Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Η μονή Δαφνίου κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα

Τα κτήρια που συναντά ο σημερινός επισκέπτης της μονής Δαφνίου αντικατοπτρίζουν εν πολλοίς την εικόνα που είχε το μνημείο κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα, δηλαδή την εποχή της μεγάλης του ακμής. Με βάση τη στυλιστική αποτίμηση της αρχιτεκτονικής και της διακόσμησης, μπορούμε να πούμε ότι η μονή Δαφνίου ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του β' ημίσεως του 11ου αιώνα, κατά πάσα πιθανότητα γύρω στο 1080, με χορηγία δωρητή. Αυτός θα παραμείνει αναγκαστικά άγνωστος, αφού μέχρι τώρα δεν έχει αποκαλυφθεί κάποια κτητορική ή αφιερωματική επιγραφή. Εξαιτίας της έλλειψης πληροφοριών σχετικά με τον δωρητή, η ίδρυση της μονής στο συγκεκριμένο σημείο και τη συγκεκριμένη εποχή δεν είναι εύκολο να ερμηνευτεί. Παρ’ όλα αυτά η απάντηση πρέπει να σχετίζεται με τη στρατηγική θέση του μοναστηριού στο στενό πέρασμα που ελέγχει την πρόσβαση προς την Αθήνα από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Αυτή η υπόθεση ενισχύεται και από την ισχυρότατη οχύρωση που το περιβάλλει. Ο μνημειώδης χαρακτήρας των κτισμάτων και η λαμπρή διακόσμησή τους έχει οδηγήσει τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι ο δωρητής ήταν κάποιος υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος ή ακόμα και κάποιος αυτοκράτορας.Έτσι εξηγείται και η σαφής κωνσταντινουπολίτικη επίδραση που παρατηρείται τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στην ψηφιδωτή διακόσμηση του καθολικού της μονής. Είναι, μάλιστα, σχεδόν βέβαιο ότι για την ανέγερση του μεγαλοπρεπούς ναού είχαν κληθεί τεχνίτες, κτίστες, γλύπτες και ψηφοθέτες από την Κωνσταντινούπολη.


Σχεδιαστική αναπαράσταση του ψηφιδωτού στον τρούλο του καθολικού, καθώς και των δύο αιχμών βελών, που βρέθηκαν καρφωμένες στην περιοχή των ματιών του Παντοκράτορα. Τα σχέδια έγιναν από τον Γεώργιο Λαμπάκη το 1889 (Χριστιανική Αρχαιολογία της Μονής Δαφνίου, σελ. 129).

Πολλοί ερευνητές είχαν συνδέσει το Δαφνί με τον Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο (976-1025), ο οποίος έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για την πανάρχαια πόλη των Αθηνών. Κατά το 1018, μετά τη νικηφόρα του πορεία εναντίον των Βουλγάρων, ο Βασίλειος Β' επισκέφτηκε την Αθήνα για να θαυμάσει τα μνημεία της. Μέσα σε ιδιαίτερα πανηγυρική ατμόσφαιρα ο αυτοκράτορας ανέβηκε στην Ακρόπολη και προσκύνησε τον ναό της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, στον οποίο είχε μετατραπεί ο Παρθενώνας. Βέβαια, η αναλυτική τεχνοτροπική μελέτη της αρχιτεκτονικής και της διακόσμησης του καθολικού έχει οδηγήσει σήμερα τους αρχαιολόγους στο συμπέρασμα ότι ο ναός χτίστηκε στα χρόνια γύρω στο 1080. Έτσι δεν μπορούμε να τον αποδώσουμε σε χορηγία του Βασιλείου Β' αλλά κάποιου από τους διαδόχους του. Ανεξάρτητα από την ταυτότητα του δωρητή, η ίδρυση της μονής Δαφνίου τοποθετείται σε έναν γενικό οικοδομικό οργασμό που παρατηρείται στην πόλη των Αθηνών από τον 10ο μέχρι τα μέσα του 12ου αιώνα. Κατά το διάστημα αυτό χτίστηκαν πολλές νέες εκκλησίες και επισκευάστηκαν οι περισσότερες παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Επιπλέον, κάποιοι αρχαίοι ναοί, μετατράπηκαν σε χριστιανικούς. Έτσι το σύνολο των εκκλησιών που λειτουργούσαν στην Αθήνα γύρω στα μέσα του 12ου αιώνα έχει υπολογιστεί στις σαράντα. Κατά την περίοδο αυτή ιδρύθηκαν, εκτός από το Δαφνί, και άλλα σημαντικά μοναστήρια στα περίχωρα της πόλεως, όπως η μονή Αστέρη-Ταξιάρχες στον Υμηττό (920), η μονή Καισαριανής (11ος αιώνας), η μονή Αγίου Ιωάννου του Κυνηγού των Φιλοσόφων στον Υμηττό (12ος αιώνας) και η μονή Νταού Πεντέλης. Η μορφή της μονής κατά τα βυζαντινά χρόνια περιγράφεται αναλυτικά στις επόμενες ενότητες. To μοναστήρι περιβαλλόταν από ισχυρό τείχος και περιλάμβανε το εντυπωσιακό καθολικό, χτισμένο σε σύνθετο οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο και διακοσμημένο με εξαιρετικής ποιότητας ψηφιδωτά. Επίσης υπήρχαν εκτεταμένα συγκροτήματα κελιών για τους μοναχούς, καθώς και διάφορα βοηθητικά κτήρια, όπως τραπεζαρία και μαγειρείο, λουτρά, βιβλιοθήκη κ.ά., που κάλυπταν τις ποικίλες ανάγκες και δραστηριότητες των μοναχών.

