Ελληνικά Αγγλικά
Ελληνικά Αγγλικά


Μνημεία κατά μήκος της Ιεράς Οδού

Καθ’ όλο το μήκος της Ιεράς Οδού υπήρχαν πολυάριθμα εντυπωσιακά ταφικά μνημεία διακεκριμένων και ευκατάστατων πολιτών αλλά και αρκετά νεκροταφεία με ταπεινότερους τάφους. To φαινόμενο της χρήσης των παρόδιων περιοχών για τάφους ήταν ιδιαίτερα σύνηθες τόσο στην Αθήνα όσο και στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις. Οι νεκροί έπρεπε να βρίσκονται εκτός των τειχών αλλά σε σημεία προσιτά, όπου οι τάφοι θα ήταν ορατοί από όλους. Εκτός από ταφικά μνημεία, στις παρόδιες ζώνες υπήρχαν μικρά ιερά και ναΐσκοι, που εξασφάλιζαν την προστασία αλλά και την ξεκούραση των οδοιπόρων. Τέτοια ιερά υπήρχαν, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, πάρα πολλά κατά μήκος της Ιεράς Οδού. Αυτό πρέπει να συσχετιστεί με την ελευσινιακή πορεία και την ανάγκη των μυστών για πολλαπλές στάσεις τελετουργικού χαρακτήρα αλλά και για ξεκούραση. Αυτό που απομένει, προκειμένου να κλείσει η αναφορά στην αρχαία Ιερά Οδό, είναι να ακολουθήσουμε την πορεία του Παυσανία εντοπίζοντας τη σημερινή θέση των αναφερόμενων μνημείων, όπου αυτό είναι δυνατό. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε μια τοπογραφική αντίληψη της αρχαίας διαδρομής έως το Χαϊδάρι και τα μνημεία του. Ανάλογη προσπάθεια έκανε το 1860 και ο λόγιος François Lenormant, όταν με τη βοήθεια των στρατιωτών του γαλλικού τάγματος που είχε εγκατασταθεί στο σχεδόν ερημωμένο τότε μοναστήρι του Δαφνίου, διενήργησε έρευνες και μικροανασκαφές κατά μήκος του αρχαίου δρόμου25 Παρέα, λοιπόν, με τον Παυσανία ξεκινάμε:
«Ακολουθώντας κανείς από την Αθήνα για την Ελευσίνα τη λεγόμενη από τους Αθηναίους Ιερά οδό, συναντά το μνημείο του Ανθεμόκριτου- [...]. Μετά τη στήλη του Ανθεμόκριτου υπάρχει τάφος του Μολοττού- υπάρχει επίσης ένας τόπος που λέγεται Σκίρον [...]. Κοντά αυτού είναι καμωμένο το μνημείο του Κηφισοδώρου [,..]». 
Ο Ανθεμόκριτος τάφηκε λίγο πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο σε μεγάλο κυκλικό ταφικό περίβολο, ο οποίος έχει εντοπιστεί μπροστά στην Ιερά Πύλη, στο βόρειο κράσπεδο της Ιεράς Οδού. Αντίθετα, ο τάφος του Μολοττού δεν έχει αποκαλυφθεί Γνωρίζουμε ότι ο Μολοττός έζησε κατά τον 4ο και ο Κηφισόδωρος κατά το β' ήμισυ του 3ου αιώνα π.Χ. Ο τάφος του τελευταίου εντοπίστηκε πολύ πιο ανατολικά από το σημείο που αναφέρει ο Παυσανίας, στη νότια πλευρά της Οδού των Τάφων, στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού. To Σκίρον βρισκόταν στην αρχή της Ιεράς Οδού, λίγο μετά τη διασταύρωση της σημερινής ομώνυμης οδού με τη λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως. Εδώ ξεκινούσε ο μεγάλος ελαιώνας της πεδιάδας του Κηφισού, που απλωνόταν έως το Χαϊδάρι. To μεγαλύτερο μέρος του αρχαίου ελαιώνα είχε διατηρηθεί μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τις πηγές, οι περίφημες μάχες στο Χαϊδάρι τον Αύγουστο του 1826 έλαβαν χώρα μέσα σε αυτόν τον πυκνό ελαιώνα, πράγμα που καθόρισε σημαντικά και την εξέλιξή τους.
