Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Η μονή Δαφνίου κατά την Τουρκοκτατία

Οι Τούρκοι κατέλαβαν την Αθήνα τον Ιούνιο του 1458, μετά την κατόπιν συνθηκολόγησης παράδοση της Ακρόπολης από τον τελευταίο δούκα των Αθηνών, τον Francesco II Acciajuoli, στον διοικητή της θεσσαλίας Ομάρ. Στη μακραίωνη ιστορία της πόλης των Αθηνών, αυτή η κατάληψη από τους Τούρκους αποτελεί τη μοναδική περίπτωση «ειρηνικής» κατάκτησής της χωρίς καταστροφή. Ο Μωάμεθ Β' επισκέφτηκε την πόλη γύρω στα τέλη του Αυγούστου της ίδιας χρονιάς, προκειμένου να την επιθεωρήσει αλλά και να θαυμάσει τα περίφημα αρχαία μνημεία που την κοσμούσαν. Η εντύπωση που του προκάλεσαν τα τελευταία, ιδίως η Ακρόπολη, ήταν τεράστια. Μάλιστα, σύγχρονοι χρονογράφοι αποδίδουν σε αυτήν την επιείκεια με την οποία αντιμετώπισε τους Αθηναίους, παραχωρώντας τους ποικίλα προνόμια, όπως την ελευθερία της λατρείας και τη σχετική αυτοδιοίκηση. Έτσι, σταδιακά η πόλη αναπτύχθηκε και πάλι, μετά την εξαθλίωση στην οποία είχε περιπέσει κατά τη Φραγκοκρατία.


Η μονή Δαφνίου από τα νοτιοανατολικά, επιχρωματισμένη λιθογραφία του Théodore du Monoel (1843).

 

 

 

 

Ανω: Τμήμα μαρμάρινου καλύμματος λάρνακας με ανάγλυφη διακόσμηση σειρών φυλλωμάτων, που εντοπίστηκε στον νάρθηκα του καθολικού (Χριστιανική Αρχαιολογία της Μονής Δαφνίου, σελ. 72).




Κάτω: Εγχάρακτη επιγραφή του Παρθενίου, ενός από τους ηγούμενους της μονής Δαφνίου, χρονολογούμενη στις 9 Απριλίου 1788. Εντοπίστηκε σε μικρή έρημη εκκλησία στον Ελαιώνα, γνωστή ως Παναγία Μουσταπίδενα (Χριστιανική Αρχαιολογία της Μονής Δαφνίου, σελ. 59).

 

