Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Η ίδρυση της μονής Δαφνίου

Η χρονολογία ίδρυσης της μονής Δαφνίου αποτελεί ένα σημαντικό αρχαιολογικό ζήτημα, καθώς δεν έχει βρεθεί καμία επιγραφή που θα επέτρεπε τον ασφαλή καθορισμό της. Οι ανασκαφείς του μνημείου, όπως επίσης και οι περισσότεροι ερευνητές, ανάγουν την ίδρυση του μοναστηριού στον 6ο αιώνα, δηλαδή στα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Επιπλέον, πιστεύουν ότι θα πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο της συστηματικής εξάπλωσης της χριστιανικής λατρείας στην πόλη των Αθηνών και στα περίχωρά της κατά την περίοδο αυτή.
Είναι γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του 5ου και του 6ου αιώνα στην Αθήνα χτίστηκαν πολλές εκκλησίες, ενώ πολλοί ειδωλολατρικοί ναοί μετατράπηκαν σε χριστιανικούς. Η δραστηριότητα αυτή ήταν συνέπεια της σταδιακής επικράτησης του χριστιανισμού μετά την ανακήρυξή του σε επίσημη θρησκεία του βυζαντινού κράτους από τον αυτοκράτορα θεοδόσιο Α' (379-395), αλλά κυρίως των αυστηρότατων διαταγμάτων κατά των Εθνικών που εξέδωσε ο θεοδόσιος Β' (408-450). Έτσι, προκειμένου να επέλθει ο εξαγνισμός των αρχαίων ναών και ιερών, επιβλήθηκε η μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιας μετατροπής αποτελούν ο Παρθενώνας, το Ερέχθειο και ο ναός του Ηφαίστου, που είναι γνωστός και ως «θησείο». Παράλληλα χτίστηκαν πολλοί χριστιανικοί ναοί, τόσο στο κέντρο της Αθήνας και στις γύρω περιοχές όσο και σε διάφορες τοποθεσίες σε ολόκληρη την Αττική (Γλυφάδα, Άλιμος, Ελευσίνα, Παιανία, Πόρτο Γερμενό, Μαρκόπουλο κ.ά.).


Σύγχρονη άποψη του περιβόλου της μονής Δαφνίου από τα βόρεια. Διακρίνεται ο τρούλος και μέρος της στέγης του καθολικού με τα υποστηρίγματα που τοποθετήθηκαν πρόσφατα, στο πλαίσιο της γενικής αναστήλωσης και αποκατάστασης του μνημείου (φωτ. Σπ. Παναγιωτόπουλος). 

Οι χριστιανικοί ναοί ανήκαν στον αρχιτεκτονικό τύπο της βασιλικής. Επρόκειτο, δηλαδή, για επιμήκη ορθογώνια κτήρια με προσανατολισμό Α-Δ. Στην ανατολική, στενή πλευρά βρισκόταν προσαρτημένη η κόγχη του ιερού βήματος. Συχνά το εσωτερικό αυτών των ναών ήταν διαμορφωμένο σε τρία κλίτη (διαδρόμους), που χωρίζονταν από δύο κιονοστοιχίες που έτρεχαν παράλληλα με τον κατά μήκος άξονα του ναού (τρίκλιτες βασιλικές).
Τέτοιου αρχιτεκτονικού τύπου πιστεύεται πως ήταν και η εκκλησία που είχε χτιστεί στο Δαφνί κατά τον 6ο αιώνα, στη θέση του ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα. To τελευταίο καταστράφηκε κατά την επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου το 395 μ.Χ. Η βασιλική του Δαφνίου θεωρείται ότι αποτελούσε καθολικό μονής, δηλαδή τον κύριο ναό μοναστηριακού συγκροτήματος. Εκτός από τον ναό, η μονή θα περιλάμβανε και διάφορα άλλα οικοδομήματα, όπως κελιά και ξενώνες, τραπεζαρίες, μαγειρεία κ.ά., και περιβαλλόταν από ισχυρό οχυρωματικό τείχος. Η οχύρωση κρίθηκε απολύτως αναγκαία λόγω της θέσης της μονής, που ήταν αφενός αρκετά απομακρυσμένη από την Αθήνα και αφετέρου πάνω σε σημαντικό δρόμο-πέρασμα προς την τελευταία. Στη συνέχεια, η μονή φαίνεται πως παρήκμασε ή καταστράφηκε και ακολούθως εγκαταλείφθηκε. Γενικά, δεν υπάρχουν δεδομένα για τη μακρά περίοδο από τον 7ο μέχρι τον 11ο αιώνα, όταν πραγματοποιήθηκε η συστηματική ανακαίνιση-αναβίωση της μονής Δαφνίου. Αυτή είναι κυρίως εμφανής στην ανέγερση του μνημειώδους ναού σε σταυροειδή οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο, καθώς και στη διακόσμησή του με τα λαμπρά ψηφιδωτά που θα εξετάσουμε αναλυτικά στη συνέχεια.
Η έλλειψη στοιχείων που αναφέρθηκε παραπάνω αποτελεί μία ακόμη έκφανση της γενικότερης ένδειας σε αρχαιολογικά δεδομένα για την Αθήνα από τον 7ο έως τον 9ο αιώνα. To φαινόμενο αυτό αποδίδεται στις δύσκολες συνθήκες που επικράτησαν κατά την περίοδο αυτή στην πόλη εξαιτίας των επιδρομών από τον Βορρά αλλά και από τη θάλασσα.