«Μετά το μνημείο του Κηφισοδώρου είναι θαμμένος ο Ηλιόδωρος Αλις [...]. Επίσης είναι θαμμένος αυτού και ο θεμιστοκλής, γιος του Πολιάρχου, τρίτος απόγονος του θεμιστοκλή, ο οποίος έκανε τη ναυμαχία κατά του Ξέρξη και των μήδων. [...]. Προχωρώντας λίγο συναντά κανείς το τέμενος του ήρωα Λακίου, από τον οποίο έχει το όνομα ο δήμος Λακιάδες, και το μνημείο του Νικοκλή από τον Τάραντα [,..]».

 
Κατά πλάτος τομή του τμήματος της Ιεράς Οδού κοντά στη λίμνη Κουμουνδούρου (Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας 1937, σελ. 35, εικ. 14).

Τα ταφικά μνημεία που αναφέρονται παραπάνω δεν έχουν εντοπιστεί, αλλά ο μεγάλος δήμος των Λακιαδών έχει ταυτιστεί με βεβαιότητα με την περιοχή της Γεωπονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
«Υπάρχει επίσης βωμός του Ζεφύρου και ιερό της Δήμητρας και της Κόρης, όπου τιμώνται μαζί και η Αθηνά και ο Ποσειδών. Στο μέρος αυτό λένε πως ο Φύταλος είχε φιλοξενήσει στο σπίτι του τη Δήμητρα και πως η θεά του έδωσε σε αντάλλαγμα TO δέντρο της συκιάς- [...]».
To αναφερόμενο ιερό δεν έχει εντοπιστεί, αλλά θα πρέπει να βρισκόταν στον χώρο του εργοστασίου της Αθηναϊκής Χαρτοποιίας, αμέσως στα δυτικά της Γεωπονικής Σχολής. Οι λατρευόμενες θεότητες υποδεικνύουν άμεση σύνδεση με την ελευσινιακή λατρεία. Μάλιστα, εδώ η ελευσινιακή πομπή έκανε κάποια στάση κατά την επάνοδό της στην Αθήνα, προκειμένου να ανασυγκροτηθεί για την είσοδό της στην πόλη.
«Πριν περάσει κανείς τον Κηφισό, συναντά το μνημείο του θεοδώρου [...]. Αγάλματα στο ποτάμι υπάρχουν ένα της Μνησιμάχης και ένα άλλο αναθηματικό του παιδιού της [...]. Όταν κανείς περάσει τον Κηφισό, συναντά ένα βωμό αρχαίο του μειλίχιου Δία. Στο βωμό αυτό ο θησευς υποβλήθηκε σε καθαρμούς από τους απογόνους του Φυτάλου μετά το φόνο των κακοποιών [...]. Αυτού είναι και ο τάφος του θεοδέκτη από τη Φασηλίδα και του Μνησιθέου- [,..]».
Η κοίτη του Κηφισού που διάβηκε ο Παυσανίας βρισκόταν γύρω στα 1.200 μέτρα ανατολικά της σύγχρονης κοίτης, δηλαδή ανάμεσα στη Γεωπονική Σχολή και το εκκλησάκι του Αγίου Σάββα. Σήμερα, στο σημείο αυτό περνάει βαθύ ρέμα, πάνω από το οποίο έχει κατασκευαστεί γέφυρα. Κατά τον 19ο αιώνα το ρέμα αυτό αποτελούσε τον πλέον σημαντικό από τους τρεις βραχίονες του Κηφισού που διέσχιζαν την πεδιάδα.Έτσι, σχεδόν όλοι οι ερευνητές έχουν συμφωνήσει ότι πρόκειται για τον αρχαίο ποταμό. Ο περιηγητής μας πέρασε πάνω από τον Κηφισό μέσω λίθινης γέφυρας, γύρω από την οποία λάμβανε χώρα το έθιμο των «γεφυρισμών». Πρόκειται για σκωπτικά πειράγματα που ανταλλάσσονταν μεταξύ των μυστών και των «γεφυριστών». Οι τελευταίοι φρόντιζαν να φτάσουν στον χώρο πριν από την πομπή και περίμεναν να δουν γνωστούς τους ή κάποια διάσημα πρόσωπα που ακολουθούσαν την πομπή, για να τους πειράξουν. Κάτι ανάλογο πρέπει να συνέβαινε και στη συμβολή του ελευσινιακού Κηφισού με την Ιερά Οδό, λίγο πριν φτάσει η πομπή στον τελικό προορισμό της.