Στο πλαίσιο των παραπάνω εξελίξεων η μονή Δαφνίου αποδόθηκε σε ορθόδοξους μοναχούς, οι οποίοι επισκεύασαν διάφορα τμήματα της μονής, κυρίως τα κελιά. Για πολλά χρόνια οι ορθόδοξοι μοναχοί στο Δαφνί θα
«έζων ησύχως εργαζόμενοι, τρεφόμενοι καταλλήλως, αγαθοεργούντες ενίοτε, κλειόμενοι ενωρίς είς τά κελλία των φόβω τών κακοποιών -και ιδίως τών Αφρικανών κουρσάρων της Σαλαμίνος, είς τους βράχους τής οποίας ενεφώλευον- δροσιζόμενοι με τά νάματα του μοναδικού φρέατος, ή καλλονή του οποίου ενέπνευσε και την λαϊκην Μούσαν, και δοξολογούντες τόν Ύψιστον επί τούτοις».
Φαίνεται, όμως, πως οι πειρατικές και ληστρικές επιδρομές κατά τη διάρκεια του 16ου και του 17ου αιώνα ήταν τόσο συχνές, ώστε πολλοί μοναχοί εγκατέλειψαν το Δαφνί. Ο Γάλλος γιατρός και αρχαιολόγος Jacques Spon, που επισκέφτηκε το μοναστήρι παρέα με τον Άγγλο Sir George Wheler στις 15 Φεβρουαρίου 1676, αναφέρει ότι ο χώρος ήταν σχεδόν έρημος και μετά βίας κατόρθωσε να «ξετρυπώσει» δύο καλόγερους. Αυτοί πληροφόρησαν τους επισκέπτες ότι λόγω της ανασφάλειας που προκαλούσαν οι επιδρομές, οι υπόλοιποι μοναχοί του Δαφνίου είχαν συγκεντρωθεί σε κάποιο άλλο μοναστήρι σε κοντινό βουνό. Ο Καμπούρογλου εικάζει ότι επρόκειτο είτε για τη μονή Κλειστών στην Πάρνηθα είτε για αυτή του Οσίου Μελετίου στον Κιθαιρώνα, που συνδέονταν με το Δαφνί
Ανάλογη είναι και η μαρτυρία του Άγγλου περιηγητή Richard Chandler (1738-1810), που πέρασε από το Δαφνί κατά το 1765, δηλαδή ογδόντα εννέα χρόνια μετά τους Spon και Wheler.
«To μοναστήρι του Δαφνίου είναι ένα άθλιο και βαρβαρικό οικοδόμημα, περιφραγμένο από υψηλό τείχος. Μπροστά στην πύλη υπάρχει πηγάδι με νερό εξαιρετικής ποιότητας. Η εκκλησία, που φημίζεται ως η αρχαιότερη στην Αθήνα, είναι μεγάλη και ψηλή. To εσωτερικό του θόλου είναι κοσμημένο με μία μωσαϊκή παράσταση του Χριστού, σε μεγάλο βαθμό φθαρμένη. Σε ένα από τα παρεκκλήσια βρίσκεται μία μαρμάρινη σαρκοφάγος. Οι Τούρκοι είναι συχνοί αλλά ανεπιθύμητοι επισκέπτες όταν πηγαίνουν ή έρχονται από τον Μωριά Στο παρελθόν οι κουρσάροι το λυμαίνονταν από τη θάλασσα και ήταν σχεδόν ερημωμένο. Βρήκα εκείένα ιερέα με ένα-δύο μοναχούς. Κατά πάσα πιθανότητα το μοναστήρι έχει κτισθείστη θέση του ναού του Απόλλωνα. Μερικοί αρχαίοι κίονες βρίσκονται εντοιχισμένοι σε τοίχο κοντά στην εκκλησία».
Παρά τις παραπάνω μαρτυρίες, είναι δύσκολο να αποδεχτούμε την υπόθεση ότι το μοναστήρι του Δαφνίου ήταν ερημωμένο σε τόσο μεγάλο βαθμό κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα. Από επιγραφές, έγγραφα και άλλες γραπτές πηγές μαθαίνουμε ονόματα διαφόρων ηγουμένων, όπως του Νικηφόρου, του Ανανία (1764), του Παρθενίου (1788 και 1790) και του Αγάπιου (1801 και 1803). Γνωρίζουμε, επίσης, και διαφόρους αρχιερείς που επισκέφτηκαν τη μονή Δαφνίου ή έμειναν σ’ αυτήν για κάποιο διάστημα, όπως ο αρχιεπίσκοπος Αιγίνης, ο επίσκοπος Ωρεών και ο μητροπολίτης Αθηνών Βαρθολομαίος. Σύμφωνα με το χρονικό του Άνθιμου, ο τελευταίος αναγκάστηκε να καταφύγει στη μονή το 1770 υπό την απειλή των Τούρκων:
«Είς τά 1770, περι τάς αρχάς του έτους, έν ακμή ούσης της μάχης μεταξύ Τούρκων και Μοσκόβων, ήλθεν ο κυρ Βαρθολομαίος από Λεβαδείας είς τό Δαφνί. Οι Τούρκοι εσηκώθησαν έπι ποδών νά τόν θανατώσουν, αν ήθελεν έμβη είς την πολιτείαν».
Ο Καμπούρογλου αποδίδει την εγκατάλειψη που μαρτυρούν οι Spon, Wheler και Chandler στην τακτική των μοναχών να αποφεύγουν την επαφή με τους επισκέπτες:
«Οι ευλογημένοι καλόγηροί μας, και οσάκις δεν είναι απεσταλμένοι είς χωράφια, και ιδίως αμπέλους και άλλας εργασίας της Μονής, κρύπτονται φοβούμενοι την δίψαν και ιδίως την πείναν του ευλαβούς επισκέπτου. Και ούτως ο επισκέπτης αυτός, όταν μάλιστα είναι ξένος και δεν επιμείνει ζητών αχρήστους εις αυτόν πληροφορίας, ένα-δύο μοναχούς είναι φυσικόν να συναντά και ένα-δύο νά αναφέρει ώς ύπάρχοντας».
Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως η μονή ερήμωσε σημαντικά στις αρχές του 19ου αιώνα, καθώς οι πηγές σχετικά με αυτήν σπανίζουν.

