Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Η μονή Δαφνίου και οι Κιστερκιανοί μοναχοί (1207-1458)

Κατά τα τέλη του έτους 1204 η Αθήνα καταλήφθηκε από τους σιδηρόφρακτους Φράγκους ιππότες του Βονιφάτιου του Μομφερατικού, οι οποίοι λεηλάτησαν με άγρια μανία τους θησαυρούς που βρήκαν στις εκκλησίες της πόλης και των περιχώρων. Εντυπωσιακό δείγμα της μανίας αυτής βρέθηκε στο καθολικό της μονής Δαφνίου: πρόκειται για δύο λίθινες αιχμές βελών που βρέθηκαν καρφωμένες στο κέντρο περίπου του τρούλου, στο μάτι και την παρειά της μορφής του Παντοκράτορα που τον κοσμούσε. Φαίνεται πως ο παθιασμένος σταυροφόρος που μπήκε στην εκκλησία δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην ιερόσυλη επιθυμία να τοξεύσει εναντίον του αλλόδοξου θεού. Η Αθήνα αλλά και ολόκληρη η Αττική παραχωρήθηκαν ως φέουδο (δουκάτο) από τον Βονιφάτιο στον Βουργουνδό ευπατρίδη Otto de la Roche, που προσαγορεύτηκε Κύριος των Αθηνών (Dominus Athenarum, Sire dAthènes) ή Μέγας Κύρης. Αυτός με τη σειρά του παραχώρησε τη μονή Δαφνίου το 1207 σε τάγμα Κιστερκιανών (Citeaux) μοναχών, προερχόμενο από το βουργουνδιακό αββαείο του Bellevaux. Οι Κιστερκιανοί μοναχοί αποτελούν κλάδο των Βενεδικτίνων, που σχηματίστηκε το 1098 από τον ηγούμενο Robert στη βουργουνδική πόλη Citeaux, προκειμένου να τηρηθούν πιο αυστηρά οι κανόνες και τα διδάγματα του Αγίου Βενέδικτου. Φορούσαν λευκό ράσο ζωσμένο με μαύρη ζώνη για να διακρίνονται από τους υπόλοιπους Βενεδικτίνους, που φορούσαν μαύρα ράσα. Οι Κιστερκιανοί είχαν ιδιαίτερα ενεργό συμμετοχή στις σταυροφορίες. Μάλιστα, ο Otto de la Roche φαίνεται πως παραχώρησε το Δαφνί στο τάγμα από το Bellevaux για να τους ευχαριστήσει για τον αγώνα που έκαναν στο πλευρό των στρατιωτών του. Έτσι, οι ορθόδοξοι μοναχοί αναγκάστηκαν να φύγουν από τη μονή το 1207 και τη θέση τους πήραν οι καθολικοί Κιστερκιανοί, οι οποίοι παρέμειναν στο Δαφνί επί δυόμισι αιώνες. Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμα και όταν το Δουκάτο των Αθηνών πέρασε από τα χέρια των Φράγκων σε αυτά των Καταλανών (1311-1388) και ακολούθως των Φλωρεντινών (1387-1458), οι Βουργουνδοί μοναχοί του Δαφνίου δεν ενοχλήθηκαν καθόλου. Μόνο όταν η πόλη των Αθηνών καταλήφθηκε από τους Τούρκους του Μωάμεθ Β', οι Κιστερκιανοί εκδιώχθηκαν και το μοναστήρι παραχωρήθηκε και πάλι στους ορθόδοξους.


Ανάγλυφη διακόσμηση σε μαρμάρινη λάρνακα που εντοπίστηκε στον νάρθηκα του καθολικού της μονής Δαφνίου (Χριστιανική Αρχαιολογία της Μονής Δαφνίου, σελ. 49).