Τα μνημεία του Θεόδωρου και της Μνησιμάχης δεν έχουν ανακαλυφθεί, αλλά ο βωμός και το ιερό του μειλίχιου Δία πρέπει να βρίσκονταν στη θέση που κατέχει ο ναΐσκος του Αγίου Σάββα, για την ανέγερση του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί αρχαίοι λίθοι και τμήματα γλυπτών.
«Στο δρόμο είναι χτισμένος και ένας ναός, όχι μεγάλος, που λέγεται του Κυαμίτου- [...]. Από τα μνημεία που ξεχωρίζουν στο μέγεθος και το διάκοσμο ένα ανήκει σε κάποιο ρόδιο, ο οποίος μετοίκησε στην Αθήνα- το άλλο το έκανε ο μακεδόνας Άρπαλος [,..]». 
Ο μικρός ναός του Κυαμίτου βρισκόταν στο σημείο όπου διασταυρώνεται η Ιερά Οδός με την οδό Προύσσης στο Αιγάλεω. Εκεί υπάρχει μικρότατη εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο. Τα στοιχεία σχετικά με το μνημείο του Ρόδιου είναι αρκετά ασαφή ώστε να εντοπιστεί και ακολούθως να ταυτιστεί το μνημείο. Όσον αφορά το μνημείο που κατασκεύασε ο Άρπαλος, στο οποίο υπάρχει ιδιαίτερη αναφορά στη συνέχεια, μπορούμε με αρκετή βεβαιότητα να το τοποθετήσουμε στον λόφο του Προφήτη Ηλία στο Χαϊδάρι. Εκτός από τα επώνυμα μνημεία που αναφέρει ο Παυσανίας, κατά μήκος της Ιεράς Οδού, από την αφετηρία της στο ύψος της οδού Πειραιώς μέχρι και την περιοχή του λόφου του Προφήτη Ηλία στο Χαϊδάρι, έχουν ανασκαφεί πολυάριθμοι τάφοι. Οι τάφοι αυτοί χρονολογούνται από τον 8ο αιώνα π.Χ. μέχρι και τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια. Στο τμήμα της Ιεράς Οδού απέναντι από την είσοδο του Δρομοκαΐτειου ψυχιατρείου ανασκάφηκε εκτεταμένος ταφικός περίβολος ορθογώνιου σχήματος και διαστάσεων 21,4x14,75 μ. Οι τοίχοι του είναι χτισμένοι κατά το ισοδομικό σύστημα από κροκαλοπαγείς ορθογώνιους ογκόλιθους. Στο εσωτερικό του περίβολου αποκαλύφθηκαν επτά λακκοειδείς τάφοι λαξευμένοι στον βράχο. Καθώς και οι επτά είχαν συληθεί, ελάχιστα κινητά ευρήματα εντοπίστηκαν. Αυτά περιλαμβάνουν κυρίως κεραμική που χρονολογείται στα τέλη του 4ου - αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. Σε πέντε τάφους εντοπίστηκαν ίχνη πυράς. Λόγω του μεγάλου μεγέθους του, οι ανασκαφείς πιστεύουν ότι ο περίβολος περιείχε περισσότερους τάφους. Εκτός από τους λακκοειδείς τάφους, έχουν εντοπιστεί και δεκαέξι ακανόνιστα ορύγματα. Κάποια από αυτά πιστεύεται ότι ανήκαν σε λακκοειδείς τάφους. Επίσης, ταφές θα πρέπει να υπήρχαν και σε επιφανειακές επιχώσεις που αφαιρέθηκαν, καθώς η θέση του περιβόλου βρισκόταν γύρω στα 3,62 μ. ψηλότερα από το επίπεδο της σύγχρονης Ιεράς Οδού. Ο ορθογώνιος ταφικός περίβολος εντοπίζεται στο βόρειο κράσπεδο της αρχαίας Ιεράς Οδού. Κοντά σε αυτόν ανασκάφηκε ταφικός περίβολος σχήματος Γ με τρεις συλημένους λακκοειδείς τάφους στο εσωτερικό του. Αν και οι τάφοι δεν απέδωσαν ευρήματα, η κεραμική που ήταν διάσπαρτη στον χώρο του περιβόλου ανάγεται στον 4ο αιώνα π.