Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Αναθεώρηση της χρονολόγησης της ίδρυσης της μονής Δαφνίου

Η κοινώς αποδεκτή άποψη για τη χρονολόγηση της μονής Δαφνίου μέσα στον 6ο αιώνα αναθεωρήθηκε σχετικά πρόσφατα από τον καθηγητή Χαράλαμπο Μπούρα, ο οποίος υποστήριξε ότι η ίδρυση της μονής πρέπει να ανέβει χρονολογικά στον 11ο αιώνα. To συμπέρασμα αυτό βασίζεται στην επανεξέταση όλων των ανεσκαμμένων αρχιτεκτονημάτων, η οποία απέδειξε ότι κανένα από αυτά δεν είναι δυνατόν να χρονολογηθεί πριν από τον 11ο αιώνα. Η αναχρονολόγηση της μονής Δαφνίου βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με την απουσία μοναστηριών στην περιοχή νοτίως του Ολύμπου πριν από το τέλος της Εικονομαχίας, δηλαδή τις αρχές του 9ου αιώνα. Η χρονολόγηση στον 6ο αιώνα οφείλεται στους πρώτους συστηματικούς μελετητές του μνημείου, που ερεύνησαν τον χώρο κατά τις δεκαετίες του 1880 και του 1890. Ο Γάλλος αρχαιολόγος Gabriell Millet στην έκθεση που συνέθεσε μετά το πέρας των ερευνών του, ουσιαστικά την πρώτη μονογραφία σχετικά με τη μονή Δαφνίου, υποστήριξε πως είχε ιδρυθεί κατά τον 6ο αιώνα κυρίως βάσει των γλυπτών που ήταν διασκορπισμένα στον χώρο. Πίστεψε πως αυτά κοσμούσαν το καθολικό της μονής του 6ου αιώνα, το οποίο, όπως έχουμε προαναφέρει, θα ήταν μια βασιλική. Στην πρώιμη αυτή περίοδο αποδίδονταν και κάποια μοναστικά κελιά, καθώς και ο οχυρωματικός περίβολος.


Σχεδιαστική αναπαράσταση της νότιας πλευρά του καθολικού από τον Benouville (1877).

Η βασιλική προφανώς κατεδαφίστηκε ολοκληρωτικά προκειμένου να ανεγερθεί ο μνημειώδης σταυροειδής οκταγωνικός ναός του 11ου αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, οι αρχαιολόγοι που έχουν μελετήσει τα διάφορα γλυπτά μέλη που είναι διασκορπισμένα στον χώρο του περιβόλου έχουν καταλήξει πως, αν και υπάρχουν κάποια παλαιοχριστιανικά παραδείγματα, η πλειονότητά τους πρέπει να χρονολογηθεί στη Μέση Βυζαντινή περίοδο (843-1204). Επιπλέον, οι ανασκαφικές προσπάθειες που έχουν γίνει προκειμένου να εντοπιστεί η βασιλική του 6ου αιώνα, έχουν αποβεί εντελώς άκαρπες. Στο σημείο αυτό θα πρέπει, όμως, να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι οι εν λόγω ανασκαφές υπήρξαν περιορισμένες σε έκταση και σε συχνότητα. Η συνέχιση της ανασκαφικής έρευνας και μελέτης του χώρου είναι επιβεβλημένη, προκειμένου να αποδειχτεί η ορθότητα ή μη των απόψεων του Χαράλαμπου Μπούρα.

Η κοινώς αποδεκτή άποψη για τη χρονολόγηση της μονής Δαφνίου μέσα στον 6ο αιώνα αναθεωρήθηκε σχετικά πρόσφατα από τον καθηγητή Χαράλαμπο Μπούρα, ο οποίος υποστήριξε ότι η ίδρυση της μονής πρέπει να ανέβει χρονολογικά στον 11ο αιώνα. To συμπέρασμα αυτό βασίζεται στην επανεξέταση όλων των ανεσκαμμένων αρχιτεκτονημάτων, η οποία απέδειξε ότι κανένα από αυτά δεν είναι δυνατόν να χρονολογηθεί πριν από τον 11ο αιώνα. Η αναχρονολόγηση της μονής Δαφνίου βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με την απουσία μοναστηριών στην περιοχή νοτίως του Ολύμπου πριν από το τέλος της Εικονομαχίας, δηλαδή τις αρχές του 9ου αιώνα. Η χρονολόγηση στον 6ο αιώνα οφείλεται στους πρώτους συστηματικούς μελετητές του μνημείου, που ερεύνησαν τον χώρο κατά τις δεκαετίες του 1880 και του 1890. Ο Γάλλος αρχαιολόγος Gabriell Millet στην έκθεση που συνέθεσε μετά το πέρας των ερευνών του, ουσιαστικά την πρώτη μονογραφία σχετικά με τη μονή Δαφνίου, υποστήριξε πως είχε ιδρυθεί κατά τον 6ο αιώνα κυρίως βάσει των γλυπτών που ήταν διασκορπισμένα στον χώρο. Πίστεψε πως αυτά κοσμούσαν το καθολικό της μονής του 6ου αιώνα, το οποίο, όπως έχουμε προαναφέρει, θα ήταν μια βασιλική. Στην πρώιμη αυτή περίοδο αποδίδονταν και κάποια μοναστικά κελιά, καθώς και ο οχυρωματικός περίβολος.


Σχεδιαστική αναπαράσταση της νότιας πλευρά του καθολικού από τον Benouville (1877).

Η βασιλική προφανώς κατεδαφίστηκε ολοκληρωτικά προκειμένου να ανεγερθεί ο μνημειώδης σταυροειδής οκταγωνικός ναός του 11ου αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, οι αρχαιολόγοι που έχουν μελετήσει τα διάφορα γλυπτά μέλη που είναι διασκορπισμένα στον χώρο του περιβόλου έχουν καταλήξει πως, αν και υπάρχουν κάποια παλαιοχριστιανικά παραδείγματα, η πλειονότητά τους πρέπει να χρονολογηθεί στη Μέση Βυζαντινή περίοδο (843-1204). Επιπλέον, οι ανασκαφικές προσπάθειες που έχουν γίνει προκειμένου να εντοπιστεί η βασιλική του 6ου αιώνα, έχουν αποβεί εντελώς άκαρπες. Στο σημείο αυτό θα πρέπει, όμως, να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι οι εν λόγω ανασκαφές υπήρξαν περιορισμένες σε έκταση και σε συχνότητα. Η συνέχιση της ανασκαφικής έρευνας και μελέτης του χώρου είναι επιβεβλημένη, προκειμένου να αποδειχτεί η ορθότητα ή μη των απόψεων του Χαράλαμπου Μπούρα.