Η χρονολογία ίδρυσης της μονής Δαφνίου αποτελεί ένα σημαντικό αρχαιολογικό ζήτημα, καθώς δεν έχει βρεθεί καμία επιγραφή που θα επέτρεπε τον ασφαλή καθορισμό της. Οι ανασκαφείς του μνημείου, όπως επίσης και οι περισσότεροι ερευνητές, ανάγουν την ίδρυση του μοναστηριού στον 6ο αιώνα, δηλαδή στα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Επιπλέον, πιστεύουν ότι θα πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο της συστηματικής εξάπλωσης της χριστιανικής λατρείας στην πόλη των Αθηνών και στα περίχωρά της κατά την περίοδο αυτή.
Είναι γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του 5ου και του 6ου αιώνα στην Αθήνα χτίστηκαν πολλές εκκλησίες, ενώ πολλοί ειδωλολατρικοί ναοί μετατράπηκαν σε χριστιανικούς. Η δραστηριότητα αυτή ήταν συνέπεια της σταδιακής επικράτησης του χριστιανισμού μετά την ανακήρυξή του σε επίσημη θρησκεία του βυζαντινού κράτους από τον αυτοκράτορα θεοδόσιο Α' (379-395), αλλά κυρίως των αυστηρότατων διαταγμάτων κατά των Εθνικών που εξέδωσε ο θεοδόσιος Β' (408-450). Έτσι, προκειμένου να επέλθει ο εξαγνισμός των αρχαίων ναών και ιερών, επιβλήθηκε η μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιας μετατροπής αποτελούν ο Παρθενώνας, το Ερέχθειο και ο ναός του Ηφαίστου, που είναι γνωστός και ως «θησείο». Παράλληλα χτίστηκαν πολλοί χριστιανικοί ναοί, τόσο στο κέντρο της Αθήνας και στις γύρω περιοχές όσο και σε διάφορες τοποθεσίες σε ολόκληρη την Αττική (Γλυφάδα, Άλιμος, Ελευσίνα, Παιανία, Πόρτο Γερμενό, Μαρκόπουλο κ.ά.).


Σύγχρονη άποψη του περιβόλου της μονής Δαφνίου από τα βόρεια. Διακρίνεται ο τρούλος και μέρος της στέγης του καθολικού με τα υποστηρίγματα που τοποθετήθηκαν πρόσφατα, στο πλαίσιο της γενικής αναστήλωσης και αποκατάστασης του μνημείου (φωτ. Σπ. Παναγιωτόπουλος). 

Οι χριστιανικοί ναοί ανήκαν στον αρχιτεκτονικό τύπο της βασιλικής. Επρόκειτο, δηλαδή, για επιμήκη ορθογώνια κτήρια με προσανατολισμό Α-Δ. Στην ανατολική, στενή πλευρά βρισκόταν προσαρτημένη η κόγχη του ιερού βήματος. Συχνά το εσωτερικό αυτών των ναών ήταν διαμορφωμένο σε τρία κλίτη (διαδρόμους), που χωρίζονταν από δύο κιονοστοιχίες που έτρεχαν παράλληλα με τον κατά μήκος άξονα του ναού (τρίκλιτες βασιλικές).
Τέτοιου αρχιτεκτονικού τύπου πιστεύεται πως ήταν και η εκκλησία που είχε χτιστεί στο Δαφνί κατά τον 6ο αιώνα, στη θέση του ιερού του Δαφναίου Απόλλωνα. To τελευταίο καταστράφηκε κατά την επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου το 395 μ.Χ. Η βασιλική του Δαφνίου θεωρείται ότι αποτελούσε καθολικό μονής, δηλαδή τον κύριο ναό μοναστηριακού συγκροτήματος. Εκτός από τον ναό, η μονή θα περιλάμβανε και διάφορα άλλα οικοδομήματα, όπως κελιά και ξενώνες, τραπεζαρίες, μαγειρεία κ.ά., και περιβαλλόταν από ισχυρό οχυρωματικό τείχος. Η οχύρωση κρίθηκε απολύτως αναγκαία λόγω της θέσης της μονής, που ήταν αφενός αρκετά απομακρυσμένη από την Αθήνα και αφετέρου πάνω σε σημαντικό δρόμο-πέρασμα προς την τελευταία. Στη συνέχεια, η μονή φαίνεται πως παρήκμασε ή καταστράφηκε και ακολούθως εγκαταλείφθηκε. Γενικά, δεν υπάρχουν δεδομένα για τη μακρά περίοδο από τον 7ο μέχρι τον 11ο αιώνα, όταν πραγματοποιήθηκε η συστηματική ανακαίνιση-αναβίωση της μονής Δαφνίου. Αυτή είναι κυρίως εμφανής στην ανέγερση του μνημειώδους ναού σε σταυροειδή οκταγωνικό αρχιτεκτονικό τύπο, καθώς και στη διακόσμησή του με τα λαμπρά ψηφιδωτά που θα εξετάσουμε αναλυτικά στη συνέχεια.
Η έλλειψη στοιχείων που αναφέρθηκε παραπάνω αποτελεί μία ακόμη έκφανση της γενικότερης ένδειας σε αρχαιολογικά δεδομένα για την Αθήνα από τον 7ο έως τον 9ο αιώνα. To φαινόμενο αυτό αποδίδεται στις δύσκολες συνθήκες που επικράτησαν κατά την περίοδο αυτή στην πόλη εξαιτίας των επιδρομών από τον Βορρά αλλά και από τη θάλασσα.