Χ. Καθώς δεν υπάρχουν ταφές στο μεγαλύτερο μέρος του, οι ανασκαφείς υποθέτουν ότι ο περίβολος έπαψε κάποια στιγμή να χρησιμοποιείται. Μεταξύ του ταφικού περίβολου και της Ιεράς Οδού αποκαλύφθηκε βάθρο ταφικού μνημείου μεγάλου μεγέθους χτισμένο από κροκαλοπαγείς ορθογώνιους ογκόλιθους. Στον ίδιο χώρο εντοπίστηκε και μαρμάρινο χέρι αγάλματος υπερφυσικού μεγέθους, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα στεκόταν πάνω στο βάθρο. Με βάση τα παραπάνω ανασκαφικά ευρήματα, είναι προφανές ότι η περιοχή της Ιεράς Οδού στο ύψος του Δρομοκαΐτειου φιλοξενούσε σημαντικά ταφικά μνημεία κατά τα κλασικά και τα ελληνιστικά χρόνια Επίσης, έχουν αναφερθεί μεμονωμένοι τάφοι εντός του περιβόλου του Δρομοκαΐτειου νοσοκομείου, αλλά και γύρω από αυτόν, που χρονολογούνται στον 4ο και τον 3ο αιώνα π.Χ.

Καθ’ όλο το μήκος της Ιεράς Οδού υπήρχαν πολυάριθμα εντυπωσιακά ταφικά μνημεία διακεκριμένων και ευκατάστατων πολιτών αλλά και αρκετά νεκροταφεία με ταπεινότερους τάφους. To φαινόμενο της χρήσης των παρόδιων περιοχών για τάφους ήταν ιδιαίτερα σύνηθες τόσο στην Αθήνα όσο και στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις. Οι νεκροί έπρεπε να βρίσκονται εκτός των τειχών αλλά σε σημεία προσιτά, όπου οι τάφοι θα ήταν ορατοί από όλους. Εκτός από ταφικά μνημεία, στις παρόδιες ζώνες υπήρχαν μικρά ιερά και ναΐσκοι, που εξασφάλιζαν την προστασία αλλά και την ξεκούραση των οδοιπόρων. Τέτοια ιερά υπήρχαν, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, πάρα πολλά κατά μήκος της Ιεράς Οδού. Αυτό πρέπει να συσχετιστεί με την ελευσινιακή πορεία και την ανάγκη των μυστών για πολλαπλές στάσεις τελετουργικού χαρακτήρα αλλά και για ξεκούραση. Αυτό που απομένει, προκειμένου να κλείσει η αναφορά στην αρχαία Ιερά Οδό, είναι να ακολουθήσουμε την πορεία του Παυσανία εντοπίζοντας τη σημερινή θέση των αναφερόμενων μνημείων, όπου αυτό είναι δυνατό. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε μια τοπογραφική αντίληψη της αρχαίας διαδρομής έως το Χαϊδάρι και τα μνημεία του. Ανάλογη προσπάθεια έκανε το 1860 και ο λόγιος François Lenormant, όταν με τη βοήθεια των στρατιωτών του γαλλικού τάγματος που είχε εγκατασταθεί στο σχεδόν ερημωμένο τότε μοναστήρι του Δαφνίου, διενήργησε έρευνες και μικροανασκαφές κατά μήκος του αρχαίου δρόμου25 Παρέα, λοιπόν, με τον Παυσανία ξεκινάμε:
«Ακολουθώντας κανείς από την Αθήνα για την Ελευσίνα τη λεγόμενη από τους Αθηναίους Ιερά οδό, συναντά το μνημείο του Ανθεμόκριτου- [...]. Μετά τη στήλη του Ανθεμόκριτου υπάρχει τάφος του Μολοττού- υπάρχει επίσης ένας τόπος που λέγεται Σκίρον [...]. Κοντά αυτού είναι καμωμένο το μνημείο του Κηφισοδώρου [,..]». 