Οι Τούρκοι κατέλαβαν την Αθήνα τον Ιούνιο του 1458, μετά την κατόπιν συνθηκολόγησης παράδοση της Ακρόπολης από τον τελευταίο δούκα των Αθηνών, τον Francesco II Acciajuoli, στον διοικητή της θεσσαλίας Ομάρ. Στη μακραίωνη ιστορία της πόλης των Αθηνών, αυτή η κατάληψη από τους Τούρκους αποτελεί τη μοναδική περίπτωση «ειρηνικής» κατάκτησής της χωρίς καταστροφή. Ο Μωάμεθ Β' επισκέφτηκε την πόλη γύρω στα τέλη του Αυγούστου της ίδιας χρονιάς, προκειμένου να την επιθεωρήσει αλλά και να θαυμάσει τα περίφημα αρχαία μνημεία που την κοσμούσαν. Η εντύπωση που του προκάλεσαν τα τελευταία, ιδίως η Ακρόπολη, ήταν τεράστια. Μάλιστα, σύγχρονοι χρονογράφοι αποδίδουν σε αυτήν την επιείκεια με την οποία αντιμετώπισε τους Αθηναίους, παραχωρώντας τους ποικίλα προνόμια, όπως την ελευθερία της λατρείας και τη σχετική αυτοδιοίκηση. Έτσι, σταδιακά η πόλη αναπτύχθηκε και πάλι, μετά την εξαθλίωση στην οποία είχε περιπέσει κατά τη Φραγκοκρατία.


Η μονή Δαφνίου από τα νοτιοανατολικά, επιχρωματισμένη λιθογραφία του Théodore du Monoel (1843).

 

 

 

 

Ανω: Τμήμα μαρμάρινου καλύμματος λάρνακας με ανάγλυφη διακόσμηση σειρών φυλλωμάτων, που εντοπίστηκε στον νάρθηκα του καθολικού (Χριστιανική Αρχαιολογία της Μονής Δαφνίου, σελ. 72).




Κάτω: Εγχάρακτη επιγραφή του Παρθενίου, ενός από τους ηγούμενους της μονής Δαφνίου, χρονολογούμενη στις 9 Απριλίου 1788. Εντοπίστηκε σε μικρή έρημη εκκλησία στον Ελαιώνα, γνωστή ως Παναγία Μουσταπίδενα (Χριστιανική Αρχαιολογία της Μονής Δαφνίου, σελ. 59).

 

