Πρόκειται για ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα, που στοχεύει στην οριστική αποκατάσταση του Δαφνίου.
Έτσι, οι αισιόδοξες προβλέψεις για το λαμπρό μέλλον του μοναστηριού που έκανε ο Hans Christian Andersen το 1841 μέσα στη χορταριασμένη αυλή του μοναστηριού, μπροστά στον ερειπωμένο ναό, θα πραγματοποιηθούν στις αρχές του 21ου αιώνα:
«Μα είμαι σίγουρος πως τα καντήλια θα καίνε, και τότε θα 'ναι ασημένια. Τριαντάφυλλα θα ανθίζουν στον τόπο που σκεπάζουν οι τσουκνίδες. Τώρα δα μας το 'λεγε ψιθυριστά το καλό πνεύμα της Ελλάδας. To Δαφνί θα ξανασηκωθείμεσ' από τα ερείπια και στο δρόμο εδώ της Ελευσίνας, όπως στην Ιταλία, θα οδοιπορούν και πάλι οι ξένοι. θα ξανανθίσει το Δαφνί! Σε τούτη την αυλή, που μόνο γαϊδουράγκαθα βλασταίνουν, θα πρασινίσει η δάφνη, θα μοσκοβολήσει το λιβάνι και τα γονατισμένα παιδιά θα βλέπουν μια ιερή πληγή στο μάτι του Χριστού, στο στόμα και τη δόξα του, εκείπου πέτυχε το τούρκικο βόλι».