Ο Ανθεμόκριτος τάφηκε λίγο πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο σε μεγάλο κυκλικό ταφικό περίβολο, ο οποίος έχει εντοπιστεί μπροστά στην Ιερά Πύλη, στο βόρειο κράσπεδο της Ιεράς Οδού. Αντίθετα, ο τάφος του Μολοττού δεν έχει αποκαλυφθεί Γνωρίζουμε ότι ο Μολοττός έζησε κατά τον 4ο και ο Κηφισόδωρος κατά το β' ήμισυ του 3ου αιώνα π.Χ. Ο τάφος του τελευταίου εντοπίστηκε πολύ πιο ανατολικά από το σημείο που αναφέρει ο Παυσανίας, στη νότια πλευρά της Οδού των Τάφων, στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού. To Σκίρον βρισκόταν στην αρχή της Ιεράς Οδού, λίγο μετά τη διασταύρωση της σημερινής ομώνυμης οδού με τη λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως. Εδώ ξεκινούσε ο μεγάλος ελαιώνας της πεδιάδας του Κηφισού, που απλωνόταν έως το Χαϊδάρι. To μεγαλύτερο μέρος του αρχαίου ελαιώνα είχε διατηρηθεί μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τις πηγές, οι περίφημες μάχες στο Χαϊδάρι τον Αύγουστο του 1826 έλαβαν χώρα μέσα σε αυτόν τον πυκνό ελαιώνα, πράγμα που καθόρισε σημαντικά και την εξέλιξή τους.
«Μετά το μνημείο του Κηφισοδώρου είναι θαμμένος ο Ηλιόδωρος Αλις [...]. Επίσης είναι θαμμένος αυτού και ο θεμιστοκλής, γιος του Πολιάρχου, τρίτος απόγονος του θεμιστοκλή, ο οποίος έκανε τη ναυμαχία κατά του Ξέρξη και των μήδων. [...]. Προχωρώντας λίγο συναντά κανείς το τέμενος του ήρωα Λακίου, από τον οποίο έχει το όνομα ο δήμος Λακιάδες, και το μνημείο του Νικοκλή από τον Τάραντα [,..]».

 
Κατά πλάτος τομή του τμήματος της Ιεράς Οδού κοντά στη λίμνη Κουμουνδούρου (Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας 1937, σελ. 35, εικ. 14).

Τα ταφικά μνημεία που αναφέρονται παραπάνω δεν έχουν εντοπιστεί, αλλά ο μεγάλος δήμος των Λακιαδών έχει ταυτιστεί με βεβαιότητα με την περιοχή της Γεωπονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
«Υπάρχει επίσης βωμός του Ζεφύρου και ιερό της Δήμητρας και της Κόρης, όπου τιμώνται μαζί και η Αθηνά και ο Ποσειδών. Στο μέρος αυτό λένε πως ο Φύταλος είχε φιλοξενήσει στο σπίτι του τη Δήμητρα και πως η θεά του έδωσε σε αντάλλαγμα TO δέντρο της συκιάς- [...]».
To αναφερόμενο ιερό δεν έχει εντοπιστεί, αλλά θα πρέπει να βρισκόταν στον χώρο του εργοστασίου της Αθηναϊκής Χαρτοποιίας, αμέσως στα δυτικά της Γεωπονικής Σχολής. Οι λατρευόμενες θεότητες υποδεικνύουν άμεση σύνδεση με την ελευσινιακή λατρεία. Μάλιστα, εδώ η ελευσινιακή πομπή έκανε κάποια στάση κατά την επάνοδό της στην Αθήνα, προκειμένου να ανασυγκροτηθεί για την είσοδό της στην πόλη.