Στο πλαίσιο των παραπάνω εξελίξεων η μονή Δαφνίου αποδόθηκε σε ορθόδοξους μοναχούς, οι οποίοι επισκεύασαν διάφορα τμήματα της μονής, κυρίως τα κελιά. Για πολλά χρόνια οι ορθόδοξοι μοναχοί στο Δαφνί θα
«έζων ησύχως εργαζόμενοι, τρεφόμενοι καταλλήλως, αγαθοεργούντες ενίοτε, κλειόμενοι ενωρίς είς τά κελλία των φόβω τών κακοποιών -και ιδίως τών Αφρικανών κουρσάρων της Σαλαμίνος, είς τους βράχους τής οποίας ενεφώλευον- δροσιζόμενοι με τά νάματα του μοναδικού φρέατος, ή καλλονή του οποίου ενέπνευσε και την λαϊκην Μούσαν, και δοξολογούντες τόν Ύψιστον επί τούτοις».
Φαίνεται, όμως, πως οι πειρατικές και ληστρικές επιδρομές κατά τη διάρκεια του 16ου και του 17ου αιώνα ήταν τόσο συχνές, ώστε πολλοί μοναχοί εγκατέλειψαν το Δαφνί. Ο Γάλλος γιατρός και αρχαιολόγος Jacques Spon, που επισκέφτηκε το μοναστήρι παρέα με τον Άγγλο Sir George Wheler στις 15 Φεβρουαρίου 1676, αναφέρει ότι ο χώρος ήταν σχεδόν έρημος και μετά βίας κατόρθωσε να «ξετρυπώσει» δύο καλόγερους. Αυτοί πληροφόρησαν τους επισκέπτες ότι λόγω της ανασφάλειας που προκαλούσαν οι επιδρομές, οι υπόλοιποι μοναχοί του Δαφνίου είχαν συγκεντρωθεί σε κάποιο άλλο μοναστήρι σε κοντινό βουνό. Ο Καμπούρογλου εικάζει ότι επρόκειτο είτε για τη μονή Κλειστών στην Πάρνηθα είτε για αυτή του Οσίου Μελετίου στον Κιθαιρώνα, που συνδέονταν με το Δαφνί
Ανάλογη είναι και η μαρτυρία του Άγγλου περιηγητή Richard Chandler (1738-1810), που πέρασε από το Δαφνί κατά το 1765, δηλαδή ογδόντα εννέα χρόνια μετά τους Spon και Wheler.
«To μοναστήρι του Δαφνίου είναι ένα άθλιο και βαρβαρικό οικοδόμημα, περιφραγμένο από υψηλό τείχος. Μπροστά στην πύλη υπάρχει πηγάδι με νερό εξαιρετικής ποιότητας. Η εκκλησία, που φημίζεται ως η αρχαιότερη στην Αθήνα, είναι μεγάλη και ψηλή. To εσωτερικό του θόλου είναι κοσμημένο με μία μωσαϊκή παράσταση του Χριστού, σε μεγάλο βαθμό φθαρμένη. Σε ένα από τα παρεκκλήσια βρίσκεται μία μαρμάρινη σαρκοφάγος. Οι Τούρκοι είναι συχνοί αλλά ανεπιθύμητοι επισκέπτες όταν πηγαίνουν ή έρχονται από τον Μωριά Στο παρελθόν οι κουρσάροι το λυμαίνονταν από τη θάλασσα και ήταν σχεδόν ερημωμένο. Βρήκα εκείένα ιερέα με ένα-δύο μοναχούς. Κατά πάσα πιθανότητα το μοναστήρι έχει κτισθείστη θέση του ναού του Απόλλωνα. Μερικοί αρχαίοι κίονες βρίσκονται εντοιχισμένοι σε τοίχο κοντά στην εκκλησία».
Παρά τις παραπάνω μαρτυρίες, είναι δύσκολο να αποδεχτούμε την υπόθεση ότι το μοναστήρι του Δαφνίου ήταν ερημωμένο σε τόσο μεγάλο βαθμό κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα. Από επιγραφές, έγγραφα και άλλες γραπτές πηγές μαθαίνουμε ονόματα διαφόρων ηγουμένων, όπως του Νικηφόρου, του Ανανία (1764), του Παρθενίου (1788 και 1790) και του Αγάπιου (1801 και 1803). Γνωρίζουμε, επίσης, και διαφόρους αρχιερείς που επισκέφτηκαν τη μονή Δαφνίου ή έμειναν σ’ αυτήν για κάποιο διάστημα, όπως ο αρχιεπίσκοπος Αιγίνης, ο επίσκοπος Ωρεών και ο μητροπολίτης Αθηνών Βαρθολομαίος. Σύμφωνα με το χρονικό του Άνθιμου, ο τελευταίος αναγκάστηκε να καταφύγει στη μονή το 1770 υπό την απειλή των Τούρκων:
«Είς τά 1770, περι τάς αρχάς του έτους, έν ακμή ούσης της μάχης μεταξύ Τούρκων και Μοσκόβων, ήλθεν ο κυρ Βαρθολομαίος από Λεβαδείας είς τό Δαφνί. Οι Τούρκοι εσηκώθησαν έπι ποδών νά τόν θανατώσουν, αν ήθελεν έμβη είς την πολιτείαν».
Ο Καμπούρογλου αποδίδει την εγκατάλειψη που μαρτυρούν οι Spon, Wheler και Chandler στην τακτική των μοναχών να αποφεύγουν την επαφή με τους επισκέπτες:
«Οι ευλογημένοι καλόγηροί μας, και οσάκις δεν είναι απεσταλμένοι είς χωράφια, και ιδίως αμπέλους και άλλας εργασίας της Μονής, κρύπτονται φοβούμενοι την δίψαν και ιδίως την πείναν του ευλαβούς επισκέπτου. Και ούτως ο επισκέπτης αυτός, όταν μάλιστα είναι ξένος και δεν επιμείνει ζητών αχρήστους εις αυτόν πληροφορίας, ένα-δύο μοναχούς είναι φυσικόν να συναντά και ένα-δύο νά αναφέρει ώς ύπάρχοντας».
Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως η μονή ερήμωσε σημαντικά στις αρχές του 19ου αιώνα, καθώς οι πηγές σχετικά με αυτήν σπανίζουν.