Από διάφορα έγγραφα και τις επιγραφές προκύπτει ότι επί Φραγκοκρατίας το Δαφνί ήταν γνωστό ως μονή Delfino, Dauferins, Dalphino, Dalphineto ή Dalphinet. Οι ονομασίες αυτές θεωρούνται παραφθορά της ελληνικής. Επίσης διαθέτουμε τα ονόματα κάποιων από τους καθολικούς ηγούμενους: Etienne (1237), Jean (1250), Ν. (1263), Jean (1271), Pierre (1283), Jacques (1308), Jean Fondremand (14ος αι.) και Peter Strosberch (1412). Σύμφωνα με έγγραφο που συνέταξε ο ηγούμενος Jacques στις 30 Οκτωβρίου 1308, ο Guy II de la Roche
«δούξ Αθηνών αποθανών τη 5 Οκτωβρίου 1308, τη επαύριον 6 Οκτωβρίου κατετέθη έν τω τάφω τών εαυτού προγόνων έν τη μονή Dalphinet».
Φαίνεται, λοιπόν, πως για κάποιο διάστημα το Δαφνί χρησίμευσε ως τόπος ταφής των δουκών της Αθήνας. Πολλοί από τους μελετητές της μονής Δαφνίου θεωρούν ότι το μαυσωλείο των δουκών βρισκόταν σε κρύπτη που εντοπίστηκε κάτω από το δάπεδο του νάρθηκα του καθολικού. Με αυτήν συνδέθηκαν και οι δύο μαρμάρινες λάρνακες που κατά τη διάρκεια του β' ημίσεως του 19ου αιώνα βρίσκονταν τοποθετημένες στον νάρθηκα και θεωρήθηκαν ότι σχετίζονται με τους de la Roche. O συσχετισμός βασίστηκε σε ανάγλυφη παράσταση σε μία από αυτές, που αναγνωρίστηκε ως το οικόσημο της βουργουνδικής οικογένειας. Σήμερα η ταύτιση αυτή θεωρείται λανθασμένη. Επιπλέον, τα αρχαιολογικά δεδομένα που έχουμε στη διάθεση μας είναι εξαιρετικά περιορισμένα και δεν επιτρέπουν την αδιαμφισβήτητη ταύτιση της κρύπτης με τον αναφερόμενο στο έγγραφο του ηγούμενου Jacques ως τόπο ταφής των δουκών των Αθηνών. Αν, όντως, υπήρχε τέτοιο μαυσωλείο στο Δαφνί, ίσως δεν έχει εντοπιστεί ακόμα. Άλλωστε, και τα έγγραφα και οι λοιπές γραπτές πηγές δεν μας επιτρέπουν να είμαστε απόλυτα βέβαιοι παρά μόνο για την ταφή του δούκα Guy II de la Roche στο Δαφνί. Αντίθετα, για τον τόπο ταφής των υπόλοιπων δουκών μπορούμε να κάνουμε μόνο υποθέσεις και εικασίες. Αν και οι Κιστερκιανοί δεν συνήθιζαν να χρησιμοποιούν μοναστήρια κατασκευασμένα από άλλα μοναχικά τάγματα, το τάγμα από το Bellevaux που εγκαταστάθηκε στο Δαφνί έκανε ελάχιστες αλλαγές και προσθήκες στους χώρους. Διατήρησαν το καθολικό όπως ακριβώς το άφησαν οι ορθόδοξοι προκάτοχοί τους. Γύρω στα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 14ου αιώνα επισκεύασαν τον εξωνάρθηκα, ο όροφος και η πρόσοψη του οποίου είχαν καταρρεύσει λόγω σεισμών. Επιπλέον, μετέτρεψαν τον όροφο του εξωνάρθηκα σε πολεμικό αμυντήριο επιστεφόμενο από επάλξεις. Η κρύπτη κάτω από τον νάρθηκα του ναού χρησιμοποιήθηκε ως μαυσωλείο, όπως είδαμε παραπάνω. Τέλος, οι Κιστερκιανοί έχτισαν μία ομάδα κελιών στα νότια του καθολικού, τα οποία αργότερα ξαναχτίστηκαν από τους ορθόδοξους.


Άποψη της νοτιοδυτικής γωνίας του καθολικού της μονής Δαφνίου και της πτέρυγας των κελιών των μοναχών.