«Πριν περάσει κανείς τον Κηφισό, συναντά το μνημείο του θεοδώρου [...]. Αγάλματα στο ποτάμι υπάρχουν ένα της Μνησιμάχης και ένα άλλο αναθηματικό του παιδιού της [...]. Όταν κανείς περάσει τον Κηφισό, συναντά ένα βωμό αρχαίο του μειλίχιου Δία. Στο βωμό αυτό ο θησευς υποβλήθηκε σε καθαρμούς από τους απογόνους του Φυτάλου μετά το φόνο των κακοποιών [...]. Αυτού είναι και ο τάφος του θεοδέκτη από τη Φασηλίδα και του Μνησιθέου- [,..]».
Η κοίτη του Κηφισού που διάβηκε ο Παυσανίας βρισκόταν γύρω στα 1.200 μέτρα ανατολικά της σύγχρονης κοίτης, δηλαδή ανάμεσα στη Γεωπονική Σχολή και το εκκλησάκι του Αγίου Σάββα. Σήμερα, στο σημείο αυτό περνάει βαθύ ρέμα, πάνω από το οποίο έχει κατασκευαστεί γέφυρα. Κατά τον 19ο αιώνα το ρέμα αυτό αποτελούσε τον πλέον σημαντικό από τους τρεις βραχίονες του Κηφισού που διέσχιζαν την πεδιάδα.Έτσι, σχεδόν όλοι οι ερευνητές έχουν συμφωνήσει ότι πρόκειται για τον αρχαίο ποταμό. Ο περιηγητής μας πέρασε πάνω από τον Κηφισό μέσω λίθινης γέφυρας, γύρω από την οποία λάμβανε χώρα το έθιμο των «γεφυρισμών». Πρόκειται για σκωπτικά πειράγματα που ανταλλάσσονταν μεταξύ των μυστών και των «γεφυριστών». Οι τελευταίοι φρόντιζαν να φτάσουν στον χώρο πριν από την πομπή και περίμεναν να δουν γνωστούς τους ή κάποια διάσημα πρόσωπα που ακολουθούσαν την πομπή, για να τους πειράξουν. Κάτι ανάλογο πρέπει να συνέβαινε και στη συμβολή του ελευσινιακού Κηφισού με την Ιερά Οδό, λίγο πριν φτάσει η πομπή στον τελικό προορισμό της.
Τα μνημεία του Θεόδωρου και της Μνησιμάχης δεν έχουν ανακαλυφθεί, αλλά ο βωμός και το ιερό του μειλίχιου Δία πρέπει να βρίσκονταν στη θέση που κατέχει ο ναΐσκος του Αγίου Σάββα, για την ανέγερση του οποίου έχουν χρησιμοποιηθεί αρχαίοι λίθοι και τμήματα γλυπτών.
«Στο δρόμο είναι χτισμένος και ένας ναός, όχι μεγάλος, που λέγεται του Κυαμίτου- [...]. Από τα μνημεία που ξεχωρίζουν στο μέγεθος και το διάκοσμο ένα ανήκει σε κάποιο ρόδιο, ο οποίος μετοίκησε στην Αθήνα- το άλλο το έκανε ο μακεδόνας Άρπαλος [,..]». 