Τα κτήρια που συναντά ο σημερινός επισκέπτης της μονής Δαφνίου αντικατοπτρίζουν εν πολλοίς την εικόνα που είχε το μνημείο κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα, δηλαδή την εποχή της μεγάλης του ακμής. Με βάση τη στυλιστική αποτίμηση της αρχιτεκτονικής και της διακόσμησης, μπορούμε να πούμε ότι η μονή Δαφνίου ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του β' ημίσεως του 11ου αιώνα, κατά πάσα πιθανότητα γύρω στο 1080, με χορηγία δωρητή. Αυτός θα παραμείνει αναγκαστικά άγνωστος, αφού μέχρι τώρα δεν έχει αποκαλυφθεί κάποια κτητορική ή αφιερωματική επιγραφή. Εξαιτίας της έλλειψης πληροφοριών σχετικά με τον δωρητή, η ίδρυση της μονής στο συγκεκριμένο σημείο και τη συγκεκριμένη εποχή δεν είναι εύκολο να ερμηνευτεί. Παρ’ όλα αυτά η απάντηση πρέπει να σχετίζεται με τη στρατηγική θέση του μοναστηριού στο στενό πέρασμα που ελέγχει την πρόσβαση προς την Αθήνα από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Αυτή η υπόθεση ενισχύεται και από την ισχυρότατη οχύρωση που το περιβάλλει. Ο μνημειώδης χαρακτήρας των κτισμάτων και η λαμπρή διακόσμησή τους έχει οδηγήσει τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι ο δωρητής ήταν κάποιος υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος ή ακόμα και κάποιος αυτοκράτορας.Έτσι εξηγείται και η σαφής κωνσταντινουπολίτικη επίδραση που παρατηρείται τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στην ψηφιδωτή διακόσμηση του καθολικού της μονής. Είναι, μάλιστα, σχεδόν βέβαιο ότι για την ανέγερση του μεγαλοπρεπούς ναού είχαν κληθεί τεχνίτες, κτίστες, γλύπτες και ψηφοθέτες από την Κωνσταντινούπολη.


Σχεδιαστική αναπαράσταση του ψηφιδωτού στον τρούλο του καθολικού, καθώς και των δύο αιχμών βελών, που βρέθηκαν καρφωμένες στην περιοχή των ματιών του Παντοκράτορα. Τα σχέδια έγιναν από τον Γεώργιο Λαμπάκη το 1889 (Χριστιανική Αρχαιολογία της Μονής Δαφνίου, σελ. 129).

Πολλοί ερευνητές είχαν συνδέσει το Δαφνί με τον Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο (976-1025), ο οποίος έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για την πανάρχαια πόλη των Αθηνών. Κατά το 1018, μετά τη νικηφόρα του πορεία εναντίον των Βουλγάρων, ο Βασίλειος Β' επισκέφτηκε την Αθήνα για να θαυμάσει τα μνημεία της. Μέσα σε ιδιαίτερα πανηγυρική ατμόσφαιρα ο αυτοκράτορας ανέβηκε στην Ακρόπολη και προσκύνησε τον ναό της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, στον οποίο είχε μετατραπεί ο Παρθενώνας. Βέβαια, η αναλυτική τεχνοτροπική μελέτη της αρχιτεκτονικής και της διακόσμησης του καθολικού έχει οδηγήσει σήμερα τους αρχαιολόγους στο συμπέρασμα ότι ο ναός χτίστηκε στα χρόνια γύρω στο 1080. Έτσι δεν μπορούμε να τον αποδώσουμε σε χορηγία του Βασιλείου Β' αλλά κάποιου από τους διαδόχους του. Ανεξάρτητα από την ταυτότητα του δωρητή, η ίδρυση της μονής Δαφνίου τοποθετείται σε έναν γενικό οικοδομικό οργασμό που παρατηρείται στην πόλη των Αθηνών από τον 10ο μέχρι τα μέσα του 12ου αιώνα. Κατά το διάστημα αυτό χτίστηκαν πολλές νέες εκκλησίες και επισκευάστηκαν οι περισσότερες παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Επιπλέον, κάποιοι αρχαίοι ναοί, μετατράπηκαν σε χριστιανικούς. Έτσι το σύνολο των εκκλησιών που λειτουργούσαν στην Αθήνα γύρω στα μέσα του 12ου αιώνα έχει υπολογιστεί στις σαράντα. Κατά την περίοδο αυτή ιδρύθηκαν, εκτός από το Δαφνί, και άλλα σημαντικά μοναστήρια στα περίχωρα της πόλεως, όπως η μονή Αστέρη-Ταξιάρχες στον Υμηττό (920), η μονή Καισαριανής (11ος αιώνας), η μονή Αγίου Ιωάννου του Κυνηγού των Φιλοσόφων στον Υμηττό (12ος αιώνας) και η μονή Νταού Πεντέλης. Η μορφή της μονής κατά τα βυζαντινά χρόνια περιγράφεται αναλυτικά στις επόμενες ενότητες. To μοναστήρι περιβαλλόταν από ισχυρό τείχος και περιλάμβανε το εντυπωσιακό καθολικό, χτισμένο σε σύνθετο οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο και διακοσμημένο με εξαιρετικής ποιότητας ψηφιδωτά. Επίσης υπήρχαν εκτεταμένα συγκροτήματα κελιών για τους μοναχούς, καθώς και διάφορα βοηθητικά κτήρια, όπως τραπεζαρία και μαγειρείο, λουτρά, βιβλιοθήκη κ.ά., που κάλυπταν τις ποικίλες ανάγκες και δραστηριότητες των μοναχών.