Κατά τα τέλη του έτους 1204 η Αθήνα καταλήφθηκε από τους σιδηρόφρακτους Φράγκους ιππότες του Βονιφάτιου του Μομφερατικού, οι οποίοι λεηλάτησαν με άγρια μανία τους θησαυρούς που βρήκαν στις εκκλησίες της πόλης και των περιχώρων. Εντυπωσιακό δείγμα της μανίας αυτής βρέθηκε στο καθολικό της μονής Δαφνίου: πρόκειται για δύο λίθινες αιχμές βελών που βρέθηκαν καρφωμένες στο κέντρο περίπου του τρούλου, στο μάτι και την παρειά της μορφής του Παντοκράτορα που τον κοσμούσε. Φαίνεται πως ο παθιασμένος σταυροφόρος που μπήκε στην εκκλησία δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην ιερόσυλη επιθυμία να τοξεύσει εναντίον του αλλόδοξου θεού. Η Αθήνα αλλά και ολόκληρη η Αττική παραχωρήθηκαν ως φέουδο (δουκάτο) από τον Βονιφάτιο στον Βουργουνδό ευπατρίδη Otto de la Roche, που προσαγορεύτηκε Κύριος των Αθηνών (Dominus Athenarum, Sire dAthènes) ή Μέγας Κύρης. Αυτός με τη σειρά του παραχώρησε τη μονή Δαφνίου το 1207 σε τάγμα Κιστερκιανών (Citeaux) μοναχών, προερχόμενο από το βουργουνδιακό αββαείο του Bellevaux. Οι Κιστερκιανοί μοναχοί αποτελούν κλάδο των Βενεδικτίνων, που σχηματίστηκε το 1098 από τον ηγούμενο Robert στη βουργουνδική πόλη Citeaux, προκειμένου να τηρηθούν πιο αυστηρά οι κανόνες και τα διδάγματα του Αγίου Βενέδικτου. Φορούσαν λευκό ράσο ζωσμένο με μαύρη ζώνη για να διακρίνονται από τους υπόλοιπους Βενεδικτίνους, που φορούσαν μαύρα ράσα. Οι Κιστερκιανοί είχαν ιδιαίτερα ενεργό συμμετοχή στις σταυροφορίες. Μάλιστα, ο Otto de la Roche φαίνεται πως παραχώρησε το Δαφνί στο τάγμα από το Bellevaux για να τους ευχαριστήσει για τον αγώνα που έκαναν στο πλευρό των στρατιωτών του. Έτσι, οι ορθόδοξοι μοναχοί αναγκάστηκαν να φύγουν από τη μονή το 1207 και τη θέση τους πήραν οι καθολικοί Κιστερκιανοί, οι οποίοι παρέμειναν στο Δαφνί επί δυόμισι αιώνες. Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμα και όταν το Δουκάτο των Αθηνών πέρασε από τα χέρια των Φράγκων σε αυτά των Καταλανών (1311-1388) και ακολούθως των Φλωρεντινών (1387-1458), οι Βουργουνδοί μοναχοί του Δαφνίου δεν ενοχλήθηκαν καθόλου. Μόνο όταν η πόλη των Αθηνών καταλήφθηκε από τους Τούρκους του Μωάμεθ Β', οι Κιστερκιανοί εκδιώχθηκαν και το μοναστήρι παραχωρήθηκε και πάλι στους ορθόδοξους.


Ανάγλυφη διακόσμηση σε μαρμάρινη λάρνακα που εντοπίστηκε στον νάρθηκα του καθολικού της μονής Δαφνίου (Χριστιανική Αρχαιολογία της Μονής Δαφνίου, σελ. 49).