Ο μικρός ναός του Κυαμίτου βρισκόταν στο σημείο όπου διασταυρώνεται η Ιερά Οδός με την οδό Προύσσης στο Αιγάλεω. Εκεί υπάρχει μικρότατη εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο. Τα στοιχεία σχετικά με το μνημείο του Ρόδιου είναι αρκετά ασαφή ώστε να εντοπιστεί και ακολούθως να ταυτιστεί το μνημείο. Όσον αφορά το μνημείο που κατασκεύασε ο Άρπαλος, στο οποίο υπάρχει ιδιαίτερη αναφορά στη συνέχεια, μπορούμε με αρκετή βεβαιότητα να το τοποθετήσουμε στον λόφο του Προφήτη Ηλία στο Χαϊδάρι. Εκτός από τα επώνυμα μνημεία που αναφέρει ο Παυσανίας, κατά μήκος της Ιεράς Οδού, από την αφετηρία της στο ύψος της οδού Πειραιώς μέχρι και την περιοχή του λόφου του Προφήτη Ηλία στο Χαϊδάρι, έχουν ανασκαφεί πολυάριθμοι τάφοι. Οι τάφοι αυτοί χρονολογούνται από τον 8ο αιώνα π.Χ. μέχρι και τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια. Στο τμήμα της Ιεράς Οδού απέναντι από την είσοδο του Δρομοκαΐτειου ψυχιατρείου ανασκάφηκε εκτεταμένος ταφικός περίβολος ορθογώνιου σχήματος και διαστάσεων 21,4x14,75 μ. Οι τοίχοι του είναι χτισμένοι κατά το ισοδομικό σύστημα από κροκαλοπαγείς ορθογώνιους ογκόλιθους. Στο εσωτερικό του περίβολου αποκαλύφθηκαν επτά λακκοειδείς τάφοι λαξευμένοι στον βράχο. Καθώς και οι επτά είχαν συληθεί, ελάχιστα κινητά ευρήματα εντοπίστηκαν. Αυτά περιλαμβάνουν κυρίως κεραμική που χρονολογείται στα τέλη του 4ου - αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. Σε πέντε τάφους εντοπίστηκαν ίχνη πυράς. Λόγω του μεγάλου μεγέθους του, οι ανασκαφείς πιστεύουν ότι ο περίβολος περιείχε περισσότερους τάφους. Εκτός από τους λακκοειδείς τάφους, έχουν εντοπιστεί και δεκαέξι ακανόνιστα ορύγματα. Κάποια από αυτά πιστεύεται ότι ανήκαν σε λακκοειδείς τάφους. Επίσης, ταφές θα πρέπει να υπήρχαν και σε επιφανειακές επιχώσεις που αφαιρέθηκαν, καθώς η θέση του περιβόλου βρισκόταν γύρω στα 3,62 μ. ψηλότερα από το επίπεδο της σύγχρονης Ιεράς Οδού. Ο ορθογώνιος ταφικός περίβολος εντοπίζεται στο βόρειο κράσπεδο της αρχαίας Ιεράς Οδού. Κοντά σε αυτόν ανασκάφηκε ταφικός περίβολος σχήματος Γ με τρεις συλημένους λακκοειδείς τάφους στο εσωτερικό του. Αν και οι τάφοι δεν απέδωσαν ευρήματα, η κεραμική που ήταν διάσπαρτη στον χώρο του περιβόλου ανάγεται στον 4ο αιώνα π.Χ. Καθώς δεν υπάρχουν ταφές στο μεγαλύτερο μέρος του, οι ανασκαφείς υποθέτουν ότι ο περίβολος έπαψε κάποια στιγμή να χρησιμοποιείται. Μεταξύ του ταφικού περίβολου και της Ιεράς Οδού αποκαλύφθηκε βάθρο ταφικού μνημείου μεγάλου μεγέθους χτισμένο από κροκαλοπαγείς ορθογώνιους ογκόλιθους. Στον ίδιο χώρο εντοπίστηκε και μαρμάρινο χέρι αγάλματος υπερφυσικού μεγέθους, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα στεκόταν πάνω στο βάθρο. Με βάση τα παραπάνω ανασκαφικά ευρήματα, είναι προφανές ότι η περιοχή της Ιεράς Οδού στο ύψος του Δρομοκαΐτειου φιλοξενούσε σημαντικά ταφικά μνημεία κατά τα κλασικά και τα ελληνιστικά χρόνια Επίσης, έχουν αναφερθεί μεμονωμένοι τάφοι εντός του περιβόλου του Δρομοκαΐτειου νοσοκομείου, αλλά και γύρω από αυτόν, που χρονολογούνται στον 4ο και τον 3ο αιώνα π.Χ.