Από διάφορα έγγραφα και τις επιγραφές προκύπτει ότι επί Φραγκοκρατίας το Δαφνί ήταν γνωστό ως μονή Delfino, Dauferins, Dalphino, Dalphineto ή Dalphinet. Οι ονομασίες αυτές θεωρούνται παραφθορά της ελληνικής. Επίσης διαθέτουμε τα ονόματα κάποιων από τους καθολικούς ηγούμενους: Etienne (1237), Jean (1250), Ν. (1263), Jean (1271), Pierre (1283), Jacques (1308), Jean Fondremand (14ος αι.) και Peter Strosberch (1412). Σύμφωνα με έγγραφο που συνέταξε ο ηγούμενος Jacques στις 30 Οκτωβρίου 1308, ο Guy II de la Roche
«δούξ Αθηνών αποθανών τη 5 Οκτωβρίου 1308, τη επαύριον 6 Οκτωβρίου κατετέθη έν τω τάφω τών εαυτού προγόνων έν τη μονή Dalphinet».
Φαίνεται, λοιπόν, πως για κάποιο διάστημα το Δαφνί χρησίμευσε ως τόπος ταφής των δουκών της Αθήνας. Πολλοί από τους μελετητές της μονής Δαφνίου θεωρούν ότι το μαυσωλείο των δουκών βρισκόταν σε κρύπτη που εντοπίστηκε κάτω από το δάπεδο του νάρθηκα του καθολικού. Με αυτήν συνδέθηκαν και οι δύο μαρμάρινες λάρνακες που κατά τη διάρκεια του β' ημίσεως του 19ου αιώνα βρίσκονταν τοποθετημένες στον νάρθηκα και θεωρήθηκαν ότι σχετίζονται με τους de la Roche. O συσχετισμός βασίστηκε σε ανάγλυφη παράσταση σε μία από αυτές, που αναγνωρίστηκε ως το οικόσημο της βουργουνδικής οικογένειας. Σήμερα η ταύτιση αυτή θεωρείται λανθασμένη. Επιπλέον, τα αρχαιολογικά δεδομένα που έχουμε στη διάθεση μας είναι εξαιρετικά περιορισμένα και δεν επιτρέπουν την αδιαμφισβήτητη ταύτιση της κρύπτης με τον αναφερόμενο στο έγγραφο του ηγούμενου Jacques ως τόπο ταφής των δουκών των Αθηνών. Αν, όντως, υπήρχε τέτοιο μαυσωλείο στο Δαφνί, ίσως δεν έχει εντοπιστεί ακόμα. Άλλωστε, και τα έγγραφα και οι λοιπές γραπτές πηγές δεν μας επιτρέπουν να είμαστε απόλυτα βέβαιοι παρά μόνο για την ταφή του δούκα Guy II de la Roche στο Δαφνί. Αντίθετα, για τον τόπο ταφής των υπόλοιπων δουκών μπορούμε να κάνουμε μόνο υποθέσεις και εικασίες. Αν και οι Κιστερκιανοί δεν συνήθιζαν να χρησιμοποιούν μοναστήρια κατασκευασμένα από άλλα μοναχικά τάγματα, το τάγμα από το Bellevaux που εγκαταστάθηκε στο Δαφνί έκανε ελάχιστες αλλαγές και προσθήκες στους χώρους. Διατήρησαν το καθολικό όπως ακριβώς το άφησαν οι ορθόδοξοι προκάτοχοί τους. Γύρω στα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 14ου αιώνα επισκεύασαν τον εξωνάρθηκα, ο όροφος και η πρόσοψη του οποίου είχαν καταρρεύσει λόγω σεισμών. Επιπλέον, μετέτρεψαν τον όροφο του εξωνάρθηκα σε πολεμικό αμυντήριο επιστεφόμενο από επάλξεις. Η κρύπτη κάτω από τον νάρθηκα του ναού χρησιμοποιήθηκε ως μαυσωλείο, όπως είδαμε παραπάνω. Τέλος, οι Κιστερκιανοί έχτισαν μία ομάδα κελιών στα νότια του καθολικού, τα οποία αργότερα ξαναχτίστηκαν από τους ορθόδοξους.


Άποψη της νοτιοδυτικής γωνίας του καθολικού της μονής Δαφνίου και της πτέρυγας των κελιών των